Ήθος και διακρίσεις

Όσο και να θέλω να το αποφύγω, δυστυχώς είναι αδύνατον. Όχι γιατί θέλω οπωσδήποτε να ασχοληθώ με την Παπαχρήστου και τις αντιλήψεις της. Αλλά πιο πολύ για τα σχόλια που άκουσα και διάβασα μέσα σε λίγες ώρες.

Για να κλείσω όσο πιο συνοπτικά γίνεται το θέμα, σε ό,τι αφορά στην αθλήτρια συγκεκριμένα, πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει τα social media (όπως το Twitter και το Facebook) σαν να μιλά στο μικρόφωνο μπροστά σε πλήθος. Πόσω μάλλον αν είναι δημόσιο πρόσωπο, όπως μια αθλήτρια που συμμετέχει σε Ολυμπιακούς αγώνες.

Όλοι έχουμε πει ρατσιστικά ανέκδοτα στην παρέα μας. Αυτό δε μας κάνει ρατσιστές. Ωστόσο, όλα είναι θέμα χώρου, χρόνου και τρόπου.

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο καθένας περιμένει να σου κολλήσει μια ταμπέλα και να σε χαρακτηρίσει «ρατσιστή», «φασίστα», «προδότη» κ.ο.κ. Προτού λοιπόν δημοσιοποιήσεις κάτι, έστω και αν είναι ένα κακόγουστο αστείο, πρέπει να προσέχεις πολύ. Ειδικά αν το προφίλ σου είναι ήδη γεμάτο αναρτήσεις που αποδεικνύουν ότι το «αστείο» σου δεν ήταν απλά αστείο, αλλά μάλλον το ασπάζεσαι σαν «ιδεολογία».

Αυτό που με απασχολεί πιο πολύ δεν είναι, όμως, οι πολιτικές απόψεις μιας 23χρονης κοπέλας που, εν τέλει, έχει όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσει πόσο λανθασμένες είναι.

Το αν ήταν ή όχι ρατσιστικό το σχόλιο και αν ήταν δίκαιη ή όχι η ποινή είναι το λιγότερο. Το ανησυχητικό είναι ότι ο κόσμος, για να το θέσω με αθλητικούς όρους, έχει χάσει τη μπάλα.

Δύο ήταν τα βασικά επιχειρήματα που συνάντησα στις διαδικτυακές συζητήσεις. Το πρώτο αναφέρεται στην ατιμωρησία και στην υποκρισία των περισσότερων πολιτικών και των διαπλεκόμενων επιχειρηματιών (βλ. Ισίδωρος Κούβελος ο οποίος έλαβε την απόφαση του αποκλεισμού ως αρχηγός της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής). Το δέυτερο αναφέρεται στην εμπορευματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων και, κατά συνέπεια, στην απομυθοποίηση τους.

Συμφωνούμε ότι διεφθαρμένοι πολιτικοί και διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες στην Ελλάδα άγονται και φέρονται χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν χάσει το νόημα που είχαν επί αρχαίας Ελλάδας.

Πολύ απλά, έχει εκλείψει το ήθος. Σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτό που πρέπει να αποφασίσουμε είναι το τι σημαίνει αυτό για τον κόσμο μας και το ποια πρέπει να είναι η δική μας στάση, ως άνθρωποι, απέναντι στον ευτελισμό των πάντων.

Το «ωχ μωρέ και τι έγινε» δεν επαρκεί πια. Επειδή αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση μας έφερε ως εδώ. Πρέπει, λοιπόν, να αποφασίσουμε αν θα αποδεχθούμε ότι δεν υπάρχει πλέον ήθος και θα αφήσουμε, άρα, τα πάντα να πάνε κατά διαόλου ή αν ο καθένας από εμάς θα τραβήξει μια κόκκινη γραμμή και θα βάλει όρια. Πρώτα για τον εαυτό του και μετά για το πως βλέπει τους άλλους.

Αν το πάρουμε απόφαση ότι θα αφήσουμε τα πράγματα να φθάσουν στο απόλυτο μηδέν, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τις συνέπειες. Ο άνθρωπος χωρίς ήθος είναι το χειρότερο κτήνος. Θα υπάρξει πλήρης διάλυση των πάντων και θα καταλήξουμε σε ένα κακέκτυπο κοινωνίας στο οποίο ο μόνος σκοπός είναι η επιβίωση με κάθε μέσο.

Αυτό δεν είναι κάτι το οποίο θα συμβεί αύριο, φυσικά. Θα πάρει κάποια χρόνια. Η πορεία αυτή, όμως, προδιαγράφεται ήδη. Και δε χρειάζεται να σας αναλύσω ποιους συμφέρει να μετατραπεί η κοινωνία σε χοιροστάσιο, έτσι δεν είναι; Εκείνους που ήδη μας βλέπουν σαν κρέας έτοιμο για λουκάνικά.

«Και τι είπε η κοπέλα»;

«Καλά να πάθει ο τεμπέλης δημόσιος/το λαμόγιο ο ελεύθερος επαγγελματίας/ο προνομιούχος ο τραπεζικός».

«Καλά του έκανε του κωλόπαιδου/της κομμουνίστριας/του βρωμοπακιστανού/του βρωμόμπατσου».

Όταν κολλάς ετικέτες στους ανθρώπους, αυτόματα κολλάει μια και στη δική σου πλάτη. Και όταν τελειώσουν οι μαύροι, οι κομμουνιστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπόλοιποι αποδιοπομπαίοι τράγοι, θα πάρεις εσύ σειρά για το σφαγείο. Μπορεί να μην το πιστεύεις, αλλά η ετικέτα σου είναι κει. Κάποιος, κάπου θα βρεθεί να στην κολλήσει.

Δεν το λέω εγώ, το έχει πει πολύ καλύτερα ο Μάρτιν Νίμελερ, πολλά χρόνια πριν.

Στην αρχή ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους.
Δεν ήμουν Εβραίος και δεν φώναξα.
Μετά ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές.
Δεν ήμουν κομμουνιστής και δεν φώναξα.
Έπειτα ήρθε η ώρα των σοσιαλδημοκρατών.
Δεν ανήκα σ΄ αυτό το κόμμα και δεν έβρισκα λόγο να διαμαρτυρηθώ.
Ακολούθησαν οι ομοφυλόφιλοι.
Ούτε κι αυτό σκέφτηκα ότι με αφορούσε.
Στο τέλος ήρθε η σειρά των τσιγγάνων.
Ούτε και τότε βρήκα λόγια για να εκφράσω την αντίθεσή μου.
Ο επόμενος στη σειρά ήμουν εγώ.
Αλλά δεν υπήρχε κανείς για να φωνάξει,
για να αντισταθεί μαζί μου…

Υ.Γ.: Μέσα στα άλλα σχόλια, διάβασα συχνά και το εξής «Γελάγατε με τον Πίου, τώρα σας φταίει το ανέκδοτο». Ρε παιδιά, για ξαναδείτε τη λίγο τη διαφήμιση. Εσάς ποιον σας φαίνεται ότι θίγει, τον φουκαρά το μαύρο που πλένει τα τζάμια ή τον Ελληνάρα πρόεδρο που δουλεύει τους πάντες και τους ηλίθιους οπαδούς που τον πιστεύουν; Μήπως, λέω μήπως, μας συμφέρει να κολλήσουμε την ετικέτα του ρατσισμού για να αποφύγουμε το εύλογο συμπέρασμα;

Μουσικό Διάλειμμα #19

Μία από τις καλύτερες διασκευές των τελευταίων ετών…

Advertisements

Αναδημοσιεύω ένα πολύ πικρό, αλλά και αληθινό κείμενο. Έχουμε καταντήσει να κάνουμε τους ηλικιωμένους να νιώθουν σαν βάρη της κοινωνίας και τους νέους να νιώθουν έξω από αυτή.

a/man/called/...

Χήρα, ετών ογδόντα εφτά. Ολογράφως. Φύρα για το κράτος. Ντρέπεται, γιατί ξεπέρασε το προσδόκιμο. Και είναι βάρος, για όλους. Λέει.

Σύνταξη 894 ευρώ. Οκτακόσια ενενήντα τέσσερα. Ολογράφως κι αυτό. Άλλοι -λέει- δεν παίρνουν ούτε τετρακόσια. Μερικοί ούτε καν σύνταξη. Μερικοί δεν έχουν καν δουλειά. Κάποιες μέρες ούτε γάλα για το παιδί παίρνουν. Την κάναν να ντρέπεται και γι αυτό. «Επειδή το βάλατε γινάτι να ζείτε εσείς και να ζείτε με οκτακόσια ευρώ, εσείς που ανάγκες δεν έχετε, δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους, ένα βαρίδιο είστε».

Στα νοίκια, επί αιώνες. Όλα πέφτουν, τα νοίκια είναι σκληρά καρύδια, αντέχουν ακόμη. Έφυγε, μετά απο εικοσιπέντε χρόνια, από το προηγούμενο σπίτι γιατί ούτε ένα εικοσάρικο σκόντο δέχτηκαν να της κάνουν, να πληρώνει τουλάχιστον τη συμμετοχή της για τα χάπια της πίεσης. Μετακόμιση στα 86. Νέα ζωή αρχίζει ξανά. Για δυο μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο κουτί. Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν, ήθελε το…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 703 επιπλέον λέξεις

Σκίζοντας τα όνειρα

Άλλο πάλι ήθελα να γράψω, αλλού κατέληξα. Δεν είναι περίεργο αυτό, όσα προγράμματα κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν βάλουμε στο νου μας για το μέλλον μας, τα πάντα εξαρτώνται από πράγματα που δεν ορίζουμε. Από δυνάμεις που φαίνονται πάνω από εμάς.

Το μυστικό είναι να καταλάβουμε πότε αυτό είναι πραγματικό και πότε απλά το πιστεύουμε και με την εντύπωσή μας αυτή το κάνουμε πραγματικότητα.

Πρέπει να ξέρουμε πότε πραγματικά μας παίρνει το ποτάμι που δε το σταματά κανένα φράγμα ανθρώπινο και πότε αυτό που θέλουν κάποιοι να μας πείσουν ότι είναι ποταμός, είναι απλά απόνερα από σκάφη αναψυχής.

Σαν αυτά που κάποιοι απέκτησαν με δανεικά-κλεμμένα από εμάς. Από «τεμπέληδες» συνταξιούχους που δουλεύουν στη ζούλα ως τα 70φεύγα γιατί δε φθάνει η σύνταξη. Από άνεργους πτυχιούχους, αριστούχους με δόξα και τιμή από τα ΑΕΙ στα οποία κάποτε έφτυσαν αίμα για να μπουν. Από εργαζόμενους που είναι μήνες απλήρωτοι και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούν στο δρόμο.

Από μικρά παιδιά που μεγαλώνουν σε μια χώρα δίχως μέλλον και απαιτούμε, κάπως, να είναι καλά και υπάκουα σα χρυσόψαρα ημίνεκρα στη γυάλα.

Δεν έχουν αξίες, λέει, τα παιδιά. Ποιος να τους τις δώσει; Ο Ελληνάρας που τόσα χρόνια ψηφίζει όσους βρίζει; Ο δάσκαλος που παίρνει ψίχουλα και διδάσκει σε αίθουσες-αποθήκες; Ο πολιτικός που για να φθάσει την πολύτιμη καρέκλα έχει πουλήσει την ψυχή του ήδη τρεις φορές;

Δεν υπάρχει άλλη αξία αυτή τη στιγμή πέρα από το ένστικτο της επιβίωσης.  Γυρνάμε από την άλλη να μη βλέπουμε τον άστεγο. Κουνάμε το κεφάλι με κατανόηση μπροστά στον άνεργο (κι από μέσα μας ευλογούμε την τύχη μας αν δουλεύουμε ακόμα). Κλείνουμε τα μάτια για να μη διαβάζουμε για τις αυτοκτονίες.

Και όταν κι αυτό το ένστικτο καταρρεύσει μπροστά στην απελπισία, μένει το τίποτα. Από που θα μάθουν τα παιδιά τις αξίες; Από τους αυτόχειρες;

Όχι ότι φταίνε αυτοί. Η ντροπή και η απόγνωση του ανθρώπου που δεν έχει να παρέχει τίποτα σε όσους εξαρτώνται από αυτόν είναι εχθροί αδιανόητοι.

Άκουσα δε και το άλλο μέσα στη γενική μας παραζάλη. Να μη δημοσιεύουν, λέει,  τα μέσα (δηλαδή το Internet, αλλού σιωπή) τις ειδήσεις των αυτοκτονιών γιατί ωθούνται οι άνθρωποι στην αυτοκτονία για λόγους… δημοσιότητας. Τόσο ξαφνικό καημό για την υστεροφημία του απέκτησε ο Έλληνας μέσα σε δύο χρόνια…

Ζούμε, πλέον, σε καθεστώς απόλυτου παραλογισμού. Έχει πάψει να θυμίζει πραγματικότητα πια ο κόσμος. Μοιάζει με απόσπασμα ταινίας του Φελίνι, κομμένο στο μοντάζ.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκε  το παρακάτω, εξαιρετικό κατ’ εμέ, κείμενο που διάβασα στο Internet. Για τις εφορίες που έχουν καταντήσει πια νεκροταφεία επιχειρήσεων.

 Τα πράσινα μάτια σε κόκκινο φόντο κι ο κώδικας...

Περνούσα έξω από ένα γραφείο στον όροφο της Εφορίας. Δεκάδες άνθρωποι έσκιζαν χαρτιά με μανία. Μπήκα να δω. Ρώτησα μια κοπέλα με περίεργα πράσινα μάτια σε κόκκινο φόντο αν μπορούσα να βοηθήσω. Μου είπε «ναι» με νεύμα. Άρχισα να σκίζω. «Τι σκίζουμε;» τη ρώτησα. «Τιμολόγια» είπε. «Γιατί τα σκίζουμε;» τη ρώτησα σκίζοντας. «Επειδή κλείνουμε», είπε. Όταν τα σκίσαμε όλα πήγε σε μία υπάλληλο που κοίταζε αυτούς που έσκιζαν. Εκείνη πήρε τα σκισμένα, τα έλεγξε, έβαλε κάτι σφραγίδες κι έδωσε στην κοπέλα ένα χαρτί.
«Τελείωσες;» ρώτησα τα πράσινα μάτια που τώρα ήταν σε ακόμη πιο κόκκινο φόντο. «Όχι. Τώρα θέλω κι άλλα χαρτιά, μετά διαγραφή από Επιμελητήριο κι ύστερα από το ΤΕΒΕ».
Δεν είχα τι να κάνω. Αφού είχαμε σκίσει μαζί την ένιωθα φίλη. Κάτσαμε σε ένα παγκάκι. Την επιχείρηση την είχε φτιάξει πριν δώδεκα χρόνια. Πριν δύο άρχισε να μπαίνει μέσα. Την αγαπούσε, όμως και δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Έτρεχε όλη μέρα, αλλά φως πουθενά. Το πήρε απόφαση ότι τελείωσαν όλα. «Εντάξει, είναι κάπως σα να χάνεις “παιδί” σου. Το έφτιαξα, το ντάντεψα, το μεγάλωσα, το έστρωσα, αλλά δεν πήγαινε άλλο πια». Έκλαψε. «Χρωστάω και στο ΤΕΒΕ, αλλά τώρα είναι που δεν πρόκειται να δουν φράγκο», είπε. Ύστερα σηκώθηκε, σκούπισε τα ματια της κι έφυγε για να τελειώσει με τα υπόλοιπα χαρτιά.
Ανέβηκα πάλι πάνω στην Εφορία. Πήγα στο γραφείο που όλοι έσκιζαν. Έμαθα ότι το λένε «Κώδικα». Τώρα έσκιζαν ακόμη περισσότεροι. Πλησίασα έναν κύριο γύρω στα πενήντα με καστανά μάτια σε κόκκινο φόντο. «Να σκίσω κι εγώ;» τον ρώτησα. Μου είπε «ναι» μ’ ένα νεύμα. Κι ύστερα πήγα σ’ άλλον και σ’ άλλον. Έσκιζα μέχρι τις 3 που μας έδιωξαν. Σε κάθε σκίσιμο έριχνα και μια κατάρα. Δε μπορεί, κάποιες θα τους πιάσουν…~ΧΑΡΑ

Και σεις, ω σοβαροί και αξιόπιστοι πολιτικοί αναζητάτε φόρους από τους νεκρούς, από χαρτιά σκισμένα, από κλειστά μαγαζιά και ανθρώπους που δεν έχουν πια να φάνε. Όχι απ’ όσους έχουν κάτι να δώσουν.

Και τους βάζετε τους φόρους αυτούς στους λογαριασμούς σας. Και σχεδιάζετε την πολιτική σας πάνω σε αριθμούς ανύπαρκτους. Και όταν καταρρεύσουν σαν τραπουλόχαρτα οι υπολογισμοί σας θα φτιάξετε κι άλλους νεκρούς. Θα διαλύσετε κι άλλα μαγαζιά, οικογένειες, ανθρώπους. Κι άλλα σχέδια για το μέλλον. Που δεν υπάρχει πια πουθενά. Μόνο σε χαρτιά που σκίζονται.

Μη σκίζετε μόνο χαρτιά. Σκίστε τους. Ξεγράψτε τους. Διαγράψτε τους.

Μάταια τόσα χρόνια προσπαθούμε να γράψουμε πάνω στα ψέμματα, στη μιζέρια, στην αδιαφορία, στα ψίχουλα και στις χάντρες, στις κενές υποσχέσεις τους. Σαν παλίμψηστο που κάποτε θα βρεθεί και κανένας αρχαιολόγος δε θα πιστεύει στα μάτια του. Πως έγινε αυτό; Γιατί δε μίλησε κανείς;

Αν δεν τους σκίσουμε μια για πάντα δε θα μπορέσουμε ποτέ να αλλάξουμε σελίδα. Θα γράφουμε στα περιθώρια και πια δε θα βγαίνει νόημα κανένα. Και θα χαθούμε στο χρόνο και θα αναρωτώνται οι αρχαιολόγοι, ποιοι ήταν αυτοί οι είλωτες που δε μίλησαν ποτέ;

Μουσικό Διάλειμμα #18

Η σιωπή είναι χρυσός, λένε. Όμως συχνά είναι απλά συνενοχή.

Επιλογή αλά… ελληνικά

Τι είναι ο Έλληνας, ποια είναι η ταυτότητά του, ρωτάω και ρωτάω, σα χαλασμένο ρολόι.

Και ρωτάω όχι επειδή θέλω (ή μπορώ) να απαντήσω. Ρωτάω επειδή δεν ξέρω, δεν έχω πλέον ιδέα. Καμία όμως ιδέα. Η ερώτηση είναι που με ωθεί.

Ο Ελύτης είχε πει κάποτε ότι από την Α(α)ναγέννηση και μετά (και επειδή ουσιαστικά αυτή μας προσπέρασε ελέω Τουρκοκρατίας) η ταυτότητά μας προήλθε από τη διαστρεβλωμένη αίσθηση που απέκτησαν οι Ευρωπαίοι για εμάς, όταν αποφάσισαν να εμπλουτίσουν την πνευματική τους επανάσταση με την αρχαιοελληνική σκέψη.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι ως λαός αναγκαστήκαμε, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, να εκλάβουμε αυτή τη διαστρεβλωμένη εικόνα ως αληθινή. Μας την κόλλησαν στο μέτωπο σαν πεντοχίλιαρο μόλις ανοίξαμε τα μάτια κι εμείς την πήραμε κάτω από τη μασχάλη, τη κουβαλήσαμε στα κρεβάτια μας και την κοιμηθήκαμε.

Το πρωί ξυπνήσαμε κι είχαμε κυοφορήσει μια νέα ταυτότητα, παραλλαγμένη, τόσο πρόωρη που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που πραγματικά ήμασταν ή που θα μπορούσαμε να γίνουμε.

Βέβαια μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς, αναμενόμενα, δεν ξέραμε που παν τα τέσσερα του ορίζοντα. Θέλαμε λίγη προστασία, λίγη βοήθεια.

Και από εδώ αρχίζει η κατηφόρα.

Η νεοελληνική αυτή ταυτότητα άρχισε να κοσκινίζεται πολιτικά, αφού ως νεογνό η Ελλάδα είχε πλέριο χώρο για εκμετάλλευση από τα «φιλικά προσκείμενα κράτη». Λέγεται ότι το ξεπούλημα ξεκίνησε από τότε – μια γενιά για ένα ευρωπαϊκό κομπλιμέντο ήταν η ταρίφα.

Λέγεται.

Ήταν όμως σχεδόν σίγουρο ότι θα οδηγούμασταν εδώ που έχουμε φτάσει, σε έναν αχταρμά ιδεών που ψάχνουν σώματα, σε ένα ξοφλημένο πολιτιστικό σημείο G που βασίζεται σε κίβδηλα, ανύπαρκτα αγγίγματα, ότι έχει απομείνει από τις προσπάθειές μας να βρούμε μια ταυτότητα, πότε γλείφοντας τις μπότες και πότε τριβόμενοι στη γκλίτσα του παμμέγιστου, ευρωπαϊκού τσοπάνη.

Από αυτόν τον αχταρμά αναδύεται ως σκέψη ότι οι Έλληνες, για τους εξωτερικούς (και ακόμα και σήμερα που έχουμε μαρκαριστεί ως ιδρυτές του κινήματος «Μεταμοντέρνος Ρεμπεσκές») είναι κάτι το εξωτικό, κάτι το χαοτικό, ένας λαός που κυριεύεται από τα συναισθήματά του και προκαλεί δαίμονες με τις πορδές του.

Για τους εξωτερικούς οι Έλληνες είναι «τρελοί», σαν τους Γαλάτες, ένα καλοκαίρι που το θυμάσαι επειδή έσπασες τα όριά σου, μια τοποθεσία που θες να την επισκεφτείς για εμπειρία, για πήδημα και βραχύβιο έρωτα, όχι για αγάπη και διαβίωση.

Δεν τους κατηγορώ. Αυτή είναι η εικόνα που τους έχουμε δώσει, του κατεργάρη Έλληνα που αψηφά τους κανόνες – και «μπράβο» του.

Π.χ. ο πολύς Ζορμπάς με το χταποδίσιο του πέος, που πίνει σαν νεροφίδα και κατακραυγάζει αυτόν που δεν κοιμάται με οποιαδήποτε γυναίκα ανοίγει τα πόδια της υπήρξε, ανέκαθεν, ένα από τα δυνατά σύμβολα της νεοελληνικής ψυχοσύνθεσης για τις ευρωπαϊκές μάζες (που δυστυχώς απογυμνώθηκε κινηματογραφικά από το Καζαντζακικό του νόημα), ένα σύμβολο σύγχρονο και ενάντιο, ουσιαστικά, στο αρχαίο μας κάλλος.

Ο Έλληνας, λοιπόν, από ότι φαίνεται, φωτοσυνθέτει το μέλλον του με τον μεσογειακό ήλιο, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα παραπάνω. Είναι ένας λαός Πάνας, ένας μυθικός λαός.

Ένα μυθικό λάθος.

Το μέλλον δεν έρχεται με αυτόν τον τρόπο για τους ανθρώπους. Δεν ήρθε ποτέ. Και ο βασικός λόγος δεν έχει να κάνει με την ανικανότητα του Έλληνα (που τόσο διαφημίζεται πια) ή κάποιο γονιδιακό ελάττωμα. Ο βασικός λόγος αφορά στο γεγονός ότι πιστέψαμε τον ίδιο μας τον μύθο, τον μύθο που μας θέλει να είμαστε πάντα οι… καλύτεροι, πάντα οι… Έλληνες.

Η μεταμόρφωσή μας σε κατοικίδια της Ευρώπης δεν έγινε, βέβαια, δίχως προετοιμασία και κόπο. Οι πολιτικοί μας «ηγέτες», ακριβώς επειδή πιστέψανε στον ίδιο μύθο, θεώρησαν την χώρα αυτή και τους κατοίκους της αθάνατη και ηλίθιους ταυτόχρονα.

Συνδυασμός που σκοτώνει.

Η αντικατάσταση των κοινωνικών μας αρετών (και δυνατοτήτων) με αόριστες έννοιες όπως «είμαστε ζεστός λαός εμείς», «δεν θέλουμε οργάνωση και φακελώματα», «ο Έλληνας γλεντάει όταν όλα πάνε στραβά», «να παν να γαμηθούν – εγώ δεν χάνω τα μπάνια μου», «άντε μωρέ με τους μαλάκες που θα τους ψηφίσω κι όλας» και ένα σωρό άλλες ήρθε υπόγεια και εσωτερικά, όπως οι αποφάσεις που παίρνουν οι άλλοι για σένα.

Ο μύθος ότι είμαστε οι καλύτεροι, πως τα γράφουμε όλα γιατί μπορούμε κυριάρχησε. Ένας μύθος που τον πιστέψαμε και, πλέον, από πανελλήνιο κόμπλεξ τον παρουσιάζουμε και ως επανάσταση. Μια συνεχής και κάλπικη επανάσταση ενάντια σε άλλα κράτη που λειτουργούν καλύτερα, λες και θα έπρεπε όλοι να είναι στα ίδια χάλια με εμάς.

Πονάμε. Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε και αντιδρούμε. Κακομαθημένα, κομπλεξικά κι αψυχολόγητα. Σύμφωνα με μας μόνο οι Έλληνες ξέρουν να ζουν και να ζουν ωραία, κανένας άλλος. Είναι απίστευτο που έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο πλάνης, μόνο και μόνο για να νιώθουμε καλύτερα όταν λέμε καλημέρα ο ένας στον άλλο.

Αυτοί είμαστε λοιπόν; Ένα σύνολο που μειώνει οτιδήποτε καλό, που γλεντάει όταν όλα πάνε στραβά και διασκεδάζουμε την Ευρώπη με τις τρέλες μας;

Δεν είμαστε αυτοί που μπορούμε να τιμωρήσουμε τους πολιτικούς που μας πρόδωσαν; Αυτοί που μπορούμε να οργανωθούμε; Αυτοί που μπορούμε να αγαπήσουμε και να δείξουμε αλληλεγγύη, αυτοί που μπορούμε να ψηφίσουμε μυαλωμένα, σκεπτόμενοι τη χώρα και όχι μόνο τη τσέπη μας;

Ποιοι είμαστε, αλήθεια; Ποιοι Έλληνες θα επιλέξουμε να είμαστε;

Μοιάζει τρομακτικό να μην ξέρουμε, ναι, αλλά είμαι σίγουρος ότι κάποιοι λαοί θα σκότωναν για να είχαν ακόμα την ελευθερία να επιλέξουν.