Γερασμένα παιδιά, πετούν

Γέρασα, λέει, σε μία νύχτα.

Πέρασα από τις συμπληγάδες του χρόνου και σήκωσα πανιά από τη γέννα μέχρι το μνήμα δίχως να καταλάβω πώς και τι. Έθαψα μάνες, πατέρες, φίλους και συγγενείς, ζωντανούς και νεκρούς στο ίδιο νόμισμα – τους έπαιξα κορώνα γράμματα.

Όχι, δεν ήθελα, μα έτσι έγινε. Και θυμάμαι ακόμα τη γειτονιά μου να πλέει μες στην Αθήνα και να σηκώνει κεφάλι με την περήφανη αλητεία της, κρατώντας αγκαλιασμένα όλα τα παιδιά, μαζί και μένα.

Τώρα, χρόνια μετά, μόνο το σχήμα έχει απομείνει. Οι γωνίες και οι ευθείες των δρόμων, ο ακανόνιστος ξεχαρβαλωμένος τσίγκος στα μισογκρεμισμένα σπίτια και τα κενά των υπονόμων, μισά κάγκελα μισά κόκαλα.

Όχι, δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα, σας το λέω ευθέως. Μα αυτό το ξαφνικό γήρας που μου λένε ότι με βρήκε δεν μου κρατάει σε ισορροπία τη μνήμη και με μπερδεύει. Λες και δεν ήμουν ποτέ παιδί εγώ, μόνο γέρος, πάντα γέρος.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα για να είμαστε και ειλικρινείς.

Έχω περάσει σαν Έλληνας από το αλέτρι της ασφυξίας και έχω αντέξει. Μπορεί πλέον το χταπόδι στο μυαλό μου να μπουρδουκλώνεται και να χτυπιέται αλλά το ξέρω, το θυμάμαι, πώς έχω υπάρξει ακράτητος και σφριγηλός, βέλος μέσα στην ορμή.

Ο καθένας από εμάς έχει δυο γενιές και είναι δύσκολο να θαφτούν, ακόμα και από τα φτυάρια των προδοτών. Τη μία τη ζήσαμε εμείς, τότε, ενώ, τώρα, μας ζει αυτή. Συγκοινωνούν όμως ακόμα με σκοπό να μας θυμίζουν ότι κάποτε (δεν είναι αμαρτία ότι χαθήκαμε έπειτα, άνθρωποι είμαστε) είχαμε κι εμείς έναν πυρήνα από όπου ξεπηδούσαμε με ελπίδα και σθένος.

Σε καιρούς όπου πίνουμε νερό από το στόμα του φιδιού ή καθόμαστε ανέμελοι και κρίνουμε με θράσος στο κρεβάτι του ορού, μπορούμε να βρούμε το ζύγι και να συνεχίσουμε την πτήση. Ο χαρταετός μας έχει ουρά αιώνων.

Είτε θες να σηκώσεις πιστόλι είτε μολύβι είτε απλά τη διάθεσή σου από το μηδέν και να τη φτάσεις σε ταχύτητες κηροζίνης, υπάρχει τρόπος, ακόμα και αν έχεις χάσει τα πάντα ή είσαι έτοιμος να τα χάσεις. Ένα ψίχουλο αρκεί για να μαζευτούμε όλοι.

Γεράσαμε, λένε, σε μια νύχτα. Και πρέπει σώνει και καλά να επαληθεύσουμε τη μοιρολατρία μας, την απεχθή δουλικότητά μας και το φόβο μας, δίνοντας ξανά στο τέρας πίσω τα δόντια του, ένα ένα, για να μας μηρυκάσει μια νέα ελευθερία.

Ξεχνάνε βέβαια πώς κάποτε τρέχαμε ολημερίς και ολονυχτίς, δίχως νερό ή τροφή, χορταίνοντας μόνο με την ανάσα και τη γλυκιά αγωνία του επόμενου βήματος. Πώς από το παιχνίδι φεύγαμε με πραγματικές πληγές γιατί το θάρρος σήμαινε αλήθεια. Ξεχνάνε τις γαίες που μαζέψαμε για χαρτογράφηση και που τις μοιραστήκαμε, δίχως δεύτερη σκέψη, αφού πετάξαμε με τη φαντασία μας από πάνω τους… Αρχαία παιδιά, γέροι της νιότης μας.

Όμως τούτο το χάσμα δεν είναι παρά μια προβλέψιμη, βαρετή άβυσσος. Ανάμεσα στο παιδί που ήσουνα και στον άπραγο που κατέληξες δεν υπάρχει παρά μόνο ένας συνηθισμένος, θρασύδειλος κατακλυσμός.

«Sleight of hand,Jump off the end, Into a clear lake, No one around… Just dragonflies, Flying to the side, No one gets hurt, You’re doing nothing wrong, Slide your hand, jump off the end, the water’s clear and innocent, the water’s clear and innocent.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s