Η δύναμη της δικαιολογίας

Ο ορισμός της λέξης «δικαιολογία» είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να αποσαφηνιστεί, ιδιαίτερα στην εποχή που ζούμε και πόσο μάλλον όταν έχουμε καταντήσει κάτι άλλο από αυτό που ξεκινήσαμε.

Αυτή η κατάντια έχει δώσει στην εν λόγω λέξη νέο νόημα και βάθος, πλατειάζοντας τις χρήσεις της πέρα ακόμα και από τα σύνορα της αδιαφορίας, που παραμένει ένα βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου.

Ακόμα βέβαια μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη λέξη με την κλασική της έννοια, να πούμε δηλαδή ένα μικρό ψέμα στον εαυτό μας για να επιρρίψουμε αλλού τις ευθύνες για μια τυχόν βαρεμάρα, κάποια ατυχία ή την ίδια μας την προχειρότητα απέναντι στις πράξεις μας:

«Ας μην ήταν μακριά το καθαριστήριο», «δεν τελείωσα την άσκηση επειδή άργησα να φάω», «οι φακές δεν με χορταίνουν οπότε θα παραγγείλω γουρουνόπουλο», «δεν τρώω πολύ, απλά τα φαγητά έχουν λίπος» και άλλες οξύμωρες πλαγιολισθήσεις της λογικής.

Η σμίκρυνση όμως της ταυτότητάς μας ως ανθρώπινο γένος (κι ας ακούγεται μεγαλεπήβολο), η εμμονή μας στον εγωισμό και η ανάγκη καταπάτησης βασικών κανόνων συνύπαρξης, δίχως αμφιβολία, έχουν δώσει βορά στην «δικαιολογία» την κοινή λογική.

Η πιο διαδεδομένη δικαιολογία της γενιάς μας είναι «γιατί να το κάνω εγώ αφού δεν το κάνουν οι άλλοι.» Όχι ότι παλαιότερα δεν υπήρχε, απλά πλέον έχει αποκτήσει και ένα πέπλο μίσους, που επιφέρει οργισμένες εξάρσεις σε περίπτωση αντιλόγου, τύπου: «εμένα δεν θα μου πεις τι θα κάνω» ή «κοίτα τη δουλειά σου», ακόμα και όταν ο αντίλογος αφορά πασιφανή ζητήματα, όπως π.χ. στο να μην κλέβουμε την εφορία.

Είναι γεγονός λοιπόν ότι η ανάγκη μας να δικαιολογούμαστε αυτή την εποχή έχει φτάσει στο αποκορύφωμα και ο βασικότερος λόγος είναι η προσπάθειά μας να αντιδράσουμε. Σε αυτή μας την προσπάθεια έχουμε στην ουσία όμως καταλύσει τον βασικό κανόνα αντίδρασης του ανθρώπου, που δεν είναι άλλο από το να παραμείνει… άνθρωπος.

Για παράδειγμα, θέσεις όπως «εγώ ακούω ότι γουστάρω γιατί έτσι διασκεδάζω», «εγώ πληρώνω άρα εγώ αποφασίζω», «πρώτα να πιάσεις τους πολιτικούς και μετά να ασχοληθείς με μένα» κ.α., μας βγάζουν έξω από την ανθρώπινή μας υπόσταση διότι δεν επιδέχονται κριτικής και ούτε καν μπορούν να συζητηθούν. Δεν δεχόμαστε δηλαδή να τις συζητήσουμε. Είναι απόλυτοι νόμοι που «δικαιολογούνται» από τις δύσκολες μέρες που ζούμε, τις οποίες για ένα ακατανόητο λόγο τις έχουμε εκλάβει ως συγχωροχάρτι για να κυλιστουμε πιο χαρωπά μέσα στον βούρκο.

Η δικαιολογία μας είναι πάντα έτοιμη, για όλα. «Δουλεύω, δεν προλαβαίνω», «εγώ δεν μπορώ να σώσω τη χώρα έτσι όπως είμαι», «ποιος ασχολείται τώρα μωρέ με ποιότητα, για τέτοια είμαστε;» και, δύο από τα καλύτερα όταν υπάρξει αντιπαράθεση στα παραπάνω, «δεν θα μου στερήσεις εσύ την ελευθερία μου» και «δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω.» Είμαστε τόσο φοβισμένοι που αντιδρούμε σαν αγρίμια όταν κάποιος μας προτείνει κάτι, που ίσως κάνει τις επιλογές μας να φαίνονται μέτριες ή κακές. Και η αιτία είναι απλή: μας είναι πιο βολετό σήμερα να περιχαρακώσουμε την ύπαρξή μας με ένα σύνολο πράξεων παρά με ένα σύνολο αιτιών.

Το ότι φτάσαμε στο σημείο να δικαιολογούμε την γουρουνίασή μας, ως άνθρωποι και ως πολίτες, χρησιμοποιώντας για δικαιολογία την γουρουνίσια εποχή που ζούμε, είναι σίγουρα ένα απόγειο ομοιοπαθητικής ξεφτίλας που θα αποτελέσει ξεχωριστό κεφάλαιο, πιθανώς το τελευταίο, στην μεταπολιτευτική ιστορία μας.

Μήπως να δοκιμάζαμε από αύριο, έτσι για αστείο, για μια φορά, να μη χρησιμοποιήσουμε καμία δικαιολογία, σε οποιοδήποτε θέμα;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s