Διχασμός

Division Bell

To 1994 οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν το 14ο τους άλμπουμ με τίτλο Division Bell. Η έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από το ομώνυμο καμπανάκι το οποίο ηχεί όποτε καλούνται να ψηφίσουν τα μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου ή της Βουλής των Λόρδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί αναγνωρίζουν με τον τρόπο αυτό ότι κάθε ψηφοφορία ή απόφαση δημιουργεί αυτομάτως διχασμό.

Το βασικό θέμα του άλμπουμ επικεντρώνεται στη δυνατότητα (και επιλογή) των ανθρώπων να λύνουν τα προβλήματά τους συζητώντας τα, παρόλο που οι απόψεις και οι επιλογές τους μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετες. Το ίδιο το εξώφυλλο, με τα πανομοιότυπα πρόσωπα, το ένα απέναντι από το άλλο σαν αντανακλάσεις, συμβολίζει ακριβώς αυτό: ότι παρά τις διαφορές μας είμαστε ίδιοι με τους συνανθρώπους μας και το μόνο που μας χωρίζει είναι η πλευρά της πραγματικότητας που επιλέγουμε. Ακόμα καλύτερα, η ερμηνεία που της δίνουμε εμείς.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι τα πρόσωπα, μισά και δισδιάστατα όπως φαίνονται στο προφίλ τους, αν ενωθούν θα σχηματίσουν ένα ολοκληρωμένο τρισδιάστατο σύνολο. Αυτό που μπορεί να τα ενώσει είναι η φωτεινή γραμμή της επικοινωνίας. Όχι η απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει το ένα το άλλο ότι η δική του πλευρά είναι η «σωστή», αλλά η κοινή προσπάθεια για προσέγγιση της αλήθειας και από τις δύο πλευρές.

Αυτό δε θα βοηθούσε μόνο εμάς που διχαζόμαστε στην Ελλάδα για το «ΝΑΙ» ή για το «ΟΧΙ», αλλά και για το διάλογο μεταξύ Ελλάδας και εταίρων. Να αναγνωριστούν τα αμοιβαία λάθη και να υπάρξει προσπάθεια για μια λύση. Φυσικά, αυτό γίνεται δύσκολο έως αδύνατον όταν το ένα από τα δύο μέρη είτε δεν έχει πραγματική βούληση για συνεννόηση είτε θεωρεί ότι ο φταίχτης είναι πάντοτε ο «απέναντι».

Σε πρώτη φάση, λοιπόν, αυτό που θα βοηθούσε εμάς εδώ είναι να αναγνωρίσουμε ότι καμία από τις δύο πλευρές δε στερείται επιχειρημάτων. Ασχέτως από το αν συμφωνούμε με αυτά οφείλουμε να σεβόμαστε τον απέναντί μας. Έχω διαβάσει, όπως οι περισσότεροι αυτές τις μέρες, άπειρες απόψεις, αναλύσεις, άρθρα ειδικών και ανειδίκευτων, έχω παρακολουθήσει ομιλίες, διαγγέλματα, έχω ακούσει ψέμματα και αλήθειες.

Όσο κι αν το θέλουν κάποιοι δεν υπάρχουν «καλοί» Ευρωπαίοι και «κακοί» Έλληνες. Ούτε το αντίθετο ισχύει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το σύστημα «χωλαίνει», εντός και εκτός συνόρων. Αυτό έχει γίνει αποδεκτό από όλους σε κάποιο βαθμό. Μπορούμε να το αλλάξουμε μόνοι μας; Μπορούμε να εμπιστευτούμε μια κυβέρνηση που έχει προέλθει λίγο-πολύ από το ίδιο πολιτικό σύστημα που έχει προκαλέσει το δικό μας μερίδιο της ζημιάς; Μπορούμε να εμπιστευτούμε τους θεσμούς που φαίνεται να αγνοούν τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία εκπροσωπούν; Πρέπει να πάρουμε ρίσκο ή πρέπει να το πάμε «εκ του ασφαλούς»; Υπάρχει, σε τελική ανάλυση, ασφαλής επιλογή;

Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση σε καθένα από τα παραπάνω ερωτήματα. Το ζητούμενο είναι να μην μετατρέψουμε τις απαντήσεις αυτές σε δόγμα, προσπαθώντας να συντρίψουμε με αυτό κάθε διαφωνία, να βάψουμε κάθε αντίθετη άποψη με το μαύρο της «προδοσίας».

Έχουμε επιδοθεί δε σε ένα ανόητο παιχνίδι συγκρίσεων μεταξύ των υποστηρικτών του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ», όπως παίζαμε κάποτε σαν παιδιά με κάρτες με αυτοκίνητα και πλοία «ΑΤΟΥ» και «ΥΠΕΡΑΤΟΥ». «-Εγώ έχω τον Γκοτζίλα! – Και γω έχω τον Μητσοτάκη! Νίκησα!»

Φυσικά και θα δούμε σε κάθε πλευρά άτομα που ενεργούν και αποφασίζουν βάσει του προσωπικού τους συμφέροντος. Φυσικά και θα δούμε ανθρώπους οι οποίοι βρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού προσπαθούν να πείσουν όλους τους γύρω τους ότι μόνο η δική τους άποψη είναι η ορθή. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την επιλογή τους, χωρίς να την έχουν καλοσκεφθεί, ενεργώντας κυρίως με το συναίσθημα.

Δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε με όλους. Υπάρχουν, άλλωστε και αυτοί, οι οποίοι ακολουθούν σαν στρατιωτάκια τη γραμμή που κάποιοι άλλοι έχουν χαράξει για λογαριασμό τους. Αυτοί, ξέρετε για ποιους μιλώ, επιθυμούν έναν νέο Εμφύλιο. Παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς δεν τον έχουν ζήσει, έχουμε γνωρίσει ωστόσο τα αποτελέσματα αυτού του απόλυτου διχασμού. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Ο διάλογος σίγουρα δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση. Ο διχασμός, όμως, αν τον προεκτείνουμε πέρα από τον αναγκαστικό βαθμό, πέρα από τη στιγμή της ψήφου και τον τεντώσουμε μέχρι την απόδοση ευθυνών στον απέναντι, έχει αποτέλεσμα. Και αυτό είναι πάντοτε αρνητικό.

Όπως έγραψαν και πολλοί φίλοι αυτές τις μέρες, δεν πρέπει να υπάρξει σύγχυση στην ανάγκη μας για ομόνοια: όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποτελεί συγχωροχάρτι για κανέναν. Οι ευθύνες είναι υπαρκτές και θα πρέπει να αποδοθούν. Αν θέλετε τη γνώμη μου οι πολίτες θα έπρεπε να τιμωρήσουν ολόκληρο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα και να το απομακρύνουν από την εξουσία. Θα έπρεπε, σε μια ιδανική κατάσταση, να προχωρήσουμε σε μια λύση τύπου Ισλανδίας, με εντελώς νέα πρόσωπα στην πολιτική. Πρόσωπα τα οποία να μην προκαλούν περισσότερο διχασμό από αυτόν που υπάρχει ήδη.

Είναι αυτό εφικτό; Ίσως όχι. Σίγουρα όμως είναι ένας μπούσουλας για τις αποφάσεις μας στο εξής.

Σκόπιμα δεν δημοσίευσα κάποιο άρθρο υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Περίμενα ως τώρα οπότε οι περισσότερο από εμάς να έχουν ήδη ψηφίσει. Ο καθένας μας έχει υπερφορτωθεί τις μέρες αυτές από επιχειρήματα και διαφωνίες ακόμα και καβγάδες με αγαπημένα πρόσωπα.

Αυτό που έχει σημασία πάνω απ’ όλα, για μένα, είναι να μην αφήσουμε το διχασμό να μας χωρίσει.

Μουσικό Διάλειμμα #60

Together we stand
Divided we fall…

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

Κρίμα…

Βαγγέλης Γιακουμάκης

Κρίμα είναι να χάνεται μια ζωή, ειδικά αυτή ενός νέου ανθρώπου. Ακόμα περισσότερο, όταν πρόκειται για αυτοκτονία. Στην εποχή της κρίσης έχουμε συνδέσει την αυτοκτονία με την απόγνωση ανθρώπων που βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο. Οι νέοι, όμως, φεύγουν. Αναζητούν την τύχη τους αλλού. Και υπάρχει πάντα η ελπίδα ότι θα γυρίσουν. Όχι όμως ο Βαγγέλης.

Κρίμα είναι και για τους γονείς. Δεν υπάρχει τρόπος να παρηγορηθεί ένας γονιός που χάνει το παιδί του, τη στιγμή μάλιστα που αυτό θα ξεκινούσε τη δική του ζωή. Δεν υπάρχουν λόγια ικανά να γεμίσουν ένα τέτοιο κενό. Δεν υπάρχει τρόπος να φανταστεί κανείς τέτοιον εφιάλτη. Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που το εύχονται αυτό σε άλλους ανθρώπους.

Κρίμα για την οικογένεια και τους φίλους. Πολλοί από αυτούς θα νιώθουν ότι έπρεπε να είχαν πει ή να είχαν κάνει κάτι παραπάνω για να προλάβουν το κακό. Για ορισμένους ίσως και να ισχύει. Κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά. Και αυτό είναι το χειρότερο βάρος.

Κρίμα είναι να εξαπλώνονται φαινόμενα στα σχολεία, τα οποία τα βλέπαμε παλιά μόνο σε αμερικάνικες ταινίες: συμμορίες, ληστείες και «σχολικός εκφοβισμός», όπως αποδίδεται το bullying. Τα παιδιά είναι παιδιά και αντιδρούν συχνά σαν αγέλη. Αυτός που ξεχωρίζει, αυτός που φαίνεται αδύναμος γίνεται στόχος πειραγμάτων και κοροϊδίας. Ξεχωρίζοντας τον διαφορετικό, η ομάδα συσφίγγει τους δεσμούς της, τα μέλη της επιβεβαιώνουν τα κοινά τους στοιχεία. Αυτό είναι κάτι το οποίο τα παιδιά έκαναν παντού και πάντα, δεν είναι κάτι νέο ή κάτι καλό, αλλά είναι ένας έμφυτος κοινωνικός μηχανισμός, όχι bullying. Το bullying είναι ένα βήμα παραπάνω, πιο στοχευμένο και πιο βάρβαρο. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ.

Βλέποντας ταινίες και ρεπορτάζ που αναφέρονταν έμμεσα ή άμεσα στο bullying, είχα αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί στις ΗΠΑ αυτό φαίνεται σαν άλυτο πρόβλημα εδώ και δεκαετίες. Εκεί όπου το ζήτημα της προστασίας των παιδιών αντιμετωπίζεται σοβαρά και όπου οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν δικαίωμα ακόμα και να σου πάρουν το παιδί, αν αποδειχθεί ότι το κακομεταχειρίζεσαι. Η μόνη λογική εξήγηση ήρθε, όταν διάβασα την περιβόητη ομιλία που αποδίδεται στον Bill Gates, που απευθυνόμενος υποτίθεται στα παιδιά ενός σχολείου τους έδωσε 11 κανόνες που δε διδάσκονται στην τάξη. Το συγκεκριμένο ανέκδοτο είναι απλώς μια φήμη. Στην πραγματικότητα οι κανόνες αυτοί προέρχονται από το βιβλίο κάποιου Charles Sykes που τιτλοφορείται «Η Αποβλάκωση των Παιδιών μας». Ο τελευταίος κανόνας λέει: «να είστε καλοί με τους «φύτουλες», γιατί κατά πάσα πιθανότητα ένας από αυτούς θα είναι τελικά το αφεντικό σας».

Οι φύτουλες, οι σπασίκλες ή (αμερικανιστί) οι nerds, είναι αυτοί οι οποίοι συνήθως γίνονται στόχοι κακομεταχείρισης από τα πιο εύσωμα, πιο κοινωνικά, αλλά όχι τόσο μελετηρά παιδιά. Πέρα από τα παιδιά οικογενειών με ιδιαιτερότητες, κάποια τα οποία έχουν ένα πρόβλημα, μια αναπηρία ή κάποιο άλλο εξωτερικό χαρακτηριστικό που τα κάνει να ξεχωρίζουν, οι συνηθέστεροι στόχοι του bullying είναι τα παιδιά που είναι εξυπνότερα, αλλά όχι κοινωνικά. Αντίθετα, τα «δημοφιλή» παιδιά είναι αυτά τα οποία είναι πιο εμφανίσιμα, οι αθλητές, οι μαζορέτες. Όλα τα υπόλοιπα παιδιά τους έχουν σαν πρότυπα και προσπαθούν να τους μοιάσουν.

Ωστόσο, αν τα «δημοφιλή» παιδιά δεν πετύχουν μετά το σχολείο να μπουν σε κάποια επαγγελματική ομάδα, ή να ακολουθήσουν κάποιο επάγγελμα που εκμεταλλεύεται την εμφάνισή τους, τότε οι ακαδημαϊκές και επαγγελματικές προοπτικές τους συνήθως είναι περιορισμένες. Από την άλλη, οι φύτουλες συνήθως διαπρέπουν στα πανεπιστήμια και συχνά γίνονται στελέχη, δικηγόροι, πολιτικοί ή επιχειρηματίες. Οι υπόλοιποι πέφτουν κάπου στο ενδιάμεσο.

Το bullying, λοιπόν, έχει δύο παρενέργειες: από τη μία ενισχύει στα παιδιά την ιδέα ότι πρέπει να μην ξεχωρίζουν από την ομάδα, να ακολουθούν τα πρότυπα του «ωραίου και της ωραίας» της τάξης και να εμπεδώσουν έτσι την ιδέα της «χρυσής μετριότητας». Από την άλλη, στα παιδιά που έχουν περισσότερες επαγγελματικές προοπτικές και πιθανότητες να διαπρέψουν, καλλιεργείται η αντικοινωνικότητα και η περιφρόνηση για τη μάζα.

Κομφορμισμός, ρηχότητα και έλλειψη κριτικής σκέψης από τη μία. Ελιτισμός, κόμπλεξ και εμπάθεια από την άλλη. Η πλειοψηφία μαθαίνει να ακολουθεί χωρίς να αμφισβητεί και η ελίτ να ηγείται χωρίς οίκτο. Η τέλεια κρεατομηχανή.

Κάπου εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι τελικά οι «παρενέργειες» αυτές ενδεχομένως να είναι τόσο ωφέλιμες για το σύστημα, ώστε να γίνονται αυτοσκοπός. Όλα αυτά, βέβαια, στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα τα πράγματα δεν είναι τόσο δομημένα σε κανένα επίπεδο. Εδώ νομίζω ότι ισχύει απλά η λογική του «έλα μωρέ, παιδιά είναι».

Παιδί ήταν και ο Βαγγέλης, όμως. Νεαρός άντρας, έστω. Από την Κρήτη, όπου ο άντρας πρέπει να είναι λεβέντης. Ο Βαγγέλης ίσως δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που έχουν στο μυαλό τους κάποιοι συντοπίτες του. Ίσως να ήταν πιο συνεσταλμένος απ’ όσο «πρέπει». Ίσως και να ήταν γκέι. Καμία σημασία δεν έχει αυτό. Σημασία έχει ότι ξεχώριζε με τον «λάθος» τρόπο. Σημασία έχει ότι κάποιοι πίστευαν ότι υπήρχε κάτι «λάθος» σε αυτόν.

Κρίμα και για αυτά τα παιδιά. Μπορεί να σας ξενίζει αυτό, αλλά είναι η άβολη αλήθεια. Είναι κρίμα και για αυτούς που υπέβαλλαν τον Βαγγέλη σε αυτά τα βασανιστήρια, γιατί μέσα στο μυαλό τους αυτό επιβεβαίωνε τη δική τους ανωτερότητα. Τα παιδιά που εξασκούν το bullying, οι «νταήδες» που λέμε εδώ καμιά φορά, είναι σχεδόν πάντοτε και οι ίδιοι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και καταπίεσης. Ο πατέρας που «εντυπώνει» με το ζωνάρι στο γιό του την ιδέα του άντρα του σκληρού που δεν κλαίει και που, Θεός φυλάξοι, δεν είναι με τίποτα γκέι, διαπράττει ένα έγκλημα που είναι, πιθανόν, κληρονομικό. Το ίδιο ενδεχομένως δίδαξε και ο δικός του πατέρας σε αυτόν, με τον ίδιο «παιδαγωγικό» τρόπο. Ο φαύλος κύκλος της βίας πρέπει κάποτε να σπάσει.

Ο δράστης του bullying μισεί, καταρχήν, τον εαυτό του. Ο στόχος του συχνά αντιπροσωπεύει τα χαρακτηριστικά που αναγνωρίζει ο ίδιος πάνω του σαν αδυναμίες. Δέρνοντας  τον αδύναμο, ο δράστης νιώθει δυνατός. Βασανίζοντας τον φοβισμένο, απωθεί το δικό του φόβο. Διαπομπεύοντας τον ομοφυλόφιλο, ο νταής μπορεί να κρύβει την δική του καταπιεσμένη φύση, η οποία του έχουν μάθει πως είναι ό,τι το χειρότερο πάνω στη Γη. Όσο δύσκολο και αν είναι να  το δεχτούμε, ο θύτης είναι και αυτός ένα θύμα. Κανένα παιδί δε γεννιέται έχοντας το μίσος μέσα του.

Στην περίπτωση νεαρών ενηλίκων, όπως οι συμφοιτητές του Βαγγέλη, η ζημιά έχει ήδη γίνει και είναι δύσκολο να επανορθωθεί. Στις ηλικίες αυτές επιβάλλεται  η ποινικοποίηση του bullying και σε δεύτερο βαθμό η προσπάθεια αναμόρφωσης. Στα σχολεία, όμως, πρέπει να προέχει η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση του φαινομένου. Στο κάτω-κάτω μιλάμε όντως για παιδιά, τα οποία δεν έχουν πλήρη συναίσθηση των πράξεών τους και έχουν περισσότερες πιθανότητες να καταλάβουν και να αλλάξουν.

Το μεγαλύτερο κρίμα, όμως, είναι για εκείνους που εξαπολύουν το ίδιο μίσος εναντίον αυτών που διαπράττουν το bullying. Και αυτό επειδή μιλάμε για ανθρώπους που έχουν ευαισθησίες και κάποια λογική, τα οποία πνίγονται μέσα στην οργή. Αν το bullying, το μίσος και η βία είναι ασθένειες (και κατά κάποιον τρόπο είναι), τότε είναι προφανές ότι δε βοηθάμε κανέναν νοσώντας και οι ίδιοι.

Αν τα θεωρείτε όλα αυτά υπερβολικά, ίσως να μην έχει πέσει  στην αντίληψή σας μια αισχρή ανάρτηση στο blog «to-fresko», στην οποία κάποιος αχαρακτήριστος έβαλε μια φωτογραφία του Βαγγέλη Γιακουμάκη με τίτλο «ΚΑΛΟ ΨΟΦΟ ΒΑΓΓΕΛΑΚΗ!» και μια προσβλητική λεζάντα από κάτω. Το χειρότερο, όμως, είναι τα σχόλια. Πέρα από τις λίγες φωνές λογικής που προφανώς καταλογούσαν αυτά που πρέπει σε μια ανάρτηση αυτού του είδους, τα υπόλοιπα σχόλια, υπέρ και κατά, είναι μια πραγματική γκαλερί παραληρηματικού μίσους. Από προσωπικές ευχές για καρκίνο σε όποιον αγαπάει ο δημιουργός της ανάρτησης (λες και φταίνε όλοι οι γύρω του) μέχρι αναθέματα σε ολόκληρη την Κρήτη που είναι «η ντροπή της Ελλάδας». Αν αντέχετε, σας προκαλώ να ρίξετε μια ματιά εδώ.

Η ίδια δεινή κοινωνικοοικονομική κατάσταση,  η οποία διογκώνει φαινόμενα όπως το bullying και ο ρατσισμός έχει γεμίσει με τέτοια οργή τους ανθρώπους που είναι δύσκολο πλέον να ξεχωρίσεις ποιος είναι ο δράστης και ποιος ο πολέμιός του. Όταν διακατέχονται όλοι από το ίδιο μίσος, παύει πια να έχει σημασία ποιος έχει δίκιο. Είναι σαν δυο σκυλιά που προσπαθεί το ένα να πιάσει το λαρύγγι του άλλου. Και σε αυτές τις περιπτώσεις υπερισχύει συνήθως το πιο δυνατό.

Κρίμα. Γιατί το μίσος και η βία δεν αντιμετωπίζονται με περισσότερο μίσος και βία. Και δεν είναι αυτός ο τρόπος για να αποτρέψουμε μια ακόμα τραγωδία σαν αυτή του Βαγγέλη.

Μουσικό Διάλειμμα #59

Η εξουσία του φόβου

Η κραυγή

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

Φυλάει τα έρμα, θα μου πείτε. Ναι, αρκεί να μην τον χρησιμοποιούν εναντίον σου. Τα ζώα από ένστικτο φοβούνται τη φωτιά για την προστασία τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί αυτόν το φόβο για να τα κυνηγά. Βάζοντας φωτιά στα ξερά χόρτα, οι αρχαίοι κυνηγοί ανάγκαζαν το θήραμά τους να εγκαταλείψει την κάλυψή του και να μείνει εκτεθειμένο.

Το τέχνασμα αυτό εφαρμόζεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Ο φόβος χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να καταδυναστεύονται ολόκληροι λαοί. Όχι μόνο ο φόβος της εξουσίας, αλλά και ο φόβος του «άλλου». Οι αυτοκράτορες της Κίνας κρατούσαν μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το τεράστιο τείχος που έκτισαν, παράλληλα, όμως, εξασφάλιζαν την υποταγή των επαρχιών που βρίσκονταν πίσω από αυτό.

Οι φεουδάρχες προστάτευαν τις πόλεις τους με τείχη από επιδρομές κάθε είδους. Όσοι ήταν εντός των τειχών, ωστόσο, έπρεπε να πληρώνουν φόρους, οι οποίοι ήταν συνήθως δυσβάσταχτοι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ακόμα και αν κανείς  ξέφευγε από τους φοροεισπράκτορες του τοπικού βαρώνου (οι οποίοι προφανώς δεν μοίραζαν εκκαθαριστικά, απλά σου έκαιγαν το σπίτι αν δεν πλήρωνες) πού θα μπορούσε να πάει;

Η τακτική αυτή λειτουργεί θαυμάσια και στην εποχή μας. Ο φόβος του Εβραίου, του μουσουλμάνου, του κομμουνιστή, του εγκληματία λαθρομετανάστη, του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του διαφορετικού.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτόν τον κόσμο. Προφανώς και ο φόβος πολλές φορές έχει ρίζες στην πραγματικότητα. Το ζώο αν μείνει στα ξερόχορτα θα κάει, δεν έχει πραγματικά επιλογή. Οι χωρικοί του Μεσαίωνα ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε επίδοξο εισβολέα ή ληστή. Επομένως τα τείχη του φεουδάρχη ήταν σαν δώρο Θεού για εκείνους. Και εφόσον τα τείχη δεν χτίζονταν μόνο με καλές προθέσεις, ήταν λογικό και δίκαιο ο τοπικός άρχοντας να ζητά φόρους από όσους είχε υπό την προστασία του.

Πλην, όμως, έχοντας αυτούς τους ανθρώπους πλήρως στο έλεός του, ο εκάστοτε ηγεμόνας μπορούσε όχι απλώς να λάβει το ηθικό αντίτιμο για την προστασία που προσέφερε, αλλά να απαιτήσει όσα αυτός ήθελε. Κοινώς, να εκμεταλλεύεται και να εκβιάζει κατά βούληση. Μπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα στο κάστρο του, αφήνοντας στους χωρικούς μετά βίας αρκετά ώστε να μη λιμοκτονούν. Η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνικές επαναστάσεις σταδιακά έφεραν τον κόσμο από τα μοναρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα στα δημοκρατικά. Έπρεπε να πάψει να υπάρχει απόλυτη εξουσία, ώστε να πάψει η καταπίεση και η εκμετάλλευση του αδύναμου από τον ισχυρό.

Θεωρητικά, ο 20ος αιώνας είδε το αποκορύφωμα του εκδημοκρατισμού στον πλανήτη μας. Πρακτικά, όμως, η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή, που ασκούν οι πολυεθνικές στις κυβερνήσεις των κρατών, μειώνει συνεχώς τη δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να λαμβάνουν αποφάσεις. Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο οι περιβόητες «αγορές» να καθορίζουν εμμέσως πλην σαφώς την οικονομική πολιτική των κρατών. Και φυσικά αφού το χρήμα κινεί τα πάντα, η οικονομική πολιτική επηρεάζει τα πάντα, με πρώτο και εύκολο θύμα την κοινωνική πολιτική.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για, αυτονόητα στη θεωρία, πράγματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, η περίθαλψη και η παιδεία. Και καθώς όλα αυτά τα οποία κατακτήθηκαν με αίμα τα τελευταία 200 χρόνια περικόπτονται και εξανεμίζονται σταδιακά λόγω της «οικονομικής πραγματικότητας», συνειδητοποιεί κανείς ότι επιστρέφουμε, ουσιαστικά, στην εποχή του φεουδαλισμού.

Ο μεγάλος μας εχθρός είναι η χρεωκοπία. Για να τον κρατήσουμε μακριά είμαστε αναγκασμένοι να θυσιάσουμε τα πάντα. Βέβαια, οι τιμημένοι και δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες μας ζουν ακόμη στα κάστρα τους, τρώνε με χρυσά κουτάλια και κυκλοφορούν με θωρακισμένες λιμουζίνες. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, αφού αν μας πετάξουν έξω από τα τείχη θα χάσουμε και τα λίγα που έχουμε. Θα μείνουμε ακόμα και από χαρτί υγείας, όπως φαίνεται.

Ο μεγάλος μας εχθρός δεν είναι τόσο η χρεωκοπία, όσο ο φόβος αυτής. Και αυτό επειδή η χρεωκοπία έχει ήδη συμβεί, απλώς είναι ελεγχόμενη. Πράγματι, έχουμε ακόμα είδη πρώτης ανάγκης στα ράφια, αλλά έχουμε επίσης 27% ανεργία και ένα χρέος, το οποίο είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Καθώς επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά και το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι τόκοι αυξάνουν και το χρέος διογκώνεται. Και τίποτα δε φαίνεται δυνατόν να το σταματήσει.

Είναι απλά μαθηματικά. Οτιδήποτε άλλο περί success story και τα συναφή είναι απλά επικοινωνιακά τρικ. Κάθε χρόνο μόνο οι τόκοι του χρέους μας είναι 30 δις Ευρώ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμα και αυτό το εικονικό των 1.416 εκατ. ευρώ, είναι αστείο. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά κατουρώντας την. Και το πλεόνασμα αυτό παρουσιάζεται ως… επιτυχία. Και η «έξοδος στις αγορές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακόγουστο αστείο, το οποίο μας έκανε διεθνώς ρεζίλι για άλλη μια φορά.

Ο Σαμαράς μιλά για θυσίες του λαού, οι οποίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες. Μα είναι ήδη χαμένες. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καταφέρει τίποτα, παρά μόνο να επιβάλλουν εισπρακτικά μέτρα, να εκποιήσουν το προσοδοφόρο μέρος της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να ξεφορτωθούν το επιζήμιο, και να κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς κάποιο σχέδιο ή κριτήριο. Αξιολόγηση δεν υπάρχει, η γραφειοκρατεία ζει και βασιλεύει, το πελατειακό κράτος συνεχίζει να υφίσταται, οι διασυνδέσεις με τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα το ίδιο. Μεταρρυθμίσεις απλές και ορθολογικές, οι οποίες θα ήταν απολύτως ανέξοδες για το κράτος και θα βοηθούσαν πραγματικά τις επενδύσεις, προσκρούουν πάνω σε συμφέροντα ημέτερων που προστατεύονται ακόμα.

Ακόμα και στο Reuters κυκλοφόρησε η είδηση ότι η συγκυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη πλέον. Γιατί το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης εξαντλήθηκε. Ο φόβος δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τους πολίτες. Αν η κυβέρνηση τολμούσε να επιβάλλει κι άλλα μέτρα, οι αντιδράσεις θα ήταν απρόβλεπτες. Έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.

Από τη μία πλευρά, μια αριστερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή με κάποιο δεκανίκι, θα έχει μια μικρή πίστωση χρόνου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος, αν διαψευστούν οι μάλλον ουτοπικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος να εκραγεί σε πολύ μικρό διάστημα. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί με πολλή προσοχή τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη προκαλέσει εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Οι τράπεζες πιέζονται. Οι δανειστές θα επιδιώξουν την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Συν τοις άλλοις, έχει προσχωρήσει σε αυτόν αρκετό πρώην ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνυπάρχει (όπως και στο ΠΑΣΟΚ του ’81) με ριζοσπαστικά στοιχεία που θέλουν να μας βγάλουν από παντού.

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί και οι φόβοι ακόμα περισσότεροι. Αλλά το αδιέξοδο παραμένει. Και αυτό που φοβάμαι εγώ περισσότερο είναι το κατρακύλισμα σε έναν ακροδεξιό βούρκο που αρνείται ακόμα και τις πιο βασικές ανθρώπινες αξίες, όπως την προστασία των αδυνάτων και την περίθαλψη των προσφύγων, που καταπνίγει τη δημιουργικότητα, που εξαναγκάζει το 2% του πληθυσμού, του νεότερου και πιο υποσχόμενου τμήματός του, να μεταναστεύσει. Δεν είμαστε απλώς μια χώρα γερόντων και συνταξιούχων, είμαστε μια χώρα στην οποία οι λιγότεροι από τους μισούς νέους έχουν δουλειά και όσοι έχουν, αμείβονται με ψίχουλα. Οι υπόλοιποι απλά φεύγουν.

Αυτοί που μένουν αδυνατούν να δημιουργήσουν οικογένειες, αφού τα χρήματα απλά δε φθάνουν. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Σας το λέω χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και δράματος. Κάποιοι φοβούνται τη χρεωκοπία. Εγώ φοβάμαι περισσότερο ότι σβήνουμε αργά, αλλά σταθερά. Η ενδεχόμενη χρεωκοπία, η ανεξέλεγκτη, θα είναι άμεση και βάρβαρη. Ο αργός θάνατος, στον οποίο έχουμε καταδικαστεί, θα πάρει μια δεκαετία ακόμα μέχρι τα συμπτώματά του να γίνουν τόσο φανερά, ώστε κανένας να μην μπορεί πια να τα αρνηθεί. Αλλά θα έρθει, σας το εγγυώμαι.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Εγώ προτιμώ να ψηφίσω κατά συνείδηση.

 

Μουσικό Διάλειμμα #58

Δεν είμαι ο Σαρλί. Είμαι ο Αχμέτ.

Ahmed Merabet

Λυπάμαι πραγματικά για αυτό που συνέβη. Δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω ότι ο Wolinski, τα «βρώμικα» σκίτσα του οποίου διάβαζα ως φοιτητής στις σελίδες της Βαβέλ και του Παρά Πέντε, κείτεται νεκρός επειδή, θέλοντας και μη, κάποιοι τον έμπλεξαν σε ένα σκοτεινό γεωπολιτικό παιχνίδι.

Γιατί, μη γελιέστε, πέρα από την ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας, το συμβάν είναι τόσο εκμεταλλεύσιμο πολιτικά όσο και η επίθεση στους δίδυμους πύργους ή στον μαραθώνιο της Βοστώνης. Μόνο που αυτή τη φορά ο τρόμος χτύπησε εκτός ΗΠΑ και αυτό αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία για την υπερδύναμη να τραβήξει τους «απείθαρχους» Ευρωπαίους κάτω από την σκεπή της. Κάνοντάς μας να ξεχάσουμε σε μια στιγμή το γεγονός ότι η NSA, αποδεδειγμένα, κατασκοπεύει συστηματικά τις ηγεσίες όλων των «συμμάχων» της Αμερικής.

Ας μείνουμε έξω από αυτή τη διάσταση του θέματος, προς το παρόν. Η έκφραση αλληλεγγύης του κόσμου μετά την επίθεση ήταν σίγουρα συγκινητική, έστω κι αν δεν ήταν ειλικρινής από όλους. Για παράδειγμα, ο «προοδευτικός» πρωθυπουργός μας και το φασιστοειδές που λειτουργεί ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ έσπευσαν να μιλήσουν για τείχη στα σύνορά μας και ανεπιθύμητους μετανάστες, την ίδια στιγμή που αν το Σαρλί Εμπντό κυκλοφορούσε στην Ελλάδα οι δυο τους θα ήταν από τους πρώτους που θα το έστελναν στην πυρά.

Και μιλούν για μετανάστες ασχέτως αν οι φερόμενοι ως δράστες της επίθεσης ήταν Γάλλοι πολίτες. Σημασία έχει ότι ήταν Μουσουλμάνοι. Βρωμεροί βάρβαροι.

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για άλλον έναν βρωμερό βάρβαρο από αυτούς, τον Αχμέτ. Ο Αχμέτ Μεραμπέ ήταν ένας αστυνομικός, Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, από αυτούς που έσπευσαν στον τόπο της επίθεσης. Είχε την ατυχία να περιπολεί εκείνη την ημέρα με μια συνάδελφό του (προφανώς αντιστεκόταν καθημερινά στον πειρασμό να της φορέσει μπούργκα και να της πάρει το όπλο) κοντά στην περιοχή. Λίγο αφού έφτασε εκεί και ύστερα από σύντομο διάλογο ο επίσης βρωμερός βάρβαρος Μουσουλμάνος τρομοκράτης πυροβόλησε τον Αχμετ στο κεφάλι.

Παραδόξως, δεν αναγνώρισε τη χαρακτηριστική δυσωδία που συνοδεύει όλους αυτούς τους βάρβαρους Μουσουλμάνους. Ούτε η μελαμψή φάτσα φαίνεται να είπε κάτι στον τρομοκράτη. Απλά τον πυροβόλησε εν ψυχρώ.

Ο Αχμέτ σκοτώθηκε υπερασπίζοντας μια από τις πλέον βασικές (και δύσκολες) αρχές της Δημοκρατίας, όπως αυτή εκφράζεται στο περίφημο γνωμικό που δεν είπε ποτέ ο Βολταίρος: «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».

Η ζωή έχει έναν εξαιρετικό τρόπο να μας καταστρέφει, έτσι απλά, τα ιδεολογικά πυργάκια που χτίζουμε τόσο σχολαστικά στην άμμο του μυαλού μας. Να σβήνει τις νοητές γραμμές που βάζουμε και χωρίζουμε τι είναι «αποδεκτό» και τι όχι. Τι είναι «σωστό» και τι «λάθος». Ποιος είναι ο «καλός» Χριστιανός και ποιος ο «κακός» Μουσουλμάνος. Ή ακόμα και ποιος είναι ο «προοδευτικός» άθεος και ο «σκοταδιστής» θρησκευόμενος.

Η ρητορική του τρόμου έχει ξεκινήσει ήδη και τα ΜΜΕ έχουν ανέβει όλα πάνω στη μπουλντόζα που θέλει να ισοπεδώσει κάθε διαφορετική φωνή. Τι κι αν ισλαμικές θρησκευτικές ενώσεις έχουν καταδικάσει την επίθεση; Αφού ξέρουμε ότι το Ισλάμ καλεί τους πιστούς να σφαγιάσουν όλους τους άπιστους στο όνομα  του Αλλάχ.

Το περίεργο είναι ότι οι Μουσουλμάνοι πιστοί δεν έχουν πάρει ακόμα τα μαχαίρια και τα Καλάσνικοφ για να μας καθαρίσουν όλους. Θα πίστευε κανείς ότι με 1,5 δις από δαύτους θα είχε ξεκινήσει ήδη ο Γ’ Παγκόσμιος.

Από την άλλη, αν οι Χριστιανοί είχαν εφαρμόσει το «αγαπάτε αλλήλους» και το «όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην», ο κόσμος θα ήταν εντελώς διαφορετικός σήμερα. Κι όμως. Οι Χριστιανοί, από τη στιγμή που σταμάτησαν οι διωγμοί τους, ξεκίνησαν μια αλυσίδα βαρβαροτήτων στο όνομα του Θεού της Αγάπης, που ξεπερνά οποιονδήποτε ιερό πόλεμο των Μουσουλμάνων: από Σταυροφορίες και γενοκτονίες, μέχρι τη συστηματική υποδούλωση «ειδωλολατρών», την εκκαθάριση αιρετικών και, φυσικά, την Ιερά Εξέταση. Όλα στο όνομα του Χριστού.

Αυτά, θα μου πείτε, ανήκουν στο παρελθόν. Κι όμως. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τις δηλώσεις της Σάρα Πάλιν, ισχυρής κυρίας των Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ, σχετικά με τον πόλεμο στο Ιρακ και το ότι αυτός ήταν θέλημα Θεού. Αμερικανοί, θα αναφωνήσετε επιτιμητικά. Μήπως, λοιπόν, σας εκφράζουν καλύτερα οι δηλώσεις Σαμαρά, που τόσο χριστιανικά θα ήθελε να κλείσει τις πόρτες σε πρόσφυγες πολέμου από τη Συρία και να τους αρνηθεί ακόμα και την ιατρική περίθαλψη;

Δε μιλάμε καν για χριστιανικές αρχές πια, μιλάμε για παραβίαση ανθρωπιστικών κανόνων που ισχύουν ακόμα και για εχθρούς σε περίοδο πολέμου.

Μήπως πρέπει να σας υπενθυμίσω ότι οι πρόσφυγες αυτοί από τη Συρία είναι το προϊόν ενός πολέμου που καλλιέργησε συστηματικά η Δύση, οπλίζοντας και εκπαιδεύοντας φανατικούς ισλαμιστές για να εκθρονίσουν το αυταρχικό καθεστώς του Άσαντ; Ή ότι το ISIL είναι το τραγικό αποτέλεσμα της συστηματικής αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής από τις ΗΠΑ (και από την ΕΣΣΔ παλαιότερα) με μοναδικό γνώμονα γεωπολιτικά συμφέροντα και τίποτα παραπάνω;

Όχι, αποκλείεται. Είναι απλά βρωμεροί, βάρβαροι Μουσουλμάνοι. Όπως ο Αχμέτ.

Φταίνε τελικά οι θρησκείες. Λυπάμαι που θα σας το χαλάσω, φίλοι άθεοι και αγνωστικιστές, αλλά δε φταίνε καν αυτές. Γιατί οι άνθρωποι φανατίζονται και σκοτώνουν για το χρήμα, την εξουσία, τη θρησκεία, το χρώμα του δέρματος, την ιδεολογία, τη σημαία, ακόμα και για το κασκόλ μιας ομάδας.

Και αν με προοδευτικό φανατισμό εσείς υποστηρίζετε ότι όλοι όσοι πιστεύουν στους «φανταστικούς τους φίλους» είναι εν δυνάμει τρομοκράτες, απλά βάζετε τον εαυτό σας στην απέναντι όχθη και πυροβολείτε αδιακρίτως ανθρώπους για τις πεποιθήσεις τους. Σαν τους τρομοκράτες, αλλά χωρίς όπλα.

Οι πράξεις είναι αυτές που μετρούν. Τα λόγια σε πολύ μικρότερο βαθμό, οι πεποιθήσεις στο ελάχιστο. Μπορεί να λέμε ότι είμαστε όλοι Σαρλί αλλά τι σημαίνει αυτό πραγματικά;

Εγώ προτιμώ να δηλώσω υποστήριξη σε έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε κάνοντας το καθήκον του, προστατεύοντας κάποιους με  τους οποίους πιθανότατα θα διαφωνούσε. Έναν άνθρωπο ο θάνατος του οποίου θα περάσει στα ψιλά γράμματα, επειδή είναι δύσκολο να δεχθούμε πως ένας Μουσουλμάνος αστυνομικός μπορεί να προστατεύει τη Δημοκρατία, ενάντια στα υποτιθέμενα πιστεύω του και στις ιδιότητες που του προσδίδουμε.

Εγώ είμαι ο Αχμέτ.

Μουσικό Διάλειμμα #57

Μάθε παιδί μου γράμματα

Στις 20 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υιοθέτηση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Με την ευκαιρία κυκλοφόρησαν πετυχημένα σποτάκια κατά της παιδικής κακοποίησης, έγιναν εκδηλώσεις, δράσεις και όλα τα συναφή. Η συγκεκριμένη σύμβαση αποτελεί, όχι τυχαία, το πιο ευρέως αποδεκτό ψήφισμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Λογικό, αφού μόνο οι πλέον πωρωμένοι δεν μπορούν να αντιληφθούν την ευθύνη που έχουμε να προστατέψουμε τους ανθρώπους στην πιο ευαίσθητη και καθοριστική φάση της ζωής τους.

Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι. Το δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσουμε και να αποδεχθούμε ότι η παιδική κακοποίηση ΔΕΝ περιορίζεται στην ενδοοικογενειακή βία. Τα παιδιά είναι οι πρώτοι αποδέκτες και τα πρώτα θύματα ενός κόσμου που είναι  βουτηγμένος στη βία κάθε είδους και μιας κοινωνίας  που εκποιεί τις αξίες της. Τα παιδιά είναι εκτεθειμένα στα πάντα: από πολέμους και ξεριζωμούς, μέχρι το τέρας της κρίσης που τόσο προσεκτικά αναθρέφουμε εδώ και δεκαετίες. Και όταν αντιδρούν με όποιον τρόπο μπορούν και μας εκθέτουν, τότε κάνουμε τους έκπληκτους.

Είναι αδύνατον να καταλάβουμε πως τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια εμπόλεμη ζώνη. Ας πάμε, λοιπόν, σε κάτι πιο εύκολο και απτό για εμάς. Ας μιλήσουμε για τα παιδιά που «τα έχουν όλα».

Απορώ που κάποιοι αναρωτιούνται με τα σωστά τους το γιατί δεν έχουν τρόπους πια τα παιδιά. Ή γιατί δε σέβονται τίποτα. Ή γιατί δεν ενδιαφέρονται για το σχολείο. Ή γιατί κάνουν καταλήψεις. Ή γιατί τα αιτήματά τους φαίνονται άσχετα και ανούσια, εκτός τόπου και εκτός θέματος. Ίσως έχουν ξεχάσει πώς είναι να είσαι έφηβος. Ίσως να μη θέλουν πια να το θυμούνται.

Γιατί αν θυμηθείς πώς σκεφτόσουν στα νιάτα σου τότε πρέπει να λογοδοτήσεις στο παρελθόν για αυτό που είσαι και ζεις σήμερα. Θα πρέπει να εξηγηθείς στον μικρό Νίκο ή στην μικρή Κατερίνα και να τους δώσεις να καταλάβουν ότι όλο αυτό το άσχημο πράγμα που αποτελεί την πραγματικότητά σου, την καθημερινότητα της επιβίωσής σου, αυτό το οποίο ξορκίζεις μέσα στην εύθραυστη προσωπική σου γυάλα, όλο αυτό το ΑΝΕΧΕΣΑΙ με κάποιον τρόπο. Το θεωρείς, αν όχι φυσιολογικό, τουλάχιστον αναγκαίο κακό.

Και το λούζεσαι κάθε μέρα.

Πληρώνεις το νοίκι ή το χαράτσι σου (αν ζεις ακόμα στο σπίτι σου και όχι με τους γονείς σου) και τους λογαριασμούς σου (αν έχεις εισόδημα), βγαίνεις μια στις τόσες με φίλους για κάνα κρασάκι ή για ένα ποτό, πας στη δουλειά (αν είσαι τυχερός) και κλείνεις όσο γίνεται τα μάτια και τα αυτιά σου σε οτιδήποτε άλλο.

Για ρίξε μια ματιά στον καθρέπτη, λοιπόν. Κάπου εκεί μέσα είναι ο 16χρονος εαυτός σου που σε κοιτά με γουρλωμένα μάτια και σκέφτεται «αποκλείεται γαμώτο να καταντήσω έτσι».

Κι όμως.

Και από αντίδραση, ίσως από ενοχές, κατηγορείς τα παιδιά γιατί θέλουν κάτι αλλά δεν ξέρουν τι. Λες και ξέρεις εσύ. Θεωρείς ότι επειδή εσύ σκύβεις το κεφάλι και πας, πρέπει και αυτά να κάνουν το ίδιο. Τη δοκίμασες εσύ την επανάσταση, δε βγάζει πουθενά. Ή εσύ μπορεί να έδωσες αγώνες για κάτι «ουσιαστικό», ενώ τα παιδιά σήμερα…

Ένα περίεργο πράγμα. Όλοι αυτοί οι ουσιαστικοί, οι πραγματικοί αγώνες, πώς γίνεται και μας έφθασαν ως εδώ; Οι αγώνες που έδινε κάθε γενιά και χλεύαζε  για αυτούς την επόμενη; Κλείνω την παρένθεση.

Τα παιδιά σήμερα, τα παιδιά πάντοτε, ρουφάνε σα σφουγγάρια τα πάντα. Ακόμα και αυτά που δεν πρέπει, όπως το ηθικό αδιέξοδο μιας ολόκληρης κοινωνίας, η οποία ξέρει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι λάθος, αλλά φοβάται να αλλάξει ουσιαστικά. Βλέπουν τους γονείς τους να βρίζουν αυτούς που ψηφίζουν και μετά να τους ψηφίζουν ξανά. Βλέπουν τους καθηγητές τους να είναι δέσμιοι ενός αποτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος να μετατρέπονται σε δημόσιους υπαλλήλους-ζόμπι που λειτουργούν ως διδάσκοντες μόνο στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα. Ζουν καθημερινά τον απαράμιλλο παραλογισμό ενός κράτους, το οποίο όχι μόνο δε σταμάτησε να αντιμετωπίζει τους πολίτες του εναλλάξ σαν πελάτες ή εχθρούς, αλλά εντείνει την προσπάθειά του για την εξάλειψη οποιασδήποτε δημιουργικής σκέψης ή προσπάθειας σε κάθε επίπεδο. Ζουν στη χώρα που άλλοι αγωνιούν για να σώσουν το σπίτι τους ή για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, ενώ το τελευταίο iPhone γίνεται ανάρπαστο.

Το έχουμε ξαναπεί: το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι. Η πολιτική ηγεσία της χώρας βυθίζεται όλο και περισσότερο στην αναξιοπρέπεια με τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα να βρίσκονται, τι ειρωνεία, στο ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Πρώτον, η περιβόητη ΕΔΕ που διατάχθηκε από τον πολύ κ. Λοβέρδο για να διαπιστωθεί ο λόγος για τον οποίο δε προσκλήθηκε στη δοξολογία της 28ης Οκτωβρίου. Στην ίδια χώρα που δεν γίνονται ΕΔΕ για μια αδιάκοπη σειρά από σκάνδαλα και αυθαιρεσίες κρατικών λειτουργών, διατάσσεται ΕΔΕ για να βρεθεί ποιος φταίει που δεν καλέστηκε ο Υπουργός. Για να διαπιστωθεί τελικά ότι το σφάλμα έγινε στο ίδιο του το γραφείο.

Στη συνέχεια με έκπληξη ακούσαμε τον Υφυπουργό Παιδείας να λέει ευθαρσώς στη Λιάνα Κανέλλη ότι «θέλει Κασιδιάρη» με τον προεδρεύοντα της Βουλής να την επιπλήττει όταν, δικαιολογημένα, έγινε έξω φρενών. Σιγά το πράμα, δηλαδή. Επειδή ο Υφυπουργός Παιδείας, ούτε λίγο ούτε πολύ, επικρότησε δημόσια έναν μισογύνη νεοναζί που χτύπησε μπροστά στις κάμερες μια γυναίκα βουλευτή; Γιατί όταν λες «Κασιδιάρης σου χρειάζεται, αλλά εγώ δε θα σου κάνω τη χάρη να γίνω», σημαίνει ότι επικροτείς τον άντρα που δε δέχεται τη γυναίκα να αντιμιλά. Της χρειάζεται ένα μπερντάκι ξύλο να μπει στη θέση της. Αλλά δε θα της το δώσεις εσύ, γιατί είσαι υπεράνω. Το περιστατικό ήταν τόσο χοντρό, ώστε ανάγκασε τον Πρωθυπουργό να «παραιτήσει» τον κ. Στύλιο στη χώρα που κανείς στην κυβέρνηση δεν παραιτείται, ούτε απομακρύνεται για τίποτα.

Και μετά, ποιος τον διαδέχθηκε; Ένας κύριος Γεωργαντάς, ο οποίος είχε δηλώσει σε συγκέντρωση στελεχών στο Κιλκίς ότι «…σε ανθρώπους που ωφελήθηκαν από την ΝΔ, σε ανθρώπους που δούλεψαν επί ΝΔ σε ανθρώπους που πήρανε συμβάσεις από τη ΝΔ, εννοώ συμβάσεις έργου, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, άλλοι που πήγαν στα stage, αυτούς να τους θυμίσουμε ότι πρέπει να προσφέρουν κάποια υπηρεσία…«. Έτσι διδάσκουμε στα παιδιά την αξιοκρατία. Μπορείτε να σπουδάσετε ό,τι θέλετε, αλλά αν ελπίζετε στην Ελλάδα του 2014 και του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων να βρείτε δουλειά, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να ψηφίσετε το κυβερνόν κόμμα. Ή να εργάζεστε τζάμπα με την ελπίδα ότι κάποτε μπορεί και να προσληφθείτε.

Όλα αυτά από την ίδια κυβέρνηση που κατήργησε όχι το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, όπως ακούστηκε, αλλά έστω και την αναφορά στο αναπαραγωγικό σύστημα που υπήρχε στο βιβλίο της Βιολογίας της Α’ Γυμνασίου. Δεν μπορείς να καταργήσεις κάτι που δεν υπάρχει, εξάλλου. Μπορείς να προσποιείσαι, όμως, ότι είσαι σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα ενώ με κάθε σου ενέργεια προωθείς την ανευθυνότητα, το μισογυνισμό, την ασέβεια, την αναξιοπρέπεια, την αναξιοκρατία και το σκοταδισμό. Και όλα αυτά μόνο μέσω του Υπουργείου Παιδείας. Πού να συμπεριλάβεις και την υπόλοιπη κυβέρνηση.

Και θέλετε τα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτό το περιβάλλον να μάθουν τι ακριβώς; Όποιος έχει επαφή με εκπαιδευτικούς, κάθε βαθμίδας και ειδικότητας, μπορεί εύκολα να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η διαφορά  στα παιδιά είναι αισθητή χρόνο με το χρόνο. Τα περισσότερα δεν ενδιαφέρονται να μάθουν, γιατί δεν πιστεύουν σε τίποτα. Και σε τι να πιστέψουν όταν όλα μα όλα τα μηνύματα που λαμβάνουν καθημερινά είναι λανθασμένα; Όταν τα ΜΜΕ καλλιεργούν μια συνεχή τρομοκρατία και την εναλλάσσουν με διαλείμματα κενής «γκλαμουριάς» που περνιέται για ψυχαγωγία; Όταν η εικόνα που διαγράφεται για το μέλλον τους είναι εντελώς μαύρη;

Θυμάμαι, τι έλεγαν κάποιοι όταν κάναμε εμείς καταλήψεις στο σχολείο (τις ίδιες καταλήψεις που ξεκίνησαν την πολιτική καριέρα του Τσίπρα) για το περιβόητο νομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου. Έλεγαν πως είναι υποκινούμενες, πως γίνονταν για να γλυτώσουμε μαθήματα και άλλα παρόμοια. Πέρα από τις όποιες αστοχίες του νομοσχεδίου,  εμείς βλέπαμε μια ευκαιρία να αντιδράσουμε σε μια θλιβερή πολιτική κατάσταση, σε ένα σκηνικό όπου Πρωθυπουργοί έκριναν εαυτούς υπεράνω του νόμου, όπου τα κόμματα έπαιζαν βρώμικα παιχνίδια στην πλάτη όλων των άλλων και όπου τα χρόνια προβλήματα (όπως αυτό της Παιδείας) φαίνονταν άλυτα. Και αυτό που ένοιαζε τον Υπουργό ήταν ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός και το πανεπιστημιακό άσυλο.

Θέλαμε να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε τα πράγματα. Δεν καταφέραμε και πολλά, εκτός από την ακύρωση άλλης μιας ανούσιας μεταρρύθμισης. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η αντίδραση ήταν λανθασμένη ή άστοχη. Ούτε αφαιρεί το δικαίωμα από τα παιδιά να αντιδρούν σήμερα, επειδή κρίνουμε ότι τα αιτήματά τους είναι φτωχά. Φτωχή σε αξίες είναι η κοινωνία στην οποία μεγαλώνουν. Που δεν τους δίνει τίποτα να πιστέψουν και τίποτα να ελπίζουν. Εκτός από μια άρον-άρον απόδραση στο εξωτερικό.

Και να μη γυρίσουν ποτέ. Για να μην καταντήσουν σαν τον Τσάκωνα στο «Μάθε παιδί μου γράμματα», που μετρούσε τα χρόνια των σπουδών του και αναρωτιόταν που πήγε ο χαμένος του χρόνος.

Διάλειμμα #56

Νομιμότητα…

 

Νόμος και τάξη

 

«Η νομιμότητα θα επιβληθεί επειδή το θέλει ο ελληνικός λαός, αυτό απαιτούν οι Έλληνες φορολογούμενοι.» Τάδε έφη η κυβερνητική εκπρόσωπος, κυρία Σοφία Βούλτεψη τον προηγούμενο μήνα, σχετικά με τις καταλήψεις και τα επεισόδια στα πανεπιστήμια. Αυτό το τριήμερο είδαμε για άλλη μια φορά πόσο σημαντική είναι η προάσπιση της νομιμότητας για το ελληνικό κράτος. Σημαντική όσο και επιλεκτική.

Η εφαρμογή των νόμων είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς παράγοντες στήριξης και προστασίας της Δημοκρατίας. Όταν, όμως, η εφαρμογή αυτή είναι καθολική και επί ίσοις όροις. Η επιλεκτική εφαρμογή των νόμων είναι ένα από τα καλύτερα όπλα ενός διεφθαρμένου, αντιδημοκρατικού καθεστώτος. Η δε θέσπιση νόμων ή νομοθετικών διαταγμάτων χωρίς διαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες ή, ακόμα χειρότερα, χωρίς καθόλου κοινοβουλευτικές διαδικασίες, είναι μέθοδος καθαρά ολοκληρωτική.

Όπως ολοκληρωτική, άλλωστε, είναι και η απαγόρευση συναθροίσεων. Ή η ενδεχόμενη αναβολή, λόγω δήθεν έκτακτης ανάγκης, των προεδρικών εκλογών, όπως θέλουν κάποια πιθανά σενάρια. Υπάρχουν πάντοτε βολικές δικαιολογίες για όλα αυτά, αλλά το κατά πόσο ευσταθούν και το ποιον εξυπηρετούν είναι θέμα που παίρνει πολλή συζήτηση.

Αυτό που είναι αναμφισβήτητο, είναι το γεγονός ότι έχουμε χάσει τη δυνατότητα να κρίνουμε τα πράγματα αντικειμενικά. Αυτό δεν είναι περίεργο όταν ζεις σε μια χώρα όπου οι νόμοι και οι θεσμοί παρουσιάζουν έναν εξαιρετικό βαθμό ευλυγισίας και ελαστικότητας, όποτε αυτό είναι βολικό. Ας προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.

Έχουμε έναν νεαρό που δολοφονήθηκε, εν ψυχρώ, από έναν αστυνομικό. Η δολοφονία αυτή οδήγησε έναν στενό του φίλο να εξαφανιστεί και να ενταχθεί στον λεγόμενο «αντιεξουσιαστικό χώρο». Τα εισαγωγικά εδώ μπαίνουν επειδή ο Νίκος Ρωμανός κατέληξε να συλληφθεί για ληστεία, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την ανάμιξή του στους «Πυρήνες της Φωτιάς» και, σε τελική ανάλυση, δεν έχει σχέση με τρομοκρατική ή επαναστατική δράση, πείτε το όπως θέλετε.

Όντας στη φυλακή, ο Ρωμανός συνέχισε το σχολείο και πέρασε στις πανελλήνιες. Και τώρα ζήτησε εκπαιδευτικές άδειες για να μπορέσει να παρακολουθήσει. Στην αρχή, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό από τις αρμόδιες αρχές. Ο Ρωμανός κατέφυγε σε απεργία πείνας και στη συνέχεια, ύστερα από 25 μέρες απεργίας, μέσα σε καταιγίδα αντιδράσεων και διαμαρτυριών, ο Υπουργός Δικαιοσύνης πρότεινε αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: να δίνεται η δυνατότητα στο Ρωμανό και σε κάθε άλλον κατάδικο να φοιτά εξ αποστάσεως. Προτού, όμως, φθάσουμε σε αυτή την θεωρητικά αυτονόητη λύση εξετάστηκε πρώτα το ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο μέτρο της αναγκαστικής σίτισης.

Εφόσον δίνεις τη δυνατότητα στους φυλακισμένους να σπουδάζουν για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, (γιατί ένα σωφρονιστικό σύστημα στοχεύει στην επανένταξη του ατόμου στην κοινωνία και όχι στον παραδειγματισμό), δεν θα πρέπει να προσφέρεις και τον τρόπο σε κάποιον που θεωρείς (και όχι άδικα) ύποπτο φυγής να σπουδάσει εξ αποστάσεως;

Εδώ σταματούν τα γεγονότα και ξεκινά η ερμηνεία τους. Είναι, άραγε, για μια ακόμα φορά τόσο ανίκανη η κυβέρνηση να χειριστεί σωστά ένα τόσο ευαίσθητο θέμα ή είναι όλο αυτό το σκηνικό ένας τρόπος να δημιουργηθεί χάος σε περίοδο κρίσιμων διαπραγματεύσεων για το Μνημόνιο; Η βόμβα που λέγεται Ρωμανός θα μπορούσε να είχε απασφαλιστεί από τις πρώτες κιόλας μέρες, αν είχε γίνει αυτή η πρόταση. Κάτι τέτοιο δε συνέβη. Όχι μόνο αυτό, αλλά προηγήθηκε μια άλλη «λύση», η οποία μόνο ως λάδι στη φωτιά θα μπορούσε να λειτουργήσει.

Οι αντιδράσεις ήταν κάτι περισσότερο από αναμενόμενες. Και δεν έχει σημασία αν ο Ρωμανός είναι αγωνιστής ή εγκληματίας. Σε μια χώρα όπου κανείς δεν αντιδρά στην ξεκάθαρη αδικία που αναγνωρίζουν σχεδόν όλοι, ο κόσμος αναζητεί μια αφορμή, ένα πρόσωπο που θα πάρει συμβολική διάσταση αντίστασης, ασχέτως αν το αξίζει ή όχι. Να κάνω μια παρένθεση εδώ: ο αναρχικός-αντικαπιταλιστής Νίκος Ρωμανός ενδιαφέρεται πραγματικά να σπουδάσει στο ΤΕΙ Διοίκησης Επιχειρήσεων; Και αν ναι δεν θέλει να το κάνει εξ’ αποστάσεως επειδή έχει… εργαστήρια;

Και επανερχόμαστε στα γεγονότα. Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων σημειώθηκαν και πάλι τα γνωστά: ΜΑΤ χτυπούν αλύπητα νεαρά παιδιά που δεν δίνουν καμία ένδειξη ότι είναι «μπαχαλάκηδες», αυτοκίνητα και σπίτια καίγονται από κουκουλοφόρους, αστυνομικοί μεταμφιέζονται και βάζουν φωτιές, μολότωφ «φυτεύονται» μπροστά στις κάμερες σε σακίδια διαδηλωτών.

Το μήνυμα που περνά είναι σαφές: όποιος διαμαρτύρεται για οποιονδήποτε λόγο είναι βάνδαλος και εν δυνάμει τρομοκράτης. Θα πνίγεται στα δακρυγόνα, θα ξυλοκοπείται και θα συλλαμβάνεται, είτε προκαλεί επεισόδια, είτε όχι. Είτε διαμαρτύρεται για το Νταβούτογλου, είτε για το Ρωμανό, είτε για το Γρηγορόπουλο, είτε για την πολιτική της κυβέρνησης, είτε για την Παιδεία, είτε επειδή είναι άνεργος, είτε, είτε…

Δεν είναι παράνομο να διαδηλώνεις, ούτε είναι παράνομο να είσαι αναρχικός ή φασίστας. Παράνομο είναι να τοποθετείς βόμβες, να καις την περιουσία του άλλου και να κάνεις ληστείες, όπως είναι και να τοποθετείς «στοιχεία» στα αντικείμενα ενός συλληφθέντα, να χρησιμοποιείς την ιδιότητα σου ως αστυνομικός για να κλέβεις ή να βιαιοπραγείς ανεξέλεγκτα και να διατάζεις ως κυβέρνηση τα όργανα επιβολής του νόμου να παρανομούν για να εξυπηρετείς τους σκοπούς σου.

Ψάχνω να βρω πού κρύβεται η «νομιμότητα» σε όλο αυτό το χάος, αλλά ειλικρινά δεν τη βλέπω. Και δεν ευθύνεται κανένας Ρωμανός για αυτό.

 

Μουσικό Διάλειμμα #57