Πολυτεχνείο

39 χρόνια μετά, η εξέγερση του ’73 που είχε ως επίκεντρο την κατάληψη του Πολυτεχνείου συνεχίζει να διχάζει. Δε θα αφιερώσω παρά ελάχιστες αράδες στις απόψεις των φασιστών σχετικά με το θέμα. Εξάλλου οι νεκροί, κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον, είναι καταγεγραμμένοι και επιβεβαιωμένοι πέρα από κάθε αμφιβολία.

Το αν έπεσαν εντός ή εκτός των πυλών, λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει ότι ανεχόμαστε ακόμα τους «εθνικιστές» οι οποίοι θαυμάζουν απροκάλυπτα αυτούς που όχι μόνο βύθισαν τη χώρα στο σκοτάδι για επτά χρόνια, αλλά παρέδωσαν τη μισή Κύπρο στα χέρια του Αττίλα.

Υπάρχουν τόσες απόψεις για τα γεγονότα και τη «γενιά του Πολυτεχνείου», σχεδόν όσοι είναι και οι κάτοικοι αυτής της χώρας.

Έριξε τη χούντα, δεν έριξε τη χούντα. Πρόδωσε τα ιδανικά της ή τα δικαίωσε. Εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τον αγώνα της ή έμεινε κατά πλειοψηφία στην αφάνεια.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι γενικεύσεις, όπως πάντα, είναι ισοπεδωτικές και εσφαλμένες. Το τι κάνει ένα μέρος μιας υποτιθέμενης κατηγορίας ανθρώπων δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηρίζει το σύνολο.

Για μένα, ακόμα και ο όρος «γενιά του Πολυτεχνείου» είναι παραπλανητικός. Εκείνο το Νοέμβρη κάποιοι φοιτητές  αποφάσισαν, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς ουσιαστικό σχέδιο, να καταλάβουν τη σχολή τους για να διεκδικήσουν τα ακαδημαϊκά τους δικαιώματα.

Δεν ήταν όλοι οι φοιτητές του Πολυτεχνείου παρόντες στην κατάληψη, όπως και δεν ήταν μόνο φοιτητές όσοι συγκεντρώθηκαν σταδιακά έξω από το χώρο για να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και να διαδηλώσουν. Δεν ήταν μόνο 20χρονα παιδιά. Ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου.

Ο κόσμος συσπειρώθηκε γύρω από τους φοιτητές γιατί η κατάληψή τους ήταν μια σπάνια εκδήλωση ανοιχτής αντίστασης κατά της δικτατορίας. Γιατί αυτό που ζητούσαν αφορούσε όλους τους Έλληνες. Πολύ γρήγορα έγινε προφανές ότι τα αρχικά αιτήματα θα ήταν αδύνατο να ικανοποιηθούν από μια χουντική κυβέρνηση. Έτσι μετατράπηκαν από ακαδημαϊκά σε πολιτικά, με κυριότερο το πασίγνωστο και εμβληματικό «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Τόσο απλά. Απ’ όσο γνωρίζω καμία εξέγερση δεν ξεκίνησε ποτέ ως τέτοια. Ανάλογα συμβάντα ξεκινούν κατά κανόνα από αφορμές. Όπως, για παράδειγμα, τα γεγονότα του Μάη του 1968 στη Γαλλία, τα οποία ξεκίνησαν επίσης από φοιτητικές και μαθητικές διαμαρτυρίες, γενικεύτηκαν και τελικά οδήγησαν σε πτώση της κυβέρνησης.  Στην Ελλάδα η 25η Μαρτίου 1942 κατά την Κατοχή και η κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου το ’68 ήταν αντίστοιχες αφορμές που οδήγησαν σε εκδηλώσεις αντίστασης.

Δυστυχώς, όμως, όσοι έχουν μάθει να βάζουν τη σκέψη τους σε καλούπια δεν μπορούν να δεχθούν την αυθόρμητη αντίδραση του κόσμου. Έτσι το ΚΚΕ στην αρχή μίλησε για «προβοκάτορες«, οι καθεστωτικοί μίλησαν για «αναρχοκομμουνιστές», ενώ μετά την πτώση της χούντας έσπευσαν όλοι να δηλώσουν ότι ήταν εκεί.

Η ανάγκη αυτή της προσκόλλησης της ταμπέλας, όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε όπως θα έπρεπε με τη Μεταπολίτευση, αλλά εντατικοποιήθηκε. Εκείνες του «εθνικόφρονα» και του «αντιφρονούντα» αντικαταστάθηκαν από δεκάδες άλλες. Η «γενιά του Πολυτεχνείου» έγινε άλλη μία από αυτές τις ταμπέλες. Για κάποιους αποτέλεσε το εισιτήριο για την πολιτική. Για πολλούς άλλους, που δεν την εξαργύρωσαν, παρέμεινε ένας κενός χαρακτηρισμός.

Το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά το 1974, προφανώς απέτυχε να αξιοποιήσει τη Δημοκρατία προς όφελος της χώρας. Η Ελλάδα διέγραψε έναν τέλειο κύκλο μέσα σε 40 χρόνια και σήμερα τα αιτήματα είναι, ουσιαστικά, ακριβώς τα ίδια: Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.

Κάπως έτσι φθάσαμε να πρέπει να διεκδικήσουμε ξανά αυτά που αποκτήθηκαν με αίμα, αλλά χάθηκαν με χρήμα. Πάντα με την απειλή της ταμπέλας. Ακόμα και η εύλογη ανάγκη του κόσμου να απαλλαγεί από ταμπέλες και σημαιάκια απέκτησε το χαρακτηρισμό του «αγανακτισμένου».

Αυτού που δεν έχει κάποια «ιδεολογία», δεν γνωρίζει απέξω το «Κεφάλαιο», δεν έχει διαβάσει Μπακούνιν, μπορεί κάποτε να ψήφιζε ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, μπορεί κάποτε να βόλεψε το παιδί του στο Δημόσιο, μπορεί και όχι, μπορεί να είναι ελεύθερος επαγγελματίας ή δημόσιος υπάλληλος. Μπορεί να ήταν στο Πολυτεχνείο, μπορεί και να καθόταν ζαρωμένος με το ραδιοφωνάκι του στο δωμάτιο, ακούγοντας τις ερπύστριες στο δρόμο.

Μπορεί και να ήταν αγέννητος ακόμα.

Πως καταλήξαμε να πρέπει να υποβάλλουμε δήλωση κοινωνικών φρονημάτων για να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα δεν ξέρω. Πολύ περισσότερο δεν καταλαβαίνω πως αυτό θεωρείται «δημοκρατικό».

Δεν υπήρξε «γενιά του Πολυτεχνείου». Υπήρξε Πολυτεχνείο. Μια εξέγερση χωρίς ταμπέλες, χωρίς κόμματα, χωρίς ανάγκη για ιδεολογίες. Δεν χρειάζεσαι ιδεολογία για να διεκδικήσεις τα πιο θεμελιώδη σου δικαιώματα.

Αφορμές θα υπάρξουν. Κάποια από αυτές, θέλω να πιστεύω, θα αποτελέσει το έναυσμα για κάτι νέο. Και, ίσως, μια μέρα κάποιοι να μιλούν για τη «γενιά του Μνημονίου».

Μουσικό Διάλειμμα #26

Advertisements