Λυπάμαι τα παιδιά του κόσμου…

Πολύ με συγκίνησε η ευαισθησία της Κριστίν Λαγκάρντ. Ξέρετε, είναι αυτή η μορφωμένη, σικάτη δικηγόρος, πρώην υπουργός στη Γαλλία και διευθύντρια πλέον του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Με τα κομψά της ταγιέρ και τη σοβαρή της κουπ.

Λυπάται η κα. Λαγκάρντ τα φτωχά παιδιά του Νίγηρα, όπου τρία παιδάκια μοιράζονται μία καρέκλα στο σχολείο. Αλλά όχι τα παιδάκια στην Ελλάδα γιατί, όπως είπε, οι γονείς τους «δεν πληρώνουν φόρους».

Ας μη μιλάμε, λοιπόν, μόνο για την Ελλάδα. Έχουμε καταντήσει βαρετοί. Ας μιλήσουμε για το Νίγηρα, μιας και το έφερε η κουβέντα. Ο Νίγηρας είναι μια χώρα της Αφρικής, περίκλειστη (χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα) και πάμπτωχη. Από το 2004 μαστίζεται από ξηρασίες, ακρίδες και λοιμούς.

Έχει την ατυχία να βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη Σαχάρα. Αυτό δεν είναι καλό για μια χώρα η οποία αναγκαστικά βασίζει την οικονομία της στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Χωρίς τη δυνατότητα της αλιείας, η οποία στηρίζει τη διατροφή πολλών κρατών της Αφρικής, ο Νίγηρας βρίσκεται κυριολεκτικά στο έλεος των υποσαχάριων, τροπικών καιρικών συνθηκών.

Το έλεος αυτό είναι μικρό, όπως καταλαβαίνετε και ο παραλληλισμός της κας Λαγκάρντ ήταν το λιγότερο ατυχής. Βλέπετε, τα παιδάκια στο Νίγηρα που καταφέρνουν να φθάσουν σε σχολική ηλικία είναι τα τυχερά. Η χώρα αυτή παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας στον κόσμο σε παιδιά κάτω των 4 ετών, σύμφωνα με τον οργανισμό Save the Children.

Η μορφωμένη κα. Λαγκαρντ του ΔΝΤ λυπάται. Και γω λυπάμαι, κυρία μου. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτά τα παιδάκια. Εσείς, όμως, που στηρίζετε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και όλοι όσοι το απαρτίζουν τι ακριβώς κάνετε για το Νίγηρα τον οποίο λυπάστε; Ό,τι κάνετε και για τη Σομαλία, φαντάζομαι και για τόσα άλλα φτωχά κράτη του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου.

Του Τρίτου Κόσμου ο οποίος σταδιακά εξαπλώνεται, αντί να συρρικνώνεται και σιγά-σιγά βρίσκει το δρόμο του και στην Ευρώπη. Μήπως η Βουλγαρία, η οποία αποτελεί «ανταγωνιστική» οικονομία με τη δική μας, βρίσκεται σε πολύ καλύτερη μοίρα; Μήπως και η Ελλάδα του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων και των ένας-Θεός-ξέρει-πόσων απλήρωτων εργαζομένων πηγαίνει ολοταχώς προς τα εκεί, χάρη στο εξαιρετικό σας πρόγραμμα ανάκαμψης;

Η Δύση ξέρει πολύ καλά πως να λυπάται τον «Τρίτο Κόσμο», όπως ξέρει καλά πως να τον εκμεταλλεύεται εδώ και αιώνες, στερώντας του τα μέσα για να ανακάμψει. Σαν να μην έφθαναν μόνο τα εκατομμύρια των σκλάβων που μετακινήθηκαν με τη βία σε Αμερική και Ευρώπη κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, σαν να μην έφθανε η αρπαγή κάθε φυσικού πόρου, χρυσού, διαμαντιών, πετρελαίου και ορυκτών, τώρα έχουμε φθάσει στο σημείο να τους κλέβουμε μέχρι και τα ψάρια!

Συγνώμη για τον πληθυντικό, παρασύρθηκα. Πρέπει να συνηθίσω στην ιδέα ότι δεν ανήκουμε πλέον στην ευημερούσα Δύση, αλλά στον φτωχό, τεμπέλη Νότο και στην ταλαίπωρη εγγύς Ανατολή. Ξέχασα ότι η στοργική διεθνής οικονομική κοινότητα κάνει ό,τι μπορεί για να μας καταστήσει χώρα άξια να ονομάζεται τριτοκοσμική, ώστε να μπορεί να μας λυπάται και εμάς στο μέλλον, χωρίς τύψεις.

Εξάλλου για τα παιδιά που πεινούν στην Ελλάδα «φταίνε οι γονείς που δεν πληρώνουν φόρους». Ο άνεργος και ο χαμηλόμισθος πως θα φοροδιαφύγουν ακριβώς; Eκείνοι που φοροδιαφεύγουν χοντρά είναι εκείνοι των οποίων τα παιδιά ΔΕΝ θα πεινάσουν, κυρία μου. Οπότε και δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή. Ούτε για τα παιδιά του Νίγηρα, ούτε για τα παιδιά του γείτονα.

Ή μήπως θέλετε να μας πείσετε ότι για την τρύπα του προϋπολογισμού φταίει η αύξηση της φοροδιαφυγής; Ακόμα και ένα παιδάκι του Δημοτικού μπορεί να καταλάβει πως όταν κλείνουν κατά χιλιάδες οι επιχειρήσεις και οι άνεργοι κοντεύουν το 1,5 εκ, τα φορολογικά έσοδα του κράτους μειώνονται.

Η επί διετίας Υπουργός Εμπορίου και στη συνέχεια Υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας δεν μπορεί άραγε να αντιληφθεί αυτό το απλό γεγονός; Η κα. Λαγκάρντ απλά δεν θέλει να το αντιληφθεί, γιατί αν το κάνει θα αναγκαστεί να παραδεχθεί ότι το οικονομικό μοντέλο που υποστηρίζει απλά δε λειτουργεί.

Το ίδιο ακριβώς μοντέλο ωθεί τις πολυεθνικές να μεταφέρουν τα εργοστάσια τους στην Κίνα, όπου οι εργαζόμενοι δουλεύουν σε άθλιες και άκρως επικίνδυνες συνθήκες για να παράγουν τα καταναλωτικά αγαθά της Δύσης. Έτσι, ο ανταγωνισμός αναγκαστικά θα πιέσει μισθούς και συνθήκες προς το χειρότερο και στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου.

Ο ανταγωνισμός που υποτίθεται ότι αποτελεί το κίνητρο της ανάπτυξης της οικονομίας και οδηγεί τις «χαμένες» εταιρείες σε χρεωκοπία ή σε εξαγορές και συγχωνεύσεις μεταφέρεται έτσι σε επίπεδο χωρών. Το ΔΝΤ και η τρόικα μας λένε ότι πρέπει οι μισθοί μας να συμβαδίζουν με εκείνους των χωρών που ανταγωνιζόμαστε. Δεν μας λένε, όμως, τι θα συμβεί στους χαμένους αυτού του ανταγωνισμού.

Γιατί χαμένοι θα υπάρχουν. Είναι ο νόμος της οικονομίας, όπως την έχουν διαμορφώσει. Λοιπόν; Χρεωκοπία, εξαγορά ή συγχώνευση;

Λυπάμαι τα παιδιά όλου του κόσμου. Γιατί αυτά είναι οι χαμένοι ενός παιχνιδιού που δεν έπαιξαν ποτέ.

Μουσικό Διάλειμμα #14

Είχαμε, σαν παιδιά, μεγάλες προσδοκίες για αυτόν τον κόσμο…

Advertisements

Λυκούργου Διαπαιδαγώγησις

Ο Λυκούργος περίμενε σχεδόν λαχανιασμένος στη μέση του σαλονιού. Τα χέρια του ήταν κοκκινισμένα μέχρι τον καρπό και από τις χαρακιές στις παλάμες δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτα, ούτε τη μοίρα. Το κεφάλι του ήταν κατεβασμένο και η ματιά του είχε καρφωθεί στα γυμνά του πόδια. Τα μαλλιά ανακατεμένα σαν από πάλη, το μπλουζάκι του ξεχειλωμένο στο λαιμό και, λίγο πάνω από το στήθος, στην ερεθισμένη επιδερμίδα, ένα σταυρουδάκι, δώρο της γιαγιάς από καιρούς αλλοτινής χαράς.
«Δεν θα σε χτυπήσω άλλο» ακούστηκε μια αντρική φωνή, σχεδόν στεντόρεια από την κουζίνα. «Πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα έχουμε καλύτερο αποτέλεσμα».
Ακούστηκε ο γουργουλιστικός ήχος ενός κουταλιού σε ένα γεμάτο ποτήρι.
Ο Λυκούργος δεν απάντησε αλλά σήκωσε το κεφάλι. Τα μάγουλά του ήταν κόκκινα από την έξαψη του τρόμου αλλά τα μάτια του, αν και κλαμένα, είχαν μια πρωτοφανή αποφασιστικότητα.
«Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι, γίνεσαι άντρας σιγά σιγά» είπε η φιγούρα μπαίνοντας στο δωμάτιο. Ο Λυκούργος ρίγησε και έκανε ένα βήμα πίσω, σχεδόν αντανακλαστικά.
Ο άντρας κάθισε στην τραπεζαρία. Το βλέμμα του περιηγήθηκε στους τοίχους και σταμάτησε στις δύο πολυθρόνες κάτω από το παράθυρο. Σηκώθηκε και έλεγξε αν ήταν κλειστό κι ύστερα έκλεισε τις κουρτίνες, γκριζάροντας το δωμάτιο. Ο Λυκούργος πρόφτασε να δει λίγο, στο απέναντι μπαλκόνι, ένα παιδικό ποδηλατάκι σαν αυτό που είχε μικρός.
Ο άντρας ακούμπησε πάνω στην τραπεζαρία ε ένα ψηλό γυάλινο ποτήρι με φραπέ, ο οποίος δεν ήταν χτυπημένος. Οι κόκκοι έπλεαν ακόμα στο καφέ νερό, που στα μάτια του Λυκούργου έμοιαζε με λασπόνερο.
«Όλοι αυτοί οι ήρωες έχουν βοηθήσει την Ελλάδα» είπε ο άντρας δείχνοντας τα κάδρα του Καραϊσκάκη, του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη. «Καθένας από αυτούς έχει χύσει αίμα για αυτή τη χώρα. Ο άλλος σουβλίστηκε, ο Διάκος. Στο έχω πει, δεν στο έχω πει; Σίγουρα στο έχω πει. Κάθε φορά που έχουμε εκλογές στα λέω αυτά. Για να μάθεις. Να ξέρεις.»
Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι και κοίταξε με άγριο ύφος τον Λυκούργο. «Πραγματικά δεν μπορώ να σε καταλάβω. Είσαι εσύ παιδί μου; Σε λιγότερο από ένα χρόνο ψηφίζεις και δεν θες να ακολουθήσεις στα χνάρια του πατέρα σου; Τι έκανα λάθος; Δεν σε έχω χτυπήσει αρκετά; Ήθελες κι άλλο;»
Ο Λυκούργος κατέβασε τα μάτια κι έμεινε σιωπηλός. Ο Πατέρας του αναστέναξε. «ΠΑΣΟΚ ή Νέα Δημοκρατία, τόσα χρόνια έπρεπε να είναι στο πετσί σου. Τσάμπα το ξύλο; Όλα πήγαν χαμένα;»
Άναψε άγαρμπα ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στα πόδια του Λυκούργου. Μετά σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει γύρω από το τραπέζι. Σταμάτησε μπροστά του σα να ήθελε να τον επιθεωρήσει και του σήκωσε το σαγόνι.
«Θυμάσαι όταν ήσουν οκτώ με εννιά, στις δημοτικές νομίζω ήταν. Θυμάσαι πως φώναζες ΠΑΣΟΚ μέσα στους λυγμούς; Και δεν είχα καν χρησιμοποιήσει τη ζώνη τότε» είπε κουνώντας το δάκτυλο απειλητικά. «Με δυο γροθιές όλες κι όλες έγινες πράσινος ήλιος!»
Έκανε μια μικρή παύση σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι και συνέχισε τη βόλτα του γύρω από το τραπέζι καπνίζοντας.
«Ή στις πρώτες βουλευτικές σου; Θυμάσαι που με ρώταγες ποιος είναι ο χοντρός πολιτικός με τη καράφλα; Αυτός που είπες ότι έμοιαζε με φάλαινα; Και σου είπα ότι είναι ένας από τους γαλάζιους σωτήρες, της θάλασσας, της Νέας Δημοκρατίας;»
Τράβηξε τα παντελόνια του και συμμάζεψε το πουκάμισό του. Δεν μπορούσε να κάνει καλά πλέον τη φουσκωμένη κοιλιά του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, κάτω στο περίπτερο, και η φωνή του ακούστηκε σχεδόν τυπική.
«Θυμάσαι που σε είχα κλείσει στο δωμάτιο για δύο μέρες, δίχως τροφή ή νερό, και στο τέλος φώναζες με όλη σου τη δύναμη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ; ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!!!;»
Ξανακάθισε και κοίταξε τον Λυκούργο. Πήρε τη βέργα στα χέρια του και την κούνησε μερικές φορές στον αέρα. Ο ήχος ήταν καθηλωτικός, τόσο οικείος και τόσο απόκοσμος.
Ο Λυκούργος κατουρήθηκε.
«Και τώρα;» είπε εκνευρισμένος ο πατέρας του. «Τώρα έρχεσαι, λίγο πριν ψηφίσεις, μετά από τόσα χρόνια διαπαιδαγώγηση και μου λες ότι δεν θα ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία;! Αμφισβητείς τα όσα έχουν προσφέρει; Όλα όσα σου δίδαξα; Τώρα, την πιο κρίσιμη στιγμή; Άπλωσε τα χέρια!»
Ο Λυκούργος οπισθοχώρησε αλλά ο πατέρας του τον πρόλαβε και του άρπαξε τα χέρια. Γύρισε ανοικτή την αριστερή παλάμη και της έριξε δυο δυνατές βιτσιές.
Κι άλλη μία.
Και μία ακόμα.
Ύστερα τον έσπρωξε αηδιασμένος.
«Δεν καταλαβαίνεις ότι σου έχουν ποτίσει το κεφάλι οι τηλεοράσεις που κατηγορούν συνέχεια τις δύο μεγάλες παρατάξεις; Δεν καταλαβαίνεις ότι είναι φτιαχτό; Είσαι τόσο ευκολόπιστος; Τι γιος είσαι εσύ; ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία έχουν σώσει τη χώρα και πρέπει να ψηφίσεις ένα από τα δύο! Το καταλαβαίνεις; Δεν έχουν κλέψει, μας έχουν προστατέψει από τους Ευρωπαίους εχθρούς μας και αυτούς τους Τούρκους, τα τέρατα της ανατολής! Πώς μπορείς να το αρνείσαι αυτό; Πώς μπορείς να είσαι τόσο τυφλός;»
Το χαστούκι ακούστηκε μέχρι το ισόγειο κι ο Λυκούργος έπεσε κάτω. Δεν μπορούσε να μιλήσει ή να κλάψει. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί και στα μάτια του είχε πέσει ένα πέπλο θολό, σαν να κοιτούσε μέσα από νερό. Από την αριστερή άκρη των χειλιών του έτρεχε αίμα. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να το σκουπίσει. Κατάφερε όμως να σηκωθεί, τρέμοντας σε στάση προσοχής.
Ο πατέρας του ξανακάθισε και ήπιε μια γουλιά από το λασπωμένο πλέον φραπέ. Έβαλε το κεφάλι μες στα χέρια του και τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του, σαν να ήθελε να τα ξεριζώσει. Η φωνή του γλύκανε.
«Βρε παιδί μου, άκουσε, προσπάθησε να καταλάβεις. Αυτές οι δύο παρατάξεις μας έχουν βάλει φαγητό στο τραπέζι. Βρήκαν δουλειά στην αδερφή σου, με βοήθησαν να πάρω δάνειο, να έχουμε σπίτι να μείνουμε. Καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι αυτό; Τι σε ενοχλεί; Ότι κλέβουν; Ότι έχουν φτιάξει τον πολιτικό νόμο όπως τους βολεύει; Ότι έχουν βουλευτική ασυλία; Ότι το νομικό σύστημα είναι δικό τους; Αυτά βρε τα κάνουν όλοι, έτσι είναι τα πράγματα, δεν αλλάζουν αυτά. Απλά πρέπει να είμαστε κοντά κι εμείς, στη φωλιά, κάτω απ’ τη φτερούγα του δράκου. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Ο Λυκούργος κούνησε πολύ αργά το κεφάλι δεξιά και αριστερά.
Όχι, δηλαδή.
Όχι.
Ο Πατέρας του εξαγριώθηκε.
«Εσύ με προκαλείς! Εσύ, κωλόπαιδο! Σου δίνω την Ελλάδα στο πιάτο κι εσύ την αποστρέφεσαι.» Έβγαλε τη ζώνη του. «Γύρνα!» ακούστηκε μαινόμενη η φωνή. Ο Λυκούργος υπάκουσε και η ζώνη έπεσε σχιστά στην πλάτη του σχεδόν αμέσως, σα χαρακιά από καυτή λάμα.
«Τριάντα χρόνια ψηφίζω τα δυο κόμματα. Κι έρχεσαι εσύ τώρα να μου πεις ότι έκανα λάθος, ότι κατέστρεψα την Ελλάδα και αρνείσαι να τα ψηφίσεις;»
Η ζώνη ακούστηκε ξανά κι ο Λυκούργος λύγισε στα γόνατα βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο. Άλλο ένα χτύπημα ήρθε.
Κι άλλο ένα.
Κι άλλο ένα.
Ξαφνικά ο Πατέρας του σταμάτησε. Πέταξε τη ζώνη στον τοίχο, εξοργισμένος, έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε ψηλά, σαν να περίμενε βοήθεια από το Θεό.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις τι έχω περάσει. Κι είσαι και γιός μου! Προσβάλεις τους ήρωες στους τοίχους ρε μαλακισμένο! Ξέρεις πόσες κατουρημένες ποδιές έχω φιλήσει τόσα χρόνια; Για μια ελάχιστη αύξηση, για την πιο μικρή εξυπηρέτηση! Τόσα χρόνια! Για να είμαι μόνιμος! Να σε ταΐσω!!!»
Δάγκωσε τη γροθιά του και χαμογέλασε στον εαυτό του λες κι ήταν ο άρχοντας των αδικημένων.
«Δεν ήξερα νομίζεις τόσα χρόνια τι κάνουν; Εσένα περίμενα να μου το υπενθυμίσεις; Ένα σκατό που δεν έχει ζήσει ακόμα τίποτα; Δεν θα πετάξω εγώ σαράντα χρόνια πίστης επειδή ξαφνικά εμφανίστηκαν δήθεν επαναστατικά κωλόπαιδα σαν εσένα! Δεν θα μου πεις εσύ πως υπήρξα μαλάκας εδώ και σαράντα χρόνια!»
Τον έπιασε αμόκ. Άρπαξε το ποτήρι και το πέταξε στον τοίχο. Τα γυαλιά πετάχτηκαν παντού, ο λασπωμένος καφές πιτσίλισε τις κουρτίνες και την μικρή τηλεόραση, φτάνοντας ακόμα και στην κουζίνα. Έπιασε το τραπέζι με τα δύο χέρια και το αναποδογύρισε, πέταξε τα μαξιλάρια του καναπέ στα τζάμια, χτύπησε με γροθιά το στερεοφωνικό.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια του και με ένα άλμα έφτασε κοντά στον Λυκούργο. Τον έπιασε από τα μπράτσα, τα μάτια γουρλωμένα και λευκά, σαν του τρελού.
«Καταλαβαίνεις τι θα πάθω αν δεν ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.; Πρέπει να με καταλάβεις» είπε με τρεμάμενη φωνή. «Θα πάνε άχρηστα όλα τα χρόνια, δεν θα έχω τίποτα να δείξω, σε κανέναν. Καταλαβαίνεις γιατί σε χτυπάω από μικρός; Για να μάθεις, να ξέρεις, να με προστατέψεις όταν έρθει η ώρα. Σα καλός γιος, σαν άξιος γιος.»
Ο Λυκούργος τον κοίταγε στα μάτια. Έμοιαζε αποφασιστικός αλλά ναρκωμένος, οργισμένος και τρομοκρατημένος ταυτόχρονα. Καμία αντίδραση όμως, καμία άμυνα. Μόνο το βλέμμα της σιωπής, το βλέμμα της αποκάλυψης, το βλέμμα του καθρέφτη.
«Εντάξει, εντάξει» είπε ο Πατέρας του ξαφνικά και ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο μέτωπο και στους κροτάφους. Τον χάιδεψε στο πρόσωπο. «Εντάξει, δεν θα σε χτυπήσω ποτέ ξανά, ποτέ. Τώρα είσαι άντρας, μεγάλωσες. Θα ψηφίζεις σε λίγο. Να, θα σου πω τι θα κάνουμε» είπε και πήγε προς το παράθυρο για να δοκιμάσει πάλι αν ήταν κλειστό.
«Αν μου υποσχεθείς ότι θα ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ. δεν θα σε χτυπήσω ξανά. Όπως σου είπα. Ποτέ ξανά. Αρκεί να ψηφίσεις αυτό που πρέπει».
Κι αμέσως άρχισε να συμμαζεύει.
Ξεκίνησε άρον άρον από τα σπασμένα γυαλιά. Πέταξε τα μαξιλάρια στον καναπέ, γύρισε το τραπέζι. Πήγε στην κουζίνα και έφερε μια πατσαβούρα για να σκουπίσει τους καφέδες. Σκόνταψε σχεδόν στο καλώδιο ρεύματος της τηλεόρασης αλλά ισορρόπησε σαν κλόουν. Όλη την ώρα μονολογούσε.
«Θα δεις, όλα θα πάνε καλά. Δεν θα σε χτυπήσω ποτέ ξανά. Θα φτιάξω και το σπίτι, θα δεις. Καθαρό. Να, θα μαζέψω κι αυτό. Κι αυτό. Και το ταψί. Θα σου φέρω και νερό». Μετά από λίγο μπήκε πάλι στο δωμάτιο και ακούμπησε το νερό στο τραπέζι. «Να, πιες, πιες, συγνώμη. Πιες και όλα θα πάνε καλά.» είπε και κάθισε στην καρέκλα αναψοκοκκινισμένος.
Ο Λυκούργος πλησίασε διστακτικά και πήρε το ποτήρι, θα έκανε τα πάντα για λίγο νερό. Το ακούμπησε στο στόμα του και έκανε μια γκριμάτσα πόνου. Αμέσως το κατέβασε και μάλαξε την αριστερή μεριά των χειλιών του που είχε πρηστεί. Ύστερα το ξανάφερε στα χείλη και ήπιε αργά δυο γουλιές.
«Μπράβο στο αγόρι μου, μπράβο. Πες στον μπαμπά τι θα ψηφίσεις τώρα, όλα θα πάνε καλά. ΠΑΣΟΚ;»
Ο Λυκούργος τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά.
Ήταν όχι.
«Α, εντάξει. Ν.Δ. τότε, ε; Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς. Πες μου. Ν.Δ., σωστά;»
Ο Λυκούργος τον κοίταξε πάλι και έκανε την ίδια κίνηση με το κεφάλι του.
Ήταν ένα ακόμα όχι.
Ο πατέρας του άρχισε να κοιτάει αλαφιασμένος. «Όχι, δεν μπορεί, δεν μπορεί». Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο και σταμάτησε πάλι πάνω στη ζώνη, κουλουριασμένη σα φίδι στο καναπέ. «Το βρήκα! Τώρα θα δεις!» είπε και την άρπαξε.
Το ποτήρι έπεσε από τα χέρια του Λυκούργου και για πρώτη φορά κοίταξε προς την πόρτα. Έπρεπε να φύγει, δεν τον είχε ξαναδεί έτσι τον Πατέρα του. Ήταν τελείως μπερδεμένος, δεν έβγαζε νόημα, αισθάνθηκε ότι θα τον σκότωνε.
Ο Πατέρας του γύρισε απότομα από τον θόρυβο, με τη ζώνη στο χέρι και αμέσως χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο δίχως δόλο όμως, δίχως ειρωνεία, ένα απολογητικό χαμόγελο, σχεδόν λυτρωτικό.
«Μη τρομάζεις» είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε. «Ξέρω εγώ τον τρόπο να σε κάνω να ψηφίσεις αυτό που πρέπει.» Σήκωσε το χέρι και του πρόσφερε τη ζώνη. «Να, πάρτη και χτύπα με όσο θες. Βγάλε το άχτι σου, αρκεί να ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. Κάνε με μαύρο, μου αξίζει, δεν μου αξίζει;! Τιμώρησέ με λοιπόν, έλα, αρκεί να ψηφίσεις αυτό που πρέπει! Κάνε με να πληρώσω, αυτό δεν ήθελες εξαρχής ; Έλα!»
Ο Λυκούργος δεν έκανε καμία κίνηση. Ο Πατέρας του πλησίασε πιο κοντά, αλλάζοντας το ύφος του. Άρχισε να παρακαλάει.
«Μη μου χαλάς το χατίρι, σε παρακαλώ. Ρίξε μου με τη ζώνη, πρέπει να με τιμωρήσεις. Τόσα χρόνια δεν μπορούν να πάνε χαμένα, τόση ζωή. Ναι, το παραδέχομαι. Είμαι σιωπηλός συνένοχος, έχεις δίκιο. Χτύπησέ με! Πάρε και τη βέργα, μου αξίζει, μου αξίζει. Χτύπησέ με αλύπητα, αρκεί η ψήφος σου να πάει εκεί που πρέπει» είπε και έβαλε τα κλάματα.
Ο Λυκούργος πήρε τη ζώνη και είδε τον Πατέρα του όπως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ: ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, εγκλωβισμένο μες στην ελευθερία. Ένοχος και συνένοχος ταυτόχρονα, που ψάχνει μάταια έναν δικαστή στην καρδιά της βίας.
«Εκεί που πρέπει. Τιμώρησέ με, το αξίζω», ψέλλισε ο Πατέρας του.
Ο Λυκούργος ακούμπησε τη ζώνη πάνω στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι του και βγήκε για πάντα από το δωμάτιο.
Ήταν όχι.
Ένα καθαρό, ελπιδοφόρο όχι.

(ΠΑ)Σοκ και (Ν)Δέος

Αρκετοί από όσους παρακολουθούν το παρόν ιστολόγιο με ρώτησαν γιατί δεν έχω σχολιάσει ακόμα το αποτέλεσμα των εκλογών. Τους απάντησα ότι περιμένω τις εξελίξεις. Όλα δείχνουν ότι θα πάμε για νέες εκλογές, αλλά επειδή το πολιτικό σκηνικό είναι εξαιρετικά ρευστό, τίποτα δεν είναι απολύτως βέβαιο.

Εκτός από δύο πράγματα:

Πρώτον, η αλλαγή ενός ολόκληρου πολιτικού κατεστημένου δεν είναι δυνατόν να επέλθει από τη μία στιγμή στην άλλη, εκτός αν γίνει με βίαιο τρόπο, κάτι που απεύχεται κάθε λογικός άνθρωπος.

Δεύτερον, όταν μια κοινωνία δεχθεί τόσο ισχυρές πιέσεις, ειδικά μια κοινωνία επαναπαυμένη σαν την νεοελληνική, τότε είναι αναπόφευκτο να στραφεί στα άκρα. Και με τα «άκρα» δεν εννοώ το ΣΥΡΙΖΑ, όπως καταλαβαίνετε.

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είχαν μάθει εδώ και τέσσερις δεκαετίες να παίζουν τον ελληνικό λαό σαν μπαλάκι πέρα-δώθε. Αυτή τη στιγμή χάνουν το παιχνίδι τους και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να το κρατήσουν. Η αναμενόμενη αυτή αντίσταση δημιουργεί προβλήματα, αστάθεια και ανασφάλεια.

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι τα αυτοκτονικά μέτρα που προτείνει η τρόικα είναι η απάντηση στο πρόβλημα της Ελλάδας και της Ευρωζώνης. Όπως επίσης δε σημαίνει ότι οι μόνοι που μπορούν να κυβερνήσουν την Ελλάδα είναι η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Η Δημοκρατία δεν επιδέχεται ούτε ισόβιους «προστάτες», ούτε ξένους επιτηρητές. Όσοι, λοιπόν, μας εκβιάζουν θα πρέπει να θεωρούνται αυτοδικαίως εχθροί της Δημοκρατίας και να αντιμετωπίζονται αναλόγως: με περιφρόνηση στο εσωτερικό της χώρας και με πυγμή στο εξωτερικό.
Τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα έχουν υποστεί αυτή τη στιγμή το πρώτο σημαντικό σοκ της ιστορίας τους. Είναι στο χέρι μας να τους δώσουμε τη χαριστική βολή. Όχι επειδή επιθυμούμε το «χάος» και την «ακυβερνησία», αλλά επειδή τόσα χρόνια λειτουργούσαν αυθαίρετα με τη βεβαιότητα της επόμενης ή της μεθεπόμενης τετραετίας.

Μην περιμένετε σωτηρία της χώρας από τα παλιά κόμματα εξουσίας. Η διαπλοκή τους με τον διεφθαρμένο, δυσλειτουργικό και παρωχημένο κρατικό μηχανισμό είναι τέτοια ώστε δεν τους επιτρέπει να κάνουν καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση.

Όσον αφορά στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, αυτή ήταν αναμενόμενη. Δεν έχει νόημα να αναζητούμε την αιτία σε συνομωσίες, σε μαζικούς ψεκασμούς και στην εκστρατεία «κοινωνικής προστασίας» την οποία όντως πραγματοποίησαν σε περιοχές που έχουν εγκαταλείφθει από το κράτος, όπως ο Άγιος Παντελεήμονας.

Και αυτό γιατί η Χρυσή Αυγή ψηφίστηκε σχεδόν σε κάθε γωνιά της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Διστόμου και των Καλαβρύτων. Η πρώτη μου αντίδραση ως τυπικός, συναισθηματικός Έλληνας είναι να αηδιάσω και να φρίξω. Αλλά βλέποντας το θέμα πιο ψυχρά, δεν έχει σημασία τελικά που ψηφίστηκε η Χρυσή Αυγή.

Ο Έλληνας του Διστόμου, δηλαδή, έχει μεγαλύτερο χρέος από τους υπόλοιπους να σεβαστεί την ιστορία του τόπου του; Στην Αθήνα δεν πέθαινε κόσμος κατά χιλιάδες από την πείνα; Ο παππούς μου πολέμησε τους φασίστες στα βουνά της Αλβανίας και η μητέρα μου έχανε τα νύχια της σαν παιδί από την έλλειψη ασβεστίου.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει ιστορίες για τον πόλεμο και την Κατοχή και έχουμε δει τα σημάδια. Ο Β’ Παγκόσμιος δεν έγινε σε κάποιον άλλο κόσμο, ούτε πριν από πέντε αιώνες.

Είτε ζει κανείς στο Δίστομο, είτε όχι η ψήφος του ως Έλληνας μετρά το ίδιο. Οι θηριωδίες των Ναζί είναι γνωστές και καταγεγραμμένες, όπως καταγεγραμμένος είναι και ο ασυγκράτητος θαυμασμός και η πίστη της Χρυσής Αυγής και του αρχηγού της στα ναζιστικά ιδεώδη.

Μπορεί να έχουν κρύψει τις σβάστικες στα ντουλάπια τους, αλλά τα γραπτά τους δεν ξεγράφονται και, κυρίως, η αδυναμία τους να κατανοήσουν τη Δημοκρατία δεν κρύβεται.

Οι Έλληνες δημοσιογράφοι στη διαβόητη συνέντευξη Τύπου του δικτατορίσκου Μιχαλολιάκου έκαναν πολύ καλά που αποχώρησαν, πολλοί από αυτούς όμως σιωπούσαν σε όλη τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, είτε επειδή δε θεωρούσαν τη Χρυσή Αυγή ως πραγματική απειλή, είτε επειδή αποτελεί ένα καρκίνωμα το οποίο προτιμούσαν όλοι να κάνουν πως δεν υπάρχει, είτε επειδή ακολουθούσαν κάποια «γραμμή».

Ορισμένοι από εκείνους που δε σώπασαν ήρθαν αντιμέτωποι με συγκαλυμμένες απειλές. Όταν η εν λόγω δημοσιογράφος κατέφυγε στην Αστυνομία, τη συμβούλευσαν να σταματήσει να γράφει για αυτούς. Αυτό πρέπει να κάνουμε, λοιπόν, να σωπάσουμε μπροστά στην άνοδο του φασισμού;

Λυπάμαι, δε θα σας κάνουμε τη χάρη.

Μη γελιέστε, η Χρυσή Αυγή εξυπηρετεί άψογα το σύστημα ως «μπαμπούλας», ένα ρόλο τον οποίο η Αριστερά δεν μπορεί πλέον να παίξει, καθώς τα επιχειρήματά της αρχίζουν να φαίνονται όλο και πιο ελκυστικά στον Έλληνα ψηφοφόρο που βλέπει το μέλλον του να υποθηκεύεται υπέρ των τραπεζών.

Προσέξτε την εξίσωση των άκρων: μπορεί να διαφωνείτε με την όποια λογική του ΚΚΕ, μπορεί να σας φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου, μπορεί να εκνευρίζει η εμμονή του με τον συνολικό, τελικό αγώνα εις βάρος της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά τουλάχιστον έχει επιχειρήματα και ένα όραμα το οποίο δεν συμπεριλαμβάνει τραγελαφικές θεωρίες περί κυρίαρχου αρσενικού και «λευκής ανωτερότητας».

Εκτός απροόπτου,  η επερχόμενη νέα προεκλογική περίοδος θα χαρακτηριστεί από την προσπάθεια των πρώην κομμάτων εξουσίας και των ΜΜΕ που τα υπηρετούν να ενισχύσουν την εικόνα της «ανεύθυνης» Αριστεράς, να εκμεταλλευτούν το φόβο που θα δημιουργήσει η Χρυσή Αυγή, να σπείρουν την ανασφάλεια της «ακυβερνησίας» και να παίξουν το παιχνίδι του «μετανιωμένου εγκληματία». Θα υποσχεθούν ότι δήθεν σεβόμενα τη λαϊκή βούληση θα επιχειρήσουν την επαναδιαπραγμάτευση των όρων δανεισμού με την τρόικα.

Προσέξτε, λοιπόν, την προπαγάνδα των ΜΜΕ. Ήδη χθες μια δήλωση από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ περί αυστηρού δημόσιου ελέγχου των τραπεζών «μεταφράστηκε» από ορισμένα κανάλια και σταθμούς σε πρόθεση κρατικοποίησης των τραπεζών και δέσμευσης καταθέσεων, δημιουργώντας δήθεν πανικό στο Χρηματιστήριο. Παράλληλα, κάποιοι έσπευσαν να κατηγορήσουν τον Τσίπρα ότι δεν σέβεται την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης επειδή ζήτησε από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ να δηλώσουν στην τρόικα την πρόθεσή τους να επαναδιαπραγματευτούν τα μνημόνια.

Τι έκανε, δηλαδή, πέρα από το να σεβαστεί τις προεκλογικές του θέσεις; Προσέξτε πως το πολιτικό σύστημα πάλι προσπαθεί να κάνει το άσπρο μαύρο, βαφτίζοντας ανεύθυνο όποιον τηρεί τις δεσμεύσεις του και δεν κάνει «κωλοτούμπες» όπως μας έχουν συνηθίσει τα κόμματα εξουσίας και τα παρακλάδια τους.

Αν οι Έλληνες ψηφοφόροι πέσουν στην παγίδα, φυσικά οι υποσχέσεις αυτές θα πέσουν στο κενό και η λαίλαπα μέτρων που θα επακολουθήσει δε θα έχει προηγούμενο. Δεν πρόκειται για θεωρία, καθώς υπάρχουν ξεκάθαρες απαιτήσεις των δανειστών μας για νέα μέτρα, τα οποία θα αφήσουν δεκάδες χιλιάδες οικογένειες κυριολεκτικά στο δρόμο, θα απαιτήσουν φόρο-ενοίκιο για την πρώτη κατοικία, θα μειώσουν κι άλλο τους μισθούς και θα βαθύνουν ακόμα περισσότερο την ύφεση.

Αν, όμως, οι επόμενες εκλογές δώσουν ανάλογα ποσοστά στα δύο πρώην κόμματα εξουσίας και ακόμα καλύτερα οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση η οποία είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει το συμφέρον της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη, τότε όχι μόνο θα πληγεί ανεπανόρθωτα ο δικομματισμός, αλλά θα περάσει το μήνυμα στις αγορές και στις τράπεζες ότι δεν μπορούν να εκποιούν ολόκληρες χώρες στο όνομα του κέρδους.

Οι εκλογές της 6ης Μαΐου μας δίδαξαν δύο σημαντικά πράγματα. Ότι α) το δικέφαλο τέρας δεν είναι ανίκητο και ότι β) μπορεί ένα νέο κόμμα, χωρίς επαγγελματίες πολιτικούς και με μηδενική προώθηση εκτός Διαδικτύου να πάρει 2,15% στην πρώτη του εκλογική συμμετοχή. Ρίξτε μια ματιά στο «Δημιουργία, ξανά» του Θάνου Τζήμερου. Αξίζει περισσότερο μια ψήφος σε ένα κόμμα με συγκεκριμένες θέσεις και πρόγραμμα, παρά μια τυφλή ψήφος διαμαρτυρίας που θα πέσει στον… Καιάδα.

Μουσικό Διάλειμμα #13

Οι Έλληνες, σαν σουρεαλιστική νοικοκυρά με μουστάκι που ξύπνησε μια μέρα και αποφάσισε να πάρει διαζύγιο, αναζητούμε διέξοδο από μια συμβίωση εκμετάλλευσης χρόνων. Μην ακούτε τα λόγια του «μετανιωμένου συζύγου» που μας κακοποιούσε με την ανοχή μας. Τώρα θα μας πει οτιδήποτε προκειμένου να μείνουμε μαζί του. Αν, όμως, επιστρέψουμε θα ξαναπέσει αμέσως στα ίδια…

Θέλω να ελευθερωθώ από τα ψέματά σου

Είσαι τόσο αυτάρεσκος

Δε σε χρειάζομαι.

Περί ευθύνης

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή για να ασχοληθεί κανείς με το θέμα της ευθύνης που φέρει ο καθένας από μας, είτε σαν πολίτης, είτε σαν πολιτικός απέναντι στο κράτος, αλλά και σαν Έλληνας απέναντι στη χώρα.

Νόμος «περί ευθύνης πολιτών» δεν υπάρχει. Ευτυχώς.

Αλίμονο αν παίρναμε ως παράδειγμα τον διαβόητο νόμο «περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών» του οποίου η μόνη χρησιμότητα είναι να καταργεί αυτήν ακριβώς την ευθύνη στην οποία αναφέρεται. Ένας νόμος του 2003 της κυβέρνησης Σημίτη, ο οποίος σχεδιάστηκε από τον νυν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελο Βενιζέλο και συνυπογράφεται, μεταξύ άλλων, από τον Άκη Τσοχατζόπουλο.

Ένας νόμος βαθύτατα αντισυνταγματικός, ο οποίος προσβάλλει άμεσα την αρχή της ισονομίας και δεν καταργήθηκε, παρόλα αυτά, από καμία από τις τρεις κυβερνήσεις που ακολούθησαν.

Το ίδιο πολιτικό σύστημα το οποίο με περίτεχνο τρόπο κατάφερε να αποποιηθεί κάθε ουσιαστικής ευθύνης, έχει ρίξει ταυτόχρονα το βάρος της στον πολίτη. Πως; Πείθοντάς τον πως «μαζί τα φάγαμε». Κουνώντας του το δάχτυλο επειδή ενδεχομένως φοροδιαφεύγει για λίγα τετραγωνικά ημιυπαίθριου χώρου, ασχέτως αν πολιτικοί, υψηλόβαθμοι δημόσιοι λειτουργοί και επιχειρηματίες διακινούν ανεξέλεγκτα δισεκατομμύρια, βαφτίζουν τις παράνομες βίλες τους «αναψυκτήρια» και τις πισίνες τους «δεξαμενές ομβρίων υδάτων».

Κατηγορώντας τον επειδή μπορεί να έχει κάποιον συγγενή διορισμένο στο Δημόσιο, δικαίως ή αδίκως δεν το εξετάζουμε. ΟΛΟΙ οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι διεφθαρμένοι κηφήνες, έτσι δεν είναι;

Χρεώνοντας στον πολίτη το γεγονός ότι δεν ζητά απόδειξη, άρα… δεν αγαπά την Ελλάδα. Αυτό φταίει, τελικά. Δε ζητούσαμε αποδείξεις.

Είναι ατομική υποχρέωση του καθένα να τηρεί τους νόμους και αν δεν το κάνει, η αρμοδιότητα για να επιβληθούν οι ανάλογες κυρώσεις εμπίπτει στο κράτος. Είναι τουλάχιστον γελοίο ένα αναποτελεσματικό κράτος να μεταθέτει τις ευθύνες του στους πολίτες, αποκαλώντας τους συλλήβδην «διεφθαρμένους». Η ευθύνη για την εφαρμογή των νόμων και την πάταξη της διαφθοράς ανήκει αποκλειστικά σε αυτό.

Φταίμε, βέβαια, που ζητούσαμε ρουσφέτια. Δηλαδή φταίει ο κάθε μεροκαματιάρης που ονειρεύτηκε ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί του και το σπούδασε, πληρώνοντας με αίμα ένα αδηφάγο σύστημα δήθεν δωρεάν παιδείας, για να το δει να καταλήγει άνεργο. Φταίει λοιπόν αυτός που χτύπησε την πόρτα των βουλευτών και όχι εκείνοι που διόρισαν το παιδί του. Μήπως ο ίδιος απλός πολίτης φταίει και για τους «ημέτερους» που διορίζονταν  σε διευθυντικές θέσεις οργανισμών και υπουργείων ακόμα και χωρίς απολυτήριο λυκείου;

Φταίμε που θέλαμε όλοι να μπούμε στο Δημόσιο. Όπως ο εργαζόμενος που προσπαθούσε να αποφύγει πάση θυσία έναν ιδιωτικό τομέα τελείως ανεξέλεγκτο, με άθλιες συνθήκες εργασίας, ενίοτε χωρίς καν ασφάλιση. Και αυτά ήταν στις καλές εποχές. Τώρα πια φτάσαμε στο σημείο να μην υπάρχει καμία απαίτηση από τον εργοδότη, αρκεί να προσφέρει δουλειά. Έστω και για 400 Ευρώ. Προσεχώς 200.

Η ευθύνη της δημιουργίας κατάλληλων συνθηκών για μια υγιή οικονομία ανήκει στο Κράτος, όχι στον εργαζόμενο. Η ευθύνη για τους διορισμούς, είτε νόμιμους, είτε παράνομους, ανήκει σε αυτούς που τους μεθοδεύουν.

Μήπως φταίει ο κάθε ασθενής ή η οικογένειά του που έχει μάθει ότι για να βρει κρεβάτι σε νοσοκομείο ή για να κλείσει ημερομηνία για επείγουσα επέμβαση σε λιγότερο από εξάμηνο πρέπει να δώσει το καθιερωμένο φακελάκι; Φταίνε οι νοσηλευτές στο δημόσιο νοσοκομείο ή οι νέοι γιατροί που εργάζονται σε συνθήκες εμπόλεμης ζώνης επειδή δεν υπάρχουν επαρκή μέσα και προσωπικό για να λειτουργήσει σωστά το εθνικό σύστημα υγείας;

Φταίει ο κάθε ασφαλισμένος ο οποίος τόσα χρόνια πλήρωνε τις (υπέρογκες για τα δεδομένα της ΕΕ) εισφορές του επειδή κατασπαταλήθηκαν τα αποθεματικά των ταμείων για την παροχή παράνομων συντάξεων; Μήπως φταίει για την αγορά τόνων άχρηστου υγειονομικού υλικού σε υπέρογκες τιμές ή για την καταχρηστική συνταγογράφηση φαρμάκων που κατέληγαν σε πηγάδια;

Η ευθύνη για τη σωστή λειτουργία του συστήματος Πρόνοιας ανήκει στο Κράτος, όχι στους δικαιούχους. Το Κράτος έχει την υποχρέωση να ελέγχει σε ποιους δίνει συντάξεις, που κατευθύνονται οι δαπάνες, που υπάρχουν ελλείψεις και να εντοπίζει που έγιναν ατασθαλίες. Και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τιμωρεί τους δικαιούχους-χρηματοδότες του συστήματος κόβοντας τις συντάξεις τους και καταργώντας την περίθαλψή τους εξαιτίας της διαφθοράς και της σπατάλης που το ίδιο  καλλιέργησε.

Η ευθύνη των κυβερνώντων απέναντι στους πολίτες έχει τρεις πτυχές: θεσμική, νομική και ηθική.

Η θεσμική ευθύνη αφορά στην τήρηση του Συντάγματος και στη σωστή, ανεξάρτητη λειτουργία των τριών εξουσιών. Η νομοθετική εξουσία (Βουλή), η εκτελεστική εξουσία (κυβέρνηση) και η δικαστική εξουσία (δικαστήρια) οφείλουν να λειτουργούν ανεξάρτητα και να ασκούν έλεγχο η μία στην άλλη.

Προσέξτε, να «ασκούν έλεγχο», όχι να «ελέγχουν» όπως συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα. Ουσιαστικά, η Βουλή αποτελεί άβατο για τη δικαιοσύνη, ενώ η δικαστική εξουσία εξαρτάται από την κυβερνητική εξουσία. Οι βουλευτές χρησιμοποιούν την αστυνομία σαν προσωπική ασφάλεια, υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη κατέχουν ταυτόχρονα καίριες θέσεις στο Δημόσιο και πάει λέγοντας.

Αν, δε, προσθέσουμε στην εξίσωση και τη λεγόμενη «τέταρτη εξουσία», τον Τύπο και τη διαπλοκή του με τα κόμματα και την εκάστοτε κυβέρνηση…

Η νομική ευθύνη προϋποθέτει τη σωστή εφαρμογή των συνταγματικά ορθών νόμων. Το Κράτος οφείλει να εξασφαλίζει ότι το ίδιο λειτουργεί πάντα μέσα στο πλαίσιο του νόμου (και του Συντάγματος) αλλά και ότι ισχύει ισονομία για κάθε πολίτη, είτε είναι ένας «απλός» συνταξιούχος, είτε είναι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός.

Δεδομένου ότι οι κυβερνώντες στην Ελλάδα έχουν θέσει εαυτούς υπεράνω του νόμου δεν πιστεύω ότι χρειάζεται κάποιο σχόλιο εδώ.

Η ηθική ευθύνη αφορά απλά στην προσωπική αξιοπρέπεια. Υπερτερεί των δύο προηγούμενων πτυχών με την έννοια ότι αν ο οποιοσδήποτε κατέχει μια θέση εξουσίας αποτύχει θεσμικά ή νομικά, οφείλει αν μη τι άλλο να παραιτηθεί του αξιώματός του.

Δεν είναι δυνατόν σε κάθε άλλη προηγμένη χώρα της Ευρώπης (εκτός Ιταλίας) να παραιτούνται υπουργοί και Πρόεδροι για παραπτώματα έστω και λίγων εκατοντάδων Ευρώ και στην Ελλάδα το ένα σκάνδαλο δισεκατομμυρίων να διαδέχεται το άλλο και να μην κινείται φύλλο. Να παραδέχεται η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός την πλήρη τους απραξία επί ένα εξάμηνο για μέτρα (στα οποία κάκιστα μεν συμφώνησαν, αλλά συμφώνησαν) και να μην κινείται κανένας από την καρέκλα του. Να μιλούν συνεχώς για κάποιες ακαθόριστες «πολιτικές» ευθύνες οι οποίες έχουν άγνωστο παραλήπτη και κενό νόημα. Να έχουν το θράσος να απειλούν με «ακυβερνησία». Ενώ τώρα ε;

Η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, οι κυβερνήσεις υπογράφουν αδιανόητες συμφωνίες, αποτυγχάνουν να τις τηρήσουν, μας εκθέτουν διεθνώς, προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας, κατασπαταλούν τα λεφτά των φορολογούμενων και το μόνο που ακούμε ως αυτοκριτική είναι ένα αόριστο «κάναμε λάθη».

Δεν «κάνατε λάθη», κυρίες και κύριοι, καταστρέψατε συστηματικά την Ελλάδα επί 30 χρόνια. Και δεν αναλάβατε ποτέ τις ευθύνες σας για αυτό. Κανένας από εσάς. Ούτε ένας. Ο πρώτος Έλληνας πολιτικός που προφυλακίστηκε, το τονίζω, προφυλακίστηκε για ένα από τα πλείστα όσα σκάνδαλα στα οποία έχει αναμιχθεί είναι ο Άκης Τσοχατζόπουλος. Το 2012. Προεκλογικά.

Αυτή είναι η απόδειξη ότι η Ελλάδα αλλάζει; Η προφυλάκιση ενός αποδιοπομπαίου τράγου και της κατσίκας του; Το κυνήγι μαγισσών-οροθετικών ιερόδουλων; Ο εγκλεισμός λαθρομεταναστών σε ένα προχειροστημένο κέντρο; Αλήθεια, το ΠΑΣΟΚ έδωσε σε κανέναν από τους υποτιθέμενους 250.000  ψηφοφόρους του μεγάλου του ηγέτη απόδειξη για τα 2 Ευρώ που κατέβαλλαν για να τον ψηφίσουν;

Τελικά, αυτή είναι η πραγματική ευθύνη μας ως πολίτες. Το ότι τόσα χρόνια δεν ζητήσαμε απόδειξη. Ή το λογαριασμό. Το ότι ο Έλληνας πίστεψε τους πολιτικούς όταν έλεγαν πως τάχα τα χρήματα της Ευρώπης ήταν δικαιωματικά δικά μας. Και στήσαμε τη  ζωή μας με δανεικά, αντί να εκμεταλλευτούμε την πραγματική χρηματοδότηση της ΕΟΚ (και αργότερα ΕΕ) για να φτιάξουμε κάτι που θα απέδιδε καρπούς.

Μόνοι μας θα το κάναμε, θα μου πείτε; Όχι. Άλλα δεν το απαιτήσαμε ποτέ από τις κυβερνήσεις μας. Μείναμε στο «Τσοβόλα δώστα όλα» και στην εικονική ευμάρεια του Ευρώ, του Χρηματιστηρίου (πριν σκάσει) και των Ολυμπιακών (πριν μας έρθει ο λογαριασμός).

Δεν το πιστέψαμε. Δεν το διεκδικήσαμε. Δεν προσπαθήσαμε ποτέ να αλλάξουμε πραγματικά την Ελλάδα. Επαναπαυτήκαμε. Βαλθήκαμε να γίνουμε όλοι επιστήμονες. Λες και ο πεινασμένος δικηγόρος είναι καλύτερος από τον χορτάτο αγρότη. Αυτή είναι η ευθύνη μας ως πολίτες. Το αν ζητήσαμε απόδειξη ή όχι από το μάστορα ελάχιστη σημασία έχει.

Σημασία έχει ότι δεν τιμωρήσαμε όσους μας έφεραν ως εδώ. Και αν δεν το κάνουμε και τώρα δε θα πληρώσουμε μόνο εμείς και τα παιδιά μας, αλλά και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι που περιμένουν πάλι από εμάς να δείξουμε το δρόμο της Αντίστασης. Αυτή είναι η δική μας ευθύνη.

Μουσικό Διάλειμμα #12

Θα κάνω μια αλλαγή
Για μια φορά στη ζωή μου
Να νιώσω καλά
Θα κάνω τη διαφορά, θα επανορθώσω

[…]

Αρχίζω από τον άνθρωπο στον καθρέφτη
Ν’αλλάξει συνηθείες του ζητώ
Πιο ξεκάθαρο μήνυμα δεν υπάρχει
Αν τον κόσμο θες καλύτερο
Κοίτα τον εαυτό σου και κάνε μια αλλαγή.