Γερασμένα παιδιά, πετούν

Γέρασα, λέει, σε μία νύχτα.

Πέρασα από τις συμπληγάδες του χρόνου και σήκωσα πανιά από τη γέννα μέχρι το μνήμα δίχως να καταλάβω πώς και τι. Έθαψα μάνες, πατέρες, φίλους και συγγενείς, ζωντανούς και νεκρούς στο ίδιο νόμισμα – τους έπαιξα κορώνα γράμματα.

Όχι, δεν ήθελα, μα έτσι έγινε. Και θυμάμαι ακόμα τη γειτονιά μου να πλέει μες στην Αθήνα και να σηκώνει κεφάλι με την περήφανη αλητεία της, κρατώντας αγκαλιασμένα όλα τα παιδιά, μαζί και μένα.

Τώρα, χρόνια μετά, μόνο το σχήμα έχει απομείνει. Οι γωνίες και οι ευθείες των δρόμων, ο ακανόνιστος ξεχαρβαλωμένος τσίγκος στα μισογκρεμισμένα σπίτια και τα κενά των υπονόμων, μισά κάγκελα μισά κόκαλα.

Όχι, δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα, σας το λέω ευθέως. Μα αυτό το ξαφνικό γήρας που μου λένε ότι με βρήκε δεν μου κρατάει σε ισορροπία τη μνήμη και με μπερδεύει. Λες και δεν ήμουν ποτέ παιδί εγώ, μόνο γέρος, πάντα γέρος.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα για να είμαστε και ειλικρινείς.

Έχω περάσει σαν Έλληνας από το αλέτρι της ασφυξίας και έχω αντέξει. Μπορεί πλέον το χταπόδι στο μυαλό μου να μπουρδουκλώνεται και να χτυπιέται αλλά το ξέρω, το θυμάμαι, πώς έχω υπάρξει ακράτητος και σφριγηλός, βέλος μέσα στην ορμή.

Ο καθένας από εμάς έχει δυο γενιές και είναι δύσκολο να θαφτούν, ακόμα και από τα φτυάρια των προδοτών. Τη μία τη ζήσαμε εμείς, τότε, ενώ, τώρα, μας ζει αυτή. Συγκοινωνούν όμως ακόμα με σκοπό να μας θυμίζουν ότι κάποτε (δεν είναι αμαρτία ότι χαθήκαμε έπειτα, άνθρωποι είμαστε) είχαμε κι εμείς έναν πυρήνα από όπου ξεπηδούσαμε με ελπίδα και σθένος.

Σε καιρούς όπου πίνουμε νερό από το στόμα του φιδιού ή καθόμαστε ανέμελοι και κρίνουμε με θράσος στο κρεβάτι του ορού, μπορούμε να βρούμε το ζύγι και να συνεχίσουμε την πτήση. Ο χαρταετός μας έχει ουρά αιώνων.

Είτε θες να σηκώσεις πιστόλι είτε μολύβι είτε απλά τη διάθεσή σου από το μηδέν και να τη φτάσεις σε ταχύτητες κηροζίνης, υπάρχει τρόπος, ακόμα και αν έχεις χάσει τα πάντα ή είσαι έτοιμος να τα χάσεις. Ένα ψίχουλο αρκεί για να μαζευτούμε όλοι.

Γεράσαμε, λένε, σε μια νύχτα. Και πρέπει σώνει και καλά να επαληθεύσουμε τη μοιρολατρία μας, την απεχθή δουλικότητά μας και το φόβο μας, δίνοντας ξανά στο τέρας πίσω τα δόντια του, ένα ένα, για να μας μηρυκάσει μια νέα ελευθερία.

Ξεχνάνε βέβαια πώς κάποτε τρέχαμε ολημερίς και ολονυχτίς, δίχως νερό ή τροφή, χορταίνοντας μόνο με την ανάσα και τη γλυκιά αγωνία του επόμενου βήματος. Πώς από το παιχνίδι φεύγαμε με πραγματικές πληγές γιατί το θάρρος σήμαινε αλήθεια. Ξεχνάνε τις γαίες που μαζέψαμε για χαρτογράφηση και που τις μοιραστήκαμε, δίχως δεύτερη σκέψη, αφού πετάξαμε με τη φαντασία μας από πάνω τους… Αρχαία παιδιά, γέροι της νιότης μας.

Όμως τούτο το χάσμα δεν είναι παρά μια προβλέψιμη, βαρετή άβυσσος. Ανάμεσα στο παιδί που ήσουνα και στον άπραγο που κατέληξες δεν υπάρχει παρά μόνο ένας συνηθισμένος, θρασύδειλος κατακλυσμός.

«Sleight of hand,Jump off the end, Into a clear lake, No one around… Just dragonflies, Flying to the side, No one gets hurt, You’re doing nothing wrong, Slide your hand, jump off the end, the water’s clear and innocent, the water’s clear and innocent.»

Advertisements

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Όταν σε μια ελεύθερη χώρα ο εορτασμός της Επανάστασης που οδήγησε στην απελευθέρωσή της προστατεύεται από κιγκλιδώματα, σώματα ασφαλείας και ένοπλους «παρατηρητές» στις στέγες, καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά.

Είναι ο ορισμός του οξύμωρου. Είναι το θέατρο του παραλόγου στην πιο επιτυχημένη του μεταφορά στην πραγματικότητα.

Ίσως να πασχίζεις ακόμα για να μην ενδώσεις στον υποτιθέμενο λαϊκισμό που βαφτίζει «χούντα» την ελληνική Δημοκρατία του 2012. Μα τα μάτια σου δεν λένε ψέματα. Κάγκελα παντού, ακροβολιστές στις στέγες, πλάνα φυγάδευσης των επισήμων από την αστυνομία. Η ΕΥΠ με πολιτικά να παρακολουθεί, χιλιάδες αστυνομικοί στους δρόμους.

Για τον εορτασμό της ελευθερίας μας.

Δεν μπορείς να αποφύγεις τον παραλληλισμό με την 25η Μαρτίου του 1942. Τον πρώτο εορτασμό της Επανάστασης του 1821 στην κατοχική Ελλάδα. Τότε που η ψευδοκυβέρνηση του Τσολάκογλου προσποιήθηκε ότι τιμούσε την επέτειο παραλληλίζοντας την επανάσταση των Ελλήνων με εκείνη του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού!

Γιατί «μόνο με τας νέας ιδέας το έθνος μας δύναται να ευτυχήσει εντός της νέας Ευρωπαϊκής και Μεσογειακής τάξεως». Το σημερινό όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μοιάζει επικίνδυνα με εκείνο του ευρωπαϊκού ολοκληρωτισμού του 1942.

Απαγορεύοντας κάθε εκδήλωση από τους απλούς πολίτες, έστησαν ένα θέατρο με επισήμους, με στολές και σημαίες και με έφιππους καραμπινιέρους για να μαζέψουν όσους τόλμησαν να αψηφήσουν τις διαταγές. Ήταν όμως πολλοί. Οι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν να τους συγκρατήσουν.

Τελικά οι φασίστες,  Έλληνες και μη, αποχώρησαν και άφησαν χιλιάδες κόσμου να καταθέσει τα πραγματικά στεφάνια στα μνημεία. Φοιτητές, ήρωες του μετώπου, χήρες και παιδιά. «Νέους με πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, άντρες και γυναίκες και λαβωμένους με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια».

Σήμερα δεν έχουμε κατοχικά στρατεύματα. Δεν υπήρξε ποτέ εισβολή. Τουλάχιστον όχι με τανκς και αλεξιπτωτιστές. Ήταν μια εισβολή ύπουλη, με δάνεια και ομόλογα, στην οποία άνοιξαν την Κερκόπορτα οι ίδιες μας οι κυβερνήσεις.

Για το καλό της χώρας μας.

Και έστησαν κάγκελα παντού, μοίρασαν λίστες προσκεκλημένων σε οικογένειες στρατιωτικών και αστυνομικών για το πλήθος των ευρισκομένων γύρω από τους επίσημους, ώστε να παρακολουθήσουν όλοι μαζί με τάξη και ασφάλεια τα κοριτσάκια με τα μίνι με το σκίσιμο και τα ψηλοτάκουνα να παρελαύνουν κρατώντας σημαίες.

Για να τιμήσουν τους αγωνιστές μας.

Αναρωτιέμαι τι θα έκαναν εκείνοι: θα γελούσαν; Θα έκλαιγαν; Δεν έχω απάντηση σε αυτό. Ίσως και να έπιαναν ξανά τα άρματα αν έβλεπαν το χάλι της «ελεύθερης» Ελλάδας. Της Ελλάδας που βρίσκεται σε αστυνομικό κλοιό. Της «ελεύθερης» Ελλάδας σε καθεστώς πολιορκίας.

Διάλειμμα #8

…Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν 
στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.
Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού τό Γένος εἶχε συνήθειο νά γιορτάζει τόν ἄλλο Σηκωμό, τή μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιά τήν Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες.

Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στήν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα.
Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν. Καί φορές τρεῖς μέ τό μάτι ἀναμετρῶντας τό ἔχει τους, λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου νά ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα μέ ἀπόγνωση.

Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.

Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί τήν άλλη μέρα ἐστήσανε στόν τοῖχο τριάντα…
“Άξιον Εστί” – Οδυσσέας Ελύτης.

Ψέματα, ψέματα, ψέματα

Είμαστε ένας κόσμος βυθισμένος στο ψέμα. Το ψέμα χαρακτηρίζει κάθε έκφανση της ζωής του ανθρώπου, από τη στιγμή που αρχίζει να καταλαβαίνει τον εαυτό του (μα τι όμορφο παιδάκι!) μέχρι τη στιγμή που θα πεθάνει. Ακόμα και τότε πάνω από το φέρετρό του, αν μπορούσε, ψέματα θα άκουγε πάλι (ήταν καλός ο μακαρίτης…).

Υπάρχουν ψέματα και ψέματα. Κάποια λέγονται από ευγένεια, κάποια λέγονται από εγωισμό. Και κάποια, τα χειρότερα, λέγονται με δόλο. Αυτά τα τελευταία, είναι που κάνουν όλη τη ζημιά. Και δυστυχώς είναι ζιζάνια τα οποία ευδοκιμούν στο έδαφος που προετοιμάζουν, τα άλλα, τα πιο «αθώα» είδη.

Τα μικρά ψέματα, αυτά που λέγονται από ευγένεια και από την ανάγκη μας να συμβιώνουμε όσο γίνεται πιο αρμονικά με τους άλλους δεν αποφεύγονται… κακά τα ψέματα.

Τα άλλα, αυτά που λέμε από την αδυναμία μας να παραδεχθούμε την αλήθεια, ειδικά στον εαυτό μας, είναι δύσκολο να τα αποβάλλουμε. Παρόλο που βλάπτουν εμάς και τους γύρω μας πολύ περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Είναι και αυτά που μας προετοιμάζουν καλύτερα για να δεχθούμε τα μεγάλα ψέματα, αυτά που ανάγονται σε τέχνη και επάγγελμα.

Οι μεγαλύτεροι ψεύτες όλων, είναι αναμφισβήτητα οι πολιτικοί. Δεν λένε μόνο τα περισσότερα, αλλά τα πιο χονδροειδή και τα πιο επικίνδυνα ψέματα. Ψέματα που ξεκινούν πολέμους, που πείθουν τους ψηφοφόρους να τους προτιμήσουν, ακόμα και ενάντια στο ίδιο τους το συμφέρον. Ψέματα που τους δίνουν εξουσία.

Ο δεινότερος ψεύτης όλων των εποχών είναι εκείνος που προσέφερε στο σύγχρονο πολιτισμό τις βάσεις, την τεχνογνωσία για τη δημιουργία της βιομηχανίας του ψεύδους, της προπαγάνδας. Ο Αδόλφος Χίτλερ κατάφερε να πείσει έναν ολόκληρο λαό, έναν λαό που χαρακτηρίζεται από ορθολογισμό και σύνεση, για τα πιο απίστευτα πράγματα.

Έπεισε τους Γερμανούς ότι ήταν φυλετικά ανώτεροι από όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα, ότι για την αναμενόμενη εξαθλίωσή τους μετά την ήττα τους στον Α’ Παγκόσμιο ευθύνονταν οι Εβραίοι και ότι το πεπρωμένο τους ως λαός ήταν να κυριαρχήσουν στον κόσμο.

Όχι, οι Γερμανοί δεν είναι εκ φύσεως ανθρωποφάγα τέρατα. Όπως και μεις δεν είμαστε ούτε κληρονομικά φιλόσοφοι, αλλά ούτε τεμπέληδες και κλέφτες, όπως θέλουν να μας παρουσιάζουν.

Ο Χίτλερ κατάφερε να ξεγελάσει έναν ολόκληρο λαό με τη βοήθεια ενός ολοκληρωμένου κρατικού μηχανισμού, του Υπουργείου  «Δημόσιας Διαφώτισης και Προπαγάνδας», στο πηδάλιο του οποίου βρισκόταν ο διαβόητος Γκαίμπελς. Σήμερα, αυτόν το ρόλο τον έχουν αναλάβει τα ΜΜΕ.

Οι εντεταλμένοι δημοσιογράφοι πετυχαίνουν το σκοπό τους με αυτά που λένε, με αυτά που υπονοούν και με αυτά που δε λένε καθόλου. Σιγά-σιγά, μέρα με τη μέρα πείθουν τον κόσμο για το οτιδήποτε.

Σκεφθείτε το λίγο. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, τα προσωπεία των πολιτικών θα κατέρρεαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ας δούμε συγκεκριμένα τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Πως γίνεται οι πολιτικοί να λένε ανερυθρίαστα τα πιο απίθανα ψέματα, τα οποία τα γνωρίζουμε αλλά συνεχίζουμε παρόλα αυτά να τους παίρνουμε στα σοβαρά;

Μη βιαστείτε να απαντήσετε «όχι εγώ». Μπορεί όχι εσείς, μπορεί όχι εγώ, αλλά πολύς κόσμος τους έπαιρνε στα σοβαρά και αρκετοί συνεχίζουν ακόμα. Αρκεί να κοιτάξει κανείς πίσω στο 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε συντριπτικά τις εκλογές με βασικό σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Και επίσης: «έξω οι βάσεις του θανάτου».

Ίσως και να έχετε παρατηρήσει ότι 31 χρόνια αργότερα αγωνιούμε μήπως και εξοβελιστούμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ είμαστε συνεπείς στις ΝΑΤΟϊκές μας υποχρεώσεις και οι μόνες βάσεις που μειώνονται είναι εκείνες των Πανελληνίων.

Δεν εξετάζω το αν καλώς ή κακώς παραμείναμε στους διεθνείς αυτούς οργανισμούς, αλλά εστιάζω στο γεγονός ότι η διάψευση αυτών των κεντρικών συνθημάτων του 1981 δεν εμπόδισε το εν λόγω κόμμα να επανεκλεγεί.

Κοινώς, ο Έλληνας κατάπιε τα ψέματα αμάσητα. Και ασφαλώς αυτά δεν σταμάτησαν εκεί. Το ψέμα κάνει αλυσίδα, κρίκο-κρίκο, καθώς το ένα ψέμα στηρίζει το επόμενο στη σειρά. Και μεις δεθήκαμε γερά με την αλυσίδα αυτή μέχρι κάθε κίνηση διαφυγής να μοιάζει αδύνατη.

Ψεύτικη Αλλαγή, ψεύτικη ανάπτυξη, ψεύτικη κάθαρση, ψεύτικη συγκυβέρνηση, ψεύτικος φιλελευθερισμός, ψεύτικες μεταρρυθμίσεις, ψεύτικος πατριωτισμός, ψεύτικος νέο-σοσιαλισμός.

Η εξαιρετική αυτή αλυσίδα μας οδήγησε στην πραγματοποίηση μιας από τις μεγαλύτερες κομπίνες της σύγχρονης Ιστορίας. Οι Έλληνες καταφέραμε, με την “ευγενική” βοήθεια της τράπεζας Goldman-Sachs, να ξεγελάσουμε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και να μπούμε στη ζώνη του Ευρώ.

Αυτό το τεράστιο ψέμα θα μπορούσε να στραφεί προς όφελος της Ελλάδας, θα μπορούσε να γίνει «λευκό». Αν πραγματικά καταβάλλονταν προσπάθειες να συμμαζευτούν τα οικονομικά της χώρας με ήπιο τρόπο. Αν αξιοποιούνταν τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Αν υπήρχε πραγματική πρόθεση για το καλό της χώρας.

Μόλις δύο χρόνια νωρίτερα, το ψέμα του Χρηματιστηρίου είχε ήδη σημάνει την αρχή του τέλους για την κίβδηλη ευημερία του ’80-’90. Ξεκίνησε μια διαδικασία αναδιανομής του πλούτου, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με ορατά πλέον αποτελέσματα. Το ψέμα συνεχίστηκε με τους Ολυμπιακούς.

Πέρα από το γεγονός ότι οι Αγώνες ως θεσμός είναι πλέον ένα φαντασμαγορικό ψέμα προς εμπορική και τηλεοπτική κατανάλωση, εμείς φροντίσαμε να στήσουμε γύρω του ένα χορό δισεκατομμυρίων, τα οποία είναι ολοφάνερο σήμερα ότι δε μας περίσσευαν καθόλου.

«Τουλάχιστον μας έμειναν τα έργα» λένε. Άλλο τεράστιο ψέμα. Ψάξτε και θα δείτε ότι η πραγματοποίηση των κυριότερων μεγάλων έργων που συνδέθηκαν με την Ολυμπιάδα της Αθήνας (όπως η Αττική Οδός και το Μετρό) είχε δρομολογηθεί χρόνια προτού αναλάβουμε τη διοργάνωση.

Απλά σταμάτησε κάποια στιγμή το μεγάλο φαγοπότι, ώστε να μπορέσουν να ολοκληρωθούν όλα την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή. Με πολλαπλάσιο κόστος από το πραγματικό.

Έτσι φθάσαμε στο «Υπάρχει καλύτερη Ελλάδα», στο «Λεφτά Υπάρχουν» και στο «δεν χρειαζόμαστε το ΔΝΤ». Καταπίνοντας συνεχώς το ένα ψέμα μετά το άλλο φθάσαμε τους πολιτικούς μας σε τέτοια επίπεδα αλαζονείας, ώστε να παραδέχονται πλέον ανοιχτά αυτό που όλοι γνωρίζουμε.

Ότι άλλο τι λένε πριν τις εκλογές και άλλο τι κάνουν μετά. Και παρόλα αυτά συνεχίζουμε να τους ψηφίζουμε, εξασφαλίζοντας ότι η αλυσίδα του ψεύδους που μας κρατά θα μας πνίξει και θα κρατήσει δέσμια για μια ζωή και τα παιδιά μας.

Πλέον έχει χαθεί κάθε μέτρο. Τα ψέματα που ξεχνιούνταν κάποτε στο διάστημα μιας τετραετίας, αποκαλύπτονται πια μέσα σε μήνες, εβδομάδες ή και μέρες!

Ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, δήλωνε ευθαρσώς τον Ιούνιο του 2011 ότι δε θα μπορούσε ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος να αποτελέσει μέσο φορολόγησης γιατί είναι «κοινωνικό αγαθό». Τρεις μήνες αργότερα έπαψε να είναι.

Ο αρχηγός της «αντιπολίτευσης» (τι ψέμα κι αυτό!) λίγες εβδομάδες προτού επιβάλλει σε όλο του το κόμμα να ψηφίσει το Μνημόνιο 2, το κατηγορούσε ως καταστροφικό. Το ένα από τα δύο «βλαστάρια» που στρατολόγησε η ΝΔ από το «πατριωτικό» κόμμα του Καρατζαφέρη μόλις μία μέρα πριν από την ενεργοποίηση των CDS απέκλειε κατηγορηματικά την πιθανότητα αυτή.

Τα ψέματα των πολιτικών έχουν αποκτήσει πια ελάχιστο χρόνο «ημιζωής», σαν ασταθή ραδιενεργά κατάλοιπα που εξαφανίζονται μέσα σε λεπτά και ξεχνιούνται. Αλλά η φθορά που προκαλούν μένει. Και πλέον ο χρόνος είναι πολύ λίγος. Ίσως και ανύπαρκτος.

Μία ανώνυμη κυρία σε συνέντευξη που έδωσε στο BBC πριν από λίγους μήνες περιέγραψε την Ελληνική κρίση με έναν πολύ απλό, αλλά φοβερά εύστοχο τρόπο. Παρομοίασε τους πολιτικούς μας με έναν άθλιο σύζυγο που απατούσε τη γυναίκα του και την εγκατέλειψε με ένα τεράστιο χρέος.

Θα διαφωνήσω ελαφρά. Ο «σύζυγός» μας δεν μας εγκατέλειψε, αλλά συνεχίζει να λέει ασύστολά ψέματα, μας κακοποιεί και μας εκδίδει συστηματικά στους πιστωτές του. Και μας κρατά «στη θέση μας» πείθοντάς μας ότι μόνο εκείνος μπορεί να κρατήσει μακριά τις τράπεζες και ότι φταίμε και μεις που δεν βάλαμε τάξη στο σπίτι μας.

Φταίμε, ναι, γιατί τον πιστεύαμε επί 30 χρόνια και γιατί δεν τον πετάξαμε έξω νωρίτερα. Φταίμε ακόμα περισσότερο τώρα, γιατί παρόλο που καταλάβαμε επιτέλους το ψέμα, φοβόμαστε και ντρεπόμαστε σαν κακοποιημένη γυναίκα και ακόμα δεν τον πετάμε έξω.

Πως κατηγορούμε άραγε τέτοιες γυναίκες για την αδυναμία τους να απελευθερωθούν, ενώ εμείς συλλογικά σαν έθνος αντιδρούμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο;

Μήπως ήρθε η ώρα να βάλουμε τέλος στα ψέματα;

Μουσικό Διάλειμμα #7

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι
δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
μα ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι βρε τι του ‘ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά
μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του ‘παμε να φύγει μουδιασμένα
αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μην μας πει κανένα

Τρομοκρατία

Ένας καλός φίλος μου είπε προχθές ότι σκέφτεται να μεταναστεύσει. Δεν είναι ο μόνος από τον κύκλο μου και δεν θα είναι ούτε ο τελευταίος, φοβάμαι. Ο συγκεκριμένος σκοπεύει να πάει στη Νέα Ζηλανδία.

«Εκεί, ξέρεις, έχει περισσότερα πρόβατα από ανθρώπους» μου είπε. «Και εδώ το ίδιο» του απάντησα.

Τα πρόβατα φοβούνται το λύκο και ακολουθούν τυφλά το βοσκό, υπό το άγρυπνο βλέμμα του μαντρόσκυλου. Δεν έχει σημασία αν δεν έχουν δει ποτέ λύκο με τα μάτια τους. Είναι στη φύση τους να ακολουθούν χωρίς σκέψη.

Ο βοσκός ξέρει καλύτερα. Με το μαντρόσκυλο δεν μπορούν να τα βάλουν. Πηγαίνουν, λοιπόν, μέσα-έξω στο μαντρί όλη τους τη ζωή, μέχρι είτε να τα σφάξουν ή να ψοφήσουν.

Λύκοι δεν υπάρχουν πια, ο πολιτισμός μας τους έχει εξολοθρεύσει προ πολλού. Επειδή, όμως, ο φόβος είναι απαραίτητος για να παραμένουν τα πρόβατα σε τάξη, το σύστημα φρόντισε να δημιουργήσει τους δικούς του «λύκους».

Αυτό δεν είναι κάτι νέο. Αντίθετα, είναι ιστορικά δοκιμασμένο. Οι δύο υπερδυνάμεις του Ψυχρού Πολέμου διατηρούσαν επί 40 χρόνια την «ισορροπία του τρόμου» μεταξύ τους, ώστε να διοικούν ολόκληρο τον κόσμο.

Οι Αμερικάνοι προστάτευαν τη Δύση από τους «κακούς κομμουνιστές» και οι Σοβιετικοί το Ανατολικό μπλοκ από τους «διεφθαρμένους καπιταλιστές».

Είναι κατά βάση αυτό που περιγράφει ο Όργουελ στο «1984». Υπάρχει πάντοτε μια απειλή και τα ΜΜΕ φροντίζουν να αναπαράγουν αυτή την ιδέα μέχρι να γίνει απόλυτα αποδεκτή.

Όταν εκλείψει η απειλή, τότε ένας πρώην σύμμαχος μπορεί να μετατραπεί σε εχθρό μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Πάντοτε, όμως, πρέπει να υπάρχει ένας εχθρός. Πρέπει να υπάρχει ο φόβος.

Έτσι οι Σοβιετικοί με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου μετατράπηκαν αμέσως από μέλος των Συμμάχων σε εχθρούς της Δύσης. Το σύστημα λειτούργησε καλά επί τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δύση έμεινε χωρίς αντίπαλο δέος.

Έπρεπε, λοιπόν, να εμφανιστεί ένας νέος εχθρός, ο οποίος να μπορεί να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε, ακόμα και στην καρδιά των ΗΠΑ. Ο νέος εχθρός έγινε η τρομοκρατία: αόρατη, απρόβλεπτη και πανταχού παρούσα.

Ο φόβος για το άγνωστο, το απρόβλεπτο είναι πιο ισχυρός από το φόβο για έναν γνωστό εχθρό. Ο τρομοκράτης μπορεί να κρύβεται παντού, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, τα κίνητρά του είναι ανεξιχνίαστα, ακατανόητα. Είναι, με άλλα λόγια, το τέλειο εργαλείο αναπαραγωγής του φόβου.

Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο στα χέρια των κυβερνήσεων που επιθυμούν να επιβάλλουν μέτρα τα οποία σε διαφορετικές συνθήκες θα αποτελούσαν αιτία εξέγερσης από τους πολίτες.

Όπως είναι ο περιορισμός της ελευθερίας τους, με πρόφαση την ασφάλειά τους, αλλά και η αποστολή στρατού οπουδήποτε προστάζει η ανάγκη της απελευθέρωσης πετρελαιοπηγών, καλλιεργειών οπίου, ορυχείων χρυσού, κοιτασμάτων ουρανίου κ.ο.κ.

Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο στα χέρια ενός κράτους το οποίο επιχειρεί να περιορίσει τις βασικές ελευθερίες του ατόμου και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών του, όπως γίνεται σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς όμως να πάρει τη «ρετσινιά» της δικτατορίας.

Ελευθερία δεν είναι να έχεις τη δυνατότητα να παίρνεις δάνεια για να αγοράζεις τζιπ και ακριβές διακοπές. Είναι να εξασκείς το δικαίωμα της διαμαρτυρίας όταν το κράτος στο οποίο πλήρωνες (αν πλήρωνες) φόρους τόσα χρόνια δε σου παρέχει βασικά κοινωνικά αγαθά.

Όταν η Δικαιοσύνη εθελοτυφλεί μπροστά σε σωρεία σκανδάλων και εγκλημάτων από τους πολιτικούς και τους χορηγούς/συνεργούς τους και σπεύδει να τιμωρήσει τους πολίτες για την παραμικρή παρατυπία.

Όταν βουλευτές δηλώνουν άγνοια για τους νόμους που ψηφίζουν, ενώ ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει κάθε παγίδα των νόμων που διέπουν τη φορολογία, την εργασία, την ασφάλεια, τη στέγαση και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητά του.

Νόμων που μεταλλάσσονται συνεχώς σαν ιοί, ύπουλα και απροειδοποίητα, αντί να εξελίσσονται και να αναπτύσσονται στο πλαίσιο των αναγκών ενός υγιούς κράτους που υπηρετεί τους πολίτες του.

Βέβαια, αν πιστέψουμε τα λεγόμενα του μεγάλου Νόαμ Τσόμσκι, τέτοιο κράτος δεν υπάρχει.

Ακόμα και αν δεν τα πιστεύουμε, όμως, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το δικό μας κράτος επιθυμεί πολίτες-πρόβατα που υπάρχουν μόνο για να τους αρμέγει μέχρι να παρέλθει η ημερομηνία λήξης της χρησιμότητάς τους.

Που δεν έχουν δικαίωμα δημοψηφίσματος, όπως άλλοι ευρωπαίοι πολίτες, προκειμένου να καθορίσουν το μέλλον τους. Που περιμένουν από μια μη εκλεγμένη κυβέρνηση να καθορίσει πότε είναι η κατάλληλη ημερομηνία για τις εκλογές!

Όλα αυτά, όμως, δεν χωρούν με κανέναν τρόπο κάτω από τον ορισμό της Δημοκρατίας.

Η βίαιη καταστολή της ειρηνικής διαμαρτυρίας ενός λαού είναι απαράδεκτη στη Δημοκρατία. Και αυτή επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του παρακράτους, η ύπαρξη του οποίου είναι πλέον αναντίρρητη, καθώς και μιας ανεξήγητης ανοχής απέναντι σε άτομα που στρέφονται πάντα εναντίον τρίτων.

Πόσες φορές είδατε αναρχικούς να καίνε Υπουργεία, περιουσίες βουλευτών ή την ίδια τη Βουλή; Καίνε τράπεζες, λεηλατούν καταστήματα και ρημάζουν αυτοκίνητα. Μέχρι και κινηματογράφους.

Δεν αντιλαμβάνομαι τι είδους αναρχικοί είναι αυτοί. Όπως δεν αντιλαμβάνομαι τι είδους τρομοκράτες τοποθετούν απροειδοποίητα εμπρηστικό μηχανισμό μέσα σε βαγόνι τραίνου, με αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσουν ανθρώπινες απώλειες.

Αυτό είναι κάτι πρωτοφανές στη χώρα μας. Όπως πρωτοφανής ήταν και ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin, εν ώρα εργασίας, την τελευταία φορά που σημειώθηκαν μαζικές κινητοποιήσεις στην Αθήνα.

Οι δράστες δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Ούτε αναζητήθηκαν οι ενδεχόμενες ευθύνες της διοίκησης που εξανάγκασε, σύμφωνα με μαρτυρίες, τους υπαλλήλους να παραμείνουν με κίνδυνο της ζωής τους, υπό την απειλή της απόλυσης.

Ούτε καν τα επίσημα πορίσματα που έδειξαν ξεκάθαρες ευθύνες της διοίκησης της τράπεζας για την πλήρη έλλειψη προδιαγραφών ασφαλείας οδήγησαν ακόμα σε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια ή καταδίκη.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ούτε σε αυτή την απόπειρα «τυφλού» χτυπήματος θα εντοπιστούν οι δράστες.

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, ο μόνος τρόπος να καταλήξει κανείς σε λογικά συμπεράσματα είναι να εξακριβώσει ποιος πλήττεται και ποιος ωφελείται.

Ποιος ένιωσε ένοχος όταν χάθηκαν αθώες ζωές με αφορμή τη διαμαρτυρία του;

Ποιος τρομοκρατείται τώρα όταν απειλείται ένα από τα κυριότερα μέσα μεταφοράς της Αθήνας, που εξυπηρετεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κάθε μέρα; Το οποίο, όλως τυχαίως, είναι και το βασικότερο μέσο που μεταφέρει πολίτες στο κέντρο όταν εκδηλώνονται διαμαρτυρίες;

Λέτε να τρομοκρατούνται οι πολιτικοί που δεν περνούν ούτε έξω από τους σταθμούς;

Μήπως φοβόμαστε μόνο εμείς οι κακόμοιροι, που ευγνωμονούμε την τύχη μας για τα λίγα ευρουλάκια που βγάζουμε για να ζήσουμε και παρακαλάμε να φύγουν οι κακοί λύκοι που μας απειλούν;

Τα πρόβατα δεν διαμαρτύρονται, ούτε ψηφίζουν. Δεν έχουν, ούτε διεκδικούν δικαιώματα. Δεν σκέφτονται, απλά επιβιώνουν. Αν αυτό θέλετε να είναι το μέλλον σας, τότε συνεχίστε να ακολουθείτε τους ίδιους «βοσκούς» που ξέρετε και εμπιστεύεστε.

Αφήστε τους να σας κουρεύουν για να ντύνονται, να σας αρμέγουν για να τρώνε, παραδώστε τους και τα παιδιά σας για να εξασφαλιστούν εκείνοι όταν εσείς δε θα είστε πια εδώ.

Ελπίζω, μόνο, να μη σας πονέσει πολύ το μαχαίρι.

Διάλειμμα #6

Περιμένοντας τους Bαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κ. Π. Καβάφης
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)