Σκίζοντας τα όνειρα

Άλλο πάλι ήθελα να γράψω, αλλού κατέληξα. Δεν είναι περίεργο αυτό, όσα προγράμματα κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν βάλουμε στο νου μας για το μέλλον μας, τα πάντα εξαρτώνται από πράγματα που δεν ορίζουμε. Από δυνάμεις που φαίνονται πάνω από εμάς.

Το μυστικό είναι να καταλάβουμε πότε αυτό είναι πραγματικό και πότε απλά το πιστεύουμε και με την εντύπωσή μας αυτή το κάνουμε πραγματικότητα.

Πρέπει να ξέρουμε πότε πραγματικά μας παίρνει το ποτάμι που δε το σταματά κανένα φράγμα ανθρώπινο και πότε αυτό που θέλουν κάποιοι να μας πείσουν ότι είναι ποταμός, είναι απλά απόνερα από σκάφη αναψυχής.

Σαν αυτά που κάποιοι απέκτησαν με δανεικά-κλεμμένα από εμάς. Από «τεμπέληδες» συνταξιούχους που δουλεύουν στη ζούλα ως τα 70φεύγα γιατί δε φθάνει η σύνταξη. Από άνεργους πτυχιούχους, αριστούχους με δόξα και τιμή από τα ΑΕΙ στα οποία κάποτε έφτυσαν αίμα για να μπουν. Από εργαζόμενους που είναι μήνες απλήρωτοι και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούν στο δρόμο.

Από μικρά παιδιά που μεγαλώνουν σε μια χώρα δίχως μέλλον και απαιτούμε, κάπως, να είναι καλά και υπάκουα σα χρυσόψαρα ημίνεκρα στη γυάλα.

Δεν έχουν αξίες, λέει, τα παιδιά. Ποιος να τους τις δώσει; Ο Ελληνάρας που τόσα χρόνια ψηφίζει όσους βρίζει; Ο δάσκαλος που παίρνει ψίχουλα και διδάσκει σε αίθουσες-αποθήκες; Ο πολιτικός που για να φθάσει την πολύτιμη καρέκλα έχει πουλήσει την ψυχή του ήδη τρεις φορές;

Δεν υπάρχει άλλη αξία αυτή τη στιγμή πέρα από το ένστικτο της επιβίωσης.  Γυρνάμε από την άλλη να μη βλέπουμε τον άστεγο. Κουνάμε το κεφάλι με κατανόηση μπροστά στον άνεργο (κι από μέσα μας ευλογούμε την τύχη μας αν δουλεύουμε ακόμα). Κλείνουμε τα μάτια για να μη διαβάζουμε για τις αυτοκτονίες.

Και όταν κι αυτό το ένστικτο καταρρεύσει μπροστά στην απελπισία, μένει το τίποτα. Από που θα μάθουν τα παιδιά τις αξίες; Από τους αυτόχειρες;

Όχι ότι φταίνε αυτοί. Η ντροπή και η απόγνωση του ανθρώπου που δεν έχει να παρέχει τίποτα σε όσους εξαρτώνται από αυτόν είναι εχθροί αδιανόητοι.

Άκουσα δε και το άλλο μέσα στη γενική μας παραζάλη. Να μη δημοσιεύουν, λέει,  τα μέσα (δηλαδή το Internet, αλλού σιωπή) τις ειδήσεις των αυτοκτονιών γιατί ωθούνται οι άνθρωποι στην αυτοκτονία για λόγους… δημοσιότητας. Τόσο ξαφνικό καημό για την υστεροφημία του απέκτησε ο Έλληνας μέσα σε δύο χρόνια…

Ζούμε, πλέον, σε καθεστώς απόλυτου παραλογισμού. Έχει πάψει να θυμίζει πραγματικότητα πια ο κόσμος. Μοιάζει με απόσπασμα ταινίας του Φελίνι, κομμένο στο μοντάζ.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκε  το παρακάτω, εξαιρετικό κατ’ εμέ, κείμενο που διάβασα στο Internet. Για τις εφορίες που έχουν καταντήσει πια νεκροταφεία επιχειρήσεων.

 Τα πράσινα μάτια σε κόκκινο φόντο κι ο κώδικας...

Περνούσα έξω από ένα γραφείο στον όροφο της Εφορίας. Δεκάδες άνθρωποι έσκιζαν χαρτιά με μανία. Μπήκα να δω. Ρώτησα μια κοπέλα με περίεργα πράσινα μάτια σε κόκκινο φόντο αν μπορούσα να βοηθήσω. Μου είπε «ναι» με νεύμα. Άρχισα να σκίζω. «Τι σκίζουμε;» τη ρώτησα. «Τιμολόγια» είπε. «Γιατί τα σκίζουμε;» τη ρώτησα σκίζοντας. «Επειδή κλείνουμε», είπε. Όταν τα σκίσαμε όλα πήγε σε μία υπάλληλο που κοίταζε αυτούς που έσκιζαν. Εκείνη πήρε τα σκισμένα, τα έλεγξε, έβαλε κάτι σφραγίδες κι έδωσε στην κοπέλα ένα χαρτί.
«Τελείωσες;» ρώτησα τα πράσινα μάτια που τώρα ήταν σε ακόμη πιο κόκκινο φόντο. «Όχι. Τώρα θέλω κι άλλα χαρτιά, μετά διαγραφή από Επιμελητήριο κι ύστερα από το ΤΕΒΕ».
Δεν είχα τι να κάνω. Αφού είχαμε σκίσει μαζί την ένιωθα φίλη. Κάτσαμε σε ένα παγκάκι. Την επιχείρηση την είχε φτιάξει πριν δώδεκα χρόνια. Πριν δύο άρχισε να μπαίνει μέσα. Την αγαπούσε, όμως και δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Έτρεχε όλη μέρα, αλλά φως πουθενά. Το πήρε απόφαση ότι τελείωσαν όλα. «Εντάξει, είναι κάπως σα να χάνεις “παιδί” σου. Το έφτιαξα, το ντάντεψα, το μεγάλωσα, το έστρωσα, αλλά δεν πήγαινε άλλο πια». Έκλαψε. «Χρωστάω και στο ΤΕΒΕ, αλλά τώρα είναι που δεν πρόκειται να δουν φράγκο», είπε. Ύστερα σηκώθηκε, σκούπισε τα ματια της κι έφυγε για να τελειώσει με τα υπόλοιπα χαρτιά.
Ανέβηκα πάλι πάνω στην Εφορία. Πήγα στο γραφείο που όλοι έσκιζαν. Έμαθα ότι το λένε «Κώδικα». Τώρα έσκιζαν ακόμη περισσότεροι. Πλησίασα έναν κύριο γύρω στα πενήντα με καστανά μάτια σε κόκκινο φόντο. «Να σκίσω κι εγώ;» τον ρώτησα. Μου είπε «ναι» μ’ ένα νεύμα. Κι ύστερα πήγα σ’ άλλον και σ’ άλλον. Έσκιζα μέχρι τις 3 που μας έδιωξαν. Σε κάθε σκίσιμο έριχνα και μια κατάρα. Δε μπορεί, κάποιες θα τους πιάσουν…~ΧΑΡΑ

Και σεις, ω σοβαροί και αξιόπιστοι πολιτικοί αναζητάτε φόρους από τους νεκρούς, από χαρτιά σκισμένα, από κλειστά μαγαζιά και ανθρώπους που δεν έχουν πια να φάνε. Όχι απ’ όσους έχουν κάτι να δώσουν.

Και τους βάζετε τους φόρους αυτούς στους λογαριασμούς σας. Και σχεδιάζετε την πολιτική σας πάνω σε αριθμούς ανύπαρκτους. Και όταν καταρρεύσουν σαν τραπουλόχαρτα οι υπολογισμοί σας θα φτιάξετε κι άλλους νεκρούς. Θα διαλύσετε κι άλλα μαγαζιά, οικογένειες, ανθρώπους. Κι άλλα σχέδια για το μέλλον. Που δεν υπάρχει πια πουθενά. Μόνο σε χαρτιά που σκίζονται.

Μη σκίζετε μόνο χαρτιά. Σκίστε τους. Ξεγράψτε τους. Διαγράψτε τους.

Μάταια τόσα χρόνια προσπαθούμε να γράψουμε πάνω στα ψέμματα, στη μιζέρια, στην αδιαφορία, στα ψίχουλα και στις χάντρες, στις κενές υποσχέσεις τους. Σαν παλίμψηστο που κάποτε θα βρεθεί και κανένας αρχαιολόγος δε θα πιστεύει στα μάτια του. Πως έγινε αυτό; Γιατί δε μίλησε κανείς;

Αν δεν τους σκίσουμε μια για πάντα δε θα μπορέσουμε ποτέ να αλλάξουμε σελίδα. Θα γράφουμε στα περιθώρια και πια δε θα βγαίνει νόημα κανένα. Και θα χαθούμε στο χρόνο και θα αναρωτώνται οι αρχαιολόγοι, ποιοι ήταν αυτοί οι είλωτες που δε μίλησαν ποτέ;

Μουσικό Διάλειμμα #18

Η σιωπή είναι χρυσός, λένε. Όμως συχνά είναι απλά συνενοχή.

Advertisements

One comment on “Σκίζοντας τα όνειρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s