Λυκούργου Διαπαιδαγώγησις

Ο Λυκούργος περίμενε σχεδόν λαχανιασμένος στη μέση του σαλονιού. Τα χέρια του ήταν κοκκινισμένα μέχρι τον καρπό και από τις χαρακιές στις παλάμες δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτα, ούτε τη μοίρα. Το κεφάλι του ήταν κατεβασμένο και η ματιά του είχε καρφωθεί στα γυμνά του πόδια. Τα μαλλιά ανακατεμένα σαν από πάλη, το μπλουζάκι του ξεχειλωμένο στο λαιμό και, λίγο πάνω από το στήθος, στην ερεθισμένη επιδερμίδα, ένα σταυρουδάκι, δώρο της γιαγιάς από καιρούς αλλοτινής χαράς.
«Δεν θα σε χτυπήσω άλλο» ακούστηκε μια αντρική φωνή, σχεδόν στεντόρεια από την κουζίνα. «Πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα έχουμε καλύτερο αποτέλεσμα».
Ακούστηκε ο γουργουλιστικός ήχος ενός κουταλιού σε ένα γεμάτο ποτήρι.
Ο Λυκούργος δεν απάντησε αλλά σήκωσε το κεφάλι. Τα μάγουλά του ήταν κόκκινα από την έξαψη του τρόμου αλλά τα μάτια του, αν και κλαμένα, είχαν μια πρωτοφανή αποφασιστικότητα.
«Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι, γίνεσαι άντρας σιγά σιγά» είπε η φιγούρα μπαίνοντας στο δωμάτιο. Ο Λυκούργος ρίγησε και έκανε ένα βήμα πίσω, σχεδόν αντανακλαστικά.
Ο άντρας κάθισε στην τραπεζαρία. Το βλέμμα του περιηγήθηκε στους τοίχους και σταμάτησε στις δύο πολυθρόνες κάτω από το παράθυρο. Σηκώθηκε και έλεγξε αν ήταν κλειστό κι ύστερα έκλεισε τις κουρτίνες, γκριζάροντας το δωμάτιο. Ο Λυκούργος πρόφτασε να δει λίγο, στο απέναντι μπαλκόνι, ένα παιδικό ποδηλατάκι σαν αυτό που είχε μικρός.
Ο άντρας ακούμπησε πάνω στην τραπεζαρία ε ένα ψηλό γυάλινο ποτήρι με φραπέ, ο οποίος δεν ήταν χτυπημένος. Οι κόκκοι έπλεαν ακόμα στο καφέ νερό, που στα μάτια του Λυκούργου έμοιαζε με λασπόνερο.
«Όλοι αυτοί οι ήρωες έχουν βοηθήσει την Ελλάδα» είπε ο άντρας δείχνοντας τα κάδρα του Καραϊσκάκη, του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη. «Καθένας από αυτούς έχει χύσει αίμα για αυτή τη χώρα. Ο άλλος σουβλίστηκε, ο Διάκος. Στο έχω πει, δεν στο έχω πει; Σίγουρα στο έχω πει. Κάθε φορά που έχουμε εκλογές στα λέω αυτά. Για να μάθεις. Να ξέρεις.»
Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι και κοίταξε με άγριο ύφος τον Λυκούργο. «Πραγματικά δεν μπορώ να σε καταλάβω. Είσαι εσύ παιδί μου; Σε λιγότερο από ένα χρόνο ψηφίζεις και δεν θες να ακολουθήσεις στα χνάρια του πατέρα σου; Τι έκανα λάθος; Δεν σε έχω χτυπήσει αρκετά; Ήθελες κι άλλο;»
Ο Λυκούργος κατέβασε τα μάτια κι έμεινε σιωπηλός. Ο Πατέρας του αναστέναξε. «ΠΑΣΟΚ ή Νέα Δημοκρατία, τόσα χρόνια έπρεπε να είναι στο πετσί σου. Τσάμπα το ξύλο; Όλα πήγαν χαμένα;»
Άναψε άγαρμπα ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στα πόδια του Λυκούργου. Μετά σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει γύρω από το τραπέζι. Σταμάτησε μπροστά του σα να ήθελε να τον επιθεωρήσει και του σήκωσε το σαγόνι.
«Θυμάσαι όταν ήσουν οκτώ με εννιά, στις δημοτικές νομίζω ήταν. Θυμάσαι πως φώναζες ΠΑΣΟΚ μέσα στους λυγμούς; Και δεν είχα καν χρησιμοποιήσει τη ζώνη τότε» είπε κουνώντας το δάκτυλο απειλητικά. «Με δυο γροθιές όλες κι όλες έγινες πράσινος ήλιος!»
Έκανε μια μικρή παύση σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι και συνέχισε τη βόλτα του γύρω από το τραπέζι καπνίζοντας.
«Ή στις πρώτες βουλευτικές σου; Θυμάσαι που με ρώταγες ποιος είναι ο χοντρός πολιτικός με τη καράφλα; Αυτός που είπες ότι έμοιαζε με φάλαινα; Και σου είπα ότι είναι ένας από τους γαλάζιους σωτήρες, της θάλασσας, της Νέας Δημοκρατίας;»
Τράβηξε τα παντελόνια του και συμμάζεψε το πουκάμισό του. Δεν μπορούσε να κάνει καλά πλέον τη φουσκωμένη κοιλιά του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, κάτω στο περίπτερο, και η φωνή του ακούστηκε σχεδόν τυπική.
«Θυμάσαι που σε είχα κλείσει στο δωμάτιο για δύο μέρες, δίχως τροφή ή νερό, και στο τέλος φώναζες με όλη σου τη δύναμη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ; ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!!!;»
Ξανακάθισε και κοίταξε τον Λυκούργο. Πήρε τη βέργα στα χέρια του και την κούνησε μερικές φορές στον αέρα. Ο ήχος ήταν καθηλωτικός, τόσο οικείος και τόσο απόκοσμος.
Ο Λυκούργος κατουρήθηκε.
«Και τώρα;» είπε εκνευρισμένος ο πατέρας του. «Τώρα έρχεσαι, λίγο πριν ψηφίσεις, μετά από τόσα χρόνια διαπαιδαγώγηση και μου λες ότι δεν θα ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία;! Αμφισβητείς τα όσα έχουν προσφέρει; Όλα όσα σου δίδαξα; Τώρα, την πιο κρίσιμη στιγμή; Άπλωσε τα χέρια!»
Ο Λυκούργος οπισθοχώρησε αλλά ο πατέρας του τον πρόλαβε και του άρπαξε τα χέρια. Γύρισε ανοικτή την αριστερή παλάμη και της έριξε δυο δυνατές βιτσιές.
Κι άλλη μία.
Και μία ακόμα.
Ύστερα τον έσπρωξε αηδιασμένος.
«Δεν καταλαβαίνεις ότι σου έχουν ποτίσει το κεφάλι οι τηλεοράσεις που κατηγορούν συνέχεια τις δύο μεγάλες παρατάξεις; Δεν καταλαβαίνεις ότι είναι φτιαχτό; Είσαι τόσο ευκολόπιστος; Τι γιος είσαι εσύ; ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία έχουν σώσει τη χώρα και πρέπει να ψηφίσεις ένα από τα δύο! Το καταλαβαίνεις; Δεν έχουν κλέψει, μας έχουν προστατέψει από τους Ευρωπαίους εχθρούς μας και αυτούς τους Τούρκους, τα τέρατα της ανατολής! Πώς μπορείς να το αρνείσαι αυτό; Πώς μπορείς να είσαι τόσο τυφλός;»
Το χαστούκι ακούστηκε μέχρι το ισόγειο κι ο Λυκούργος έπεσε κάτω. Δεν μπορούσε να μιλήσει ή να κλάψει. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί και στα μάτια του είχε πέσει ένα πέπλο θολό, σαν να κοιτούσε μέσα από νερό. Από την αριστερή άκρη των χειλιών του έτρεχε αίμα. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να το σκουπίσει. Κατάφερε όμως να σηκωθεί, τρέμοντας σε στάση προσοχής.
Ο πατέρας του ξανακάθισε και ήπιε μια γουλιά από το λασπωμένο πλέον φραπέ. Έβαλε το κεφάλι μες στα χέρια του και τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του, σαν να ήθελε να τα ξεριζώσει. Η φωνή του γλύκανε.
«Βρε παιδί μου, άκουσε, προσπάθησε να καταλάβεις. Αυτές οι δύο παρατάξεις μας έχουν βάλει φαγητό στο τραπέζι. Βρήκαν δουλειά στην αδερφή σου, με βοήθησαν να πάρω δάνειο, να έχουμε σπίτι να μείνουμε. Καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι αυτό; Τι σε ενοχλεί; Ότι κλέβουν; Ότι έχουν φτιάξει τον πολιτικό νόμο όπως τους βολεύει; Ότι έχουν βουλευτική ασυλία; Ότι το νομικό σύστημα είναι δικό τους; Αυτά βρε τα κάνουν όλοι, έτσι είναι τα πράγματα, δεν αλλάζουν αυτά. Απλά πρέπει να είμαστε κοντά κι εμείς, στη φωλιά, κάτω απ’ τη φτερούγα του δράκου. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Ο Λυκούργος κούνησε πολύ αργά το κεφάλι δεξιά και αριστερά.
Όχι, δηλαδή.
Όχι.
Ο Πατέρας του εξαγριώθηκε.
«Εσύ με προκαλείς! Εσύ, κωλόπαιδο! Σου δίνω την Ελλάδα στο πιάτο κι εσύ την αποστρέφεσαι.» Έβγαλε τη ζώνη του. «Γύρνα!» ακούστηκε μαινόμενη η φωνή. Ο Λυκούργος υπάκουσε και η ζώνη έπεσε σχιστά στην πλάτη του σχεδόν αμέσως, σα χαρακιά από καυτή λάμα.
«Τριάντα χρόνια ψηφίζω τα δυο κόμματα. Κι έρχεσαι εσύ τώρα να μου πεις ότι έκανα λάθος, ότι κατέστρεψα την Ελλάδα και αρνείσαι να τα ψηφίσεις;»
Η ζώνη ακούστηκε ξανά κι ο Λυκούργος λύγισε στα γόνατα βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο. Άλλο ένα χτύπημα ήρθε.
Κι άλλο ένα.
Κι άλλο ένα.
Ξαφνικά ο Πατέρας του σταμάτησε. Πέταξε τη ζώνη στον τοίχο, εξοργισμένος, έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε ψηλά, σαν να περίμενε βοήθεια από το Θεό.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις τι έχω περάσει. Κι είσαι και γιός μου! Προσβάλεις τους ήρωες στους τοίχους ρε μαλακισμένο! Ξέρεις πόσες κατουρημένες ποδιές έχω φιλήσει τόσα χρόνια; Για μια ελάχιστη αύξηση, για την πιο μικρή εξυπηρέτηση! Τόσα χρόνια! Για να είμαι μόνιμος! Να σε ταΐσω!!!»
Δάγκωσε τη γροθιά του και χαμογέλασε στον εαυτό του λες κι ήταν ο άρχοντας των αδικημένων.
«Δεν ήξερα νομίζεις τόσα χρόνια τι κάνουν; Εσένα περίμενα να μου το υπενθυμίσεις; Ένα σκατό που δεν έχει ζήσει ακόμα τίποτα; Δεν θα πετάξω εγώ σαράντα χρόνια πίστης επειδή ξαφνικά εμφανίστηκαν δήθεν επαναστατικά κωλόπαιδα σαν εσένα! Δεν θα μου πεις εσύ πως υπήρξα μαλάκας εδώ και σαράντα χρόνια!»
Τον έπιασε αμόκ. Άρπαξε το ποτήρι και το πέταξε στον τοίχο. Τα γυαλιά πετάχτηκαν παντού, ο λασπωμένος καφές πιτσίλισε τις κουρτίνες και την μικρή τηλεόραση, φτάνοντας ακόμα και στην κουζίνα. Έπιασε το τραπέζι με τα δύο χέρια και το αναποδογύρισε, πέταξε τα μαξιλάρια του καναπέ στα τζάμια, χτύπησε με γροθιά το στερεοφωνικό.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια του και με ένα άλμα έφτασε κοντά στον Λυκούργο. Τον έπιασε από τα μπράτσα, τα μάτια γουρλωμένα και λευκά, σαν του τρελού.
«Καταλαβαίνεις τι θα πάθω αν δεν ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.; Πρέπει να με καταλάβεις» είπε με τρεμάμενη φωνή. «Θα πάνε άχρηστα όλα τα χρόνια, δεν θα έχω τίποτα να δείξω, σε κανέναν. Καταλαβαίνεις γιατί σε χτυπάω από μικρός; Για να μάθεις, να ξέρεις, να με προστατέψεις όταν έρθει η ώρα. Σα καλός γιος, σαν άξιος γιος.»
Ο Λυκούργος τον κοίταγε στα μάτια. Έμοιαζε αποφασιστικός αλλά ναρκωμένος, οργισμένος και τρομοκρατημένος ταυτόχρονα. Καμία αντίδραση όμως, καμία άμυνα. Μόνο το βλέμμα της σιωπής, το βλέμμα της αποκάλυψης, το βλέμμα του καθρέφτη.
«Εντάξει, εντάξει» είπε ο Πατέρας του ξαφνικά και ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο μέτωπο και στους κροτάφους. Τον χάιδεψε στο πρόσωπο. «Εντάξει, δεν θα σε χτυπήσω ποτέ ξανά, ποτέ. Τώρα είσαι άντρας, μεγάλωσες. Θα ψηφίζεις σε λίγο. Να, θα σου πω τι θα κάνουμε» είπε και πήγε προς το παράθυρο για να δοκιμάσει πάλι αν ήταν κλειστό.
«Αν μου υποσχεθείς ότι θα ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ. δεν θα σε χτυπήσω ξανά. Όπως σου είπα. Ποτέ ξανά. Αρκεί να ψηφίσεις αυτό που πρέπει».
Κι αμέσως άρχισε να συμμαζεύει.
Ξεκίνησε άρον άρον από τα σπασμένα γυαλιά. Πέταξε τα μαξιλάρια στον καναπέ, γύρισε το τραπέζι. Πήγε στην κουζίνα και έφερε μια πατσαβούρα για να σκουπίσει τους καφέδες. Σκόνταψε σχεδόν στο καλώδιο ρεύματος της τηλεόρασης αλλά ισορρόπησε σαν κλόουν. Όλη την ώρα μονολογούσε.
«Θα δεις, όλα θα πάνε καλά. Δεν θα σε χτυπήσω ποτέ ξανά. Θα φτιάξω και το σπίτι, θα δεις. Καθαρό. Να, θα μαζέψω κι αυτό. Κι αυτό. Και το ταψί. Θα σου φέρω και νερό». Μετά από λίγο μπήκε πάλι στο δωμάτιο και ακούμπησε το νερό στο τραπέζι. «Να, πιες, πιες, συγνώμη. Πιες και όλα θα πάνε καλά.» είπε και κάθισε στην καρέκλα αναψοκοκκινισμένος.
Ο Λυκούργος πλησίασε διστακτικά και πήρε το ποτήρι, θα έκανε τα πάντα για λίγο νερό. Το ακούμπησε στο στόμα του και έκανε μια γκριμάτσα πόνου. Αμέσως το κατέβασε και μάλαξε την αριστερή μεριά των χειλιών του που είχε πρηστεί. Ύστερα το ξανάφερε στα χείλη και ήπιε αργά δυο γουλιές.
«Μπράβο στο αγόρι μου, μπράβο. Πες στον μπαμπά τι θα ψηφίσεις τώρα, όλα θα πάνε καλά. ΠΑΣΟΚ;»
Ο Λυκούργος τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά.
Ήταν όχι.
«Α, εντάξει. Ν.Δ. τότε, ε; Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς. Πες μου. Ν.Δ., σωστά;»
Ο Λυκούργος τον κοίταξε πάλι και έκανε την ίδια κίνηση με το κεφάλι του.
Ήταν ένα ακόμα όχι.
Ο πατέρας του άρχισε να κοιτάει αλαφιασμένος. «Όχι, δεν μπορεί, δεν μπορεί». Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο και σταμάτησε πάλι πάνω στη ζώνη, κουλουριασμένη σα φίδι στο καναπέ. «Το βρήκα! Τώρα θα δεις!» είπε και την άρπαξε.
Το ποτήρι έπεσε από τα χέρια του Λυκούργου και για πρώτη φορά κοίταξε προς την πόρτα. Έπρεπε να φύγει, δεν τον είχε ξαναδεί έτσι τον Πατέρα του. Ήταν τελείως μπερδεμένος, δεν έβγαζε νόημα, αισθάνθηκε ότι θα τον σκότωνε.
Ο Πατέρας του γύρισε απότομα από τον θόρυβο, με τη ζώνη στο χέρι και αμέσως χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο δίχως δόλο όμως, δίχως ειρωνεία, ένα απολογητικό χαμόγελο, σχεδόν λυτρωτικό.
«Μη τρομάζεις» είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε. «Ξέρω εγώ τον τρόπο να σε κάνω να ψηφίσεις αυτό που πρέπει.» Σήκωσε το χέρι και του πρόσφερε τη ζώνη. «Να, πάρτη και χτύπα με όσο θες. Βγάλε το άχτι σου, αρκεί να ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. Κάνε με μαύρο, μου αξίζει, δεν μου αξίζει;! Τιμώρησέ με λοιπόν, έλα, αρκεί να ψηφίσεις αυτό που πρέπει! Κάνε με να πληρώσω, αυτό δεν ήθελες εξαρχής ; Έλα!»
Ο Λυκούργος δεν έκανε καμία κίνηση. Ο Πατέρας του πλησίασε πιο κοντά, αλλάζοντας το ύφος του. Άρχισε να παρακαλάει.
«Μη μου χαλάς το χατίρι, σε παρακαλώ. Ρίξε μου με τη ζώνη, πρέπει να με τιμωρήσεις. Τόσα χρόνια δεν μπορούν να πάνε χαμένα, τόση ζωή. Ναι, το παραδέχομαι. Είμαι σιωπηλός συνένοχος, έχεις δίκιο. Χτύπησέ με! Πάρε και τη βέργα, μου αξίζει, μου αξίζει. Χτύπησέ με αλύπητα, αρκεί η ψήφος σου να πάει εκεί που πρέπει» είπε και έβαλε τα κλάματα.
Ο Λυκούργος πήρε τη ζώνη και είδε τον Πατέρα του όπως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ: ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, εγκλωβισμένο μες στην ελευθερία. Ένοχος και συνένοχος ταυτόχρονα, που ψάχνει μάταια έναν δικαστή στην καρδιά της βίας.
«Εκεί που πρέπει. Τιμώρησέ με, το αξίζω», ψέλλισε ο Πατέρας του.
Ο Λυκούργος ακούμπησε τη ζώνη πάνω στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι του και βγήκε για πάντα από το δωμάτιο.
Ήταν όχι.
Ένα καθαρό, ελπιδοφόρο όχι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s