Το επίμονο ψέμα

«Αν επαναλάβεις ένα ψέμα αρκετές φορές, τότε γίνεται αλήθεια.»

Bundesarchiv_Bild_183-1989-0821-502,_Joseph_Goebbels

Το διάσημο αυτό απόφθεγμα είναι -τι ειρωνεία- και αυτό προϊόν ψέματος: αποδίδεται εσφαλμένα στο διαβόητο Joseph Goebbels, υπουργό προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Στην ουσία αποτελεί μια ελεύθερη απόδοση της ιδέας του Μεγάλου Ψέματος, όπως την εξέθεσε ο Αδόλφος Χίτλερ στο βιβλίο ο Αγών μου. Ο ίδιος απέδιδε το Μεγάλο Ψέμα στους Εβραίους, ενώ στην πραγματικότητα περιέγραφε ακριβώς την τακτική που ακολούθησαν οι Ναζί για να τους δαιμονοποιήσουν και να τους οδηγήσουν αρχικά στο περιθώριο και στη συνέχεια στο κρεματόριο.

Όπως και να έχει, το απόφευγμα ισχύει. Θέλετε ένα παράδειγμα; Κάθε χρόνο στη χώρα μας τέτοιες μέρες ακούμε τα ίδια: δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο.

Φέτος την τιμή είχε ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής κ. Λαγός:

Ο κ. Λαγός φυσικά χρησιμοποιεί μια άλλη προσφιλή τακτική προπαγάνδας: κρύβει το ψέμα μέσα σε μια αλήθεια. Όπως είπε δεν υπήρξε νεκρός μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου, πράγμα που ισχύει. Όπως τουλάχιστον καταγράφεται και στο πόρισμα της πιο έγκυρης μέχρι σήμερα έρευνας πάνω στο θέμα, εκείνης του κ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη που δημοσιεύτηκε το 2004, οι 23 επιβεβαιωμένοι νεκροί των γεγονότων του Πολυτεχνείου δέχθηκαν πυρά ή επιθέσεις από τις 16-18/11/1973 και είτε πέθαναν ακαριαία, είτε έως και τον Δεκέμβριο του 1973 σε κάποιο νοσοκομείο. Ο 24ος δεν είναι εξακριβωμένο αν σκοτώθηκε στην Αθήνα ή στην ταυτόχρονη κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Και ο κατάλογος αυτός δεν είναι απαραίτητα πλήρης γιατί όπως γνωρίζουμε η αλήθεια και ένα δικτατορικό καθεστώς δεν έχουν τις καλύτερες σχέσεις.

Κατά μία έννοια, λοιπόν, ο κ. Λαγός έχει δίκιο. Δεν σκοτώθηκε κανείς μέσα στο Πολυτεχνείο. Οι νεκροί δεν ήταν καν απαραίτητα φοιτητές. Κάποιοι ήταν απλοί άνθρωποι που εξέφρασαν την συμπαράστασή τους στους καταληψίες, άλλοι απλώς παρακολουθούσαν τα γεγονότα από κάποια ταράτσα ή μπαλκόνι. Αυτό που δεν μας εξηγούν οι νοσταλγοί και απολογητές της Χούντας όλα αυτά τα χρόνια είναι το τι σημασία έχει πού σκοτώθηκαν οι άνθρωποι αυτοί. Σημασία έχει το ότι άρματα μάχης, ακροβολιστές και ένοπλοι στρατιώτες και αστυνομικοί έσπειραν το θάνατο επί τρεις ημέρες, προκειμένου να καταστείλουν μια ειρηνική διαμαρτυρία κατά του φασισμού.

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοτωθεί κανείς, ακόμα κι αν είχαν «απλά» συρθεί στα υπόγεια της ΕΑΤ-ΕΣΑ για να «ανακριθούν» από την Αστυνομία με τους γνωστούς σε όλους μας τρόπους, θα ήταν άραγε αυτό άλλοθι για τη Δικτατορία; Βέβαια, οι νεκροί δεν συγκαλύπτονται το ίδιο εύκολα. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ακόμα και το 2018, 45 χρόνια μετά τα μοιραία γεγονότα, συζητάμε ακόμα το θέμα αυτό, αποδεικνύει ένα πράγμα: δε θα πάψουν ποτέ.

Δε θα πάψουν ποτέ να επαναλαμβάνουν το ψέμα. Θα το επαναλαμβάνουν μέχρι να το πιστέψουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Μέχρι να μην υπάρχει πια κανείς που να ενδιαφέρεται να ψάξει την αλήθεια. Και τότε το ψέμα τους αυτομάτως θα μετατραπεί σε Ιστορία.

Κάθε χρόνος που περνά μας απομακρύνει από τα γεγονότα. Η στεγνή, μονότονη επανάληψη των ίδιων επίσημων τελετών μάς κάνει αδιάφορους. Τα ντοκουμέντα ξεθωριάζουν και φαίνονται ανούσια και βαρετά μπροστά στα καθημερινά προβλήματα, μπροστά στην αποτυχία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, μπροστά στην εξαργύρωση του αντιδικτατορικού αγώνα από ορισμένους σε αστραφτερό πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο βούτηξε μοιραία στη λάσπη και έχασε κάθε αξία.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν έχει πραγματικά σημασία. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε, κάθε χρόνο, κάθε μέρα αν γίνεται, είναι ότι πολλοί αθώοι άνθρωποι έδωσαν κάποτε το αίμα τους, όπως έχει γίνει πολλές φορές μέσα στην Ιστορία, ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να εκφραζόμαστε και να ζούμε ελεύθεροι. Κατά το δυνατόν.

Ειδικά αυτή τη στιγμή, στην οποία ο ολοκληρωτισμός βρίσκεται σε άνοδο παγκοσμίως, πρέπει να θυμόμαστε ποια είναι η αλήθεια και ποιο είναι το μεγάλο, επίμονο ψέμα. Και ποιοι είναι αυτοί που το επαναλαμβάνουν.

Όπως κάποτε ο κ. Γεωργιάδης, όταν δεν είχε λόγους να κρύβεται.

Advertisements

4 comments on “Το επίμονο ψέμα

  1. Ο/Η Giannis Pit λέει:

    Νίκο μου καλησπέρα,
    πόσο δίκιο έχεις αγαπητέ φίλε με τα λόγια σου. Πόση αλήθεια κρύβουν !
    Σε δύο άξονες κινείσαι με έξοχο τρόπο.
    Στο πρώτο σου μέρος θίγεις και φωτίζεις τον μηχανισμό προπαγάνδας για να μετατραπεί ένα ψέμμα σε «αλήθεια». Και το κάνεις με τρόπο αποκαλυπτικό. Μπροστάρηδες οι γνωστοί φασίστες ναζί που εμφανίζονται ως «αυτοί που θα ξεβρομίσουν τον τόπο».

    Στο κλείσιμό σου αναφέρεσαι σε κάτι επίσης σημαντικό. Στον μηχανισμό αλλοίωσης ενός ιστορικού γεγονότος και τον ευνουχισμό του.
    Κάτι που έχει γίνει με την Εργατική Πρωτομαγιά και φυσικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ότι δεν μπορεί το σύστημα να απαγορεύσει, το ευνουχίζει με τον τρόπο του.
    Νίκο σε χαίρομαι για την ανάρτηση του σημερινού σου θέματος πραγματικά.
    Ένα μεγάλο μπράβο.

    • Ο/Η Nikos P. λέει:

      Σε ευχαριστώ πολύ Γιάννη. Όλοι αυτοί έχουν σπουδάσει καλά τον Χίτλερ και τις ιδέες του. Τα μικρά ψέματα δεν πείθουν τον μέσο άνθρωπο τόσο εύκολα, έγραφε, γιατί τέτοια λέει και ο ίδιος. Όταν όμως το ψέμα είναι τεράστιο και θρασύ, τότε δεν πιστεύει πως θα τολμούσε κανείς να το δημιουργήσει, άρα πρέπει να είναι αλήθεια.

      • Ο/Η Giannis Pit λέει:

        Σε σένα ο έπαινος Νίκο, που ανέδειξες το θέμα σε μια κρίσιμη περίοδο. Την καλησπέρα μου.

  2. Ο/Η Nikos P. λέει:

    Ακολουθεί ένα συγκινητικό και ανθρώπινο κείμενο της Κατερίνας Γεώργη για τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν οι απλοί άνθρωποι τα χρόνια της Δικτατορίας. Ξέρετε, τότε που ήταν όλα ήσυχα και οι άνθρωποι «κοιμούνταν χωρίς φόβο, με τις πόρτες ξεκλείδωτες».

    ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΖΗΣΑΜΕ

    Δεν ξέρω αν οι ήρωες γεννιούνται ή γίνονται, πάντως εγώ ήρωας δεν έγινα ποτέ.

    Οι γονείς μου, ειδικά η μαμά μου, ήταν από τους ανθρώπους που είχαν φοβηθεί τα πολιτικά και τα κομματικά λόγω και του αδερφού της που κυνηγήθηκε γιατί ήταν κομμουνιστής, και πάντα μας απέτρεπε από το να ανακατευθούμε σε οτιδήποτε, λέγοντάς μας να κοιτάμε τις σπουδές μας και δεν χρειάζεται να βγάλουμε εμείς το φίδι από την τρύπα, και να μην ανακατευόμαστε με τα πίτουρα, που παρεμπιπτόντως δεν καταλάβαινα και ποιά ήταν τα πίτουρα, γιατί θα μας φάνε οι κότες, και τέτοια.

    Δεν ξέρω αν και αυτό το «καθίστε στα αυγά σας» το έλεγε σε αυτή την περίπτωση ή για κάτι άλλο, πάντως ταίριαζε κι εδώ.

    Αυτά περισσότερο στον αδερφό μου, ειδικά όταν έγινε φοιτητής και είχε το αγωνιστικό πνεύμα των νέων, γιατί εγώ περί άλλων ετύρβαζα εκείνη την εποχή. Μιλάμε για το 1960-61 που ήμουν σχετικά μικρή και καθόλου πολιτικοποιημένη.

    Κι όμως λυπήθηκα πολύ, γιατί είδα τον μπαμπά μου λυπημένο το 1961 ,που ήταν Παπανδρεϊκός και δεν ψήφισε τον βουλευτή που ήθελε γιατί εμμέσως πλην σαφώς εκφοβήθηκε και ψήφισε αυτόν της ΕΡΕ που μάλιστα αναγκαστήκαμε να πάμε και στον πλάτανο, στην πλατεία του χωριού, στην προεκλογική του συγκέντρωση και να χειροκροτάμε.

    Το λόγο δεν τον έμαθα ποτέ. Ένοιωσα μέσα μου όμως μια μεγάλη ντροπή και ένα μίσος για αυτούς που μας έκαναν να νοιώσουμε μειωμένοι, και αυτό δεν τους το συγχώρησα ποτέ.

    Και μετά βγήκε ο Παπανδρέου, που τον ψήφισαν οι δικοί μου αυτή τη φορά, και τον λάτρεψα και προσωπικά, γιατί μας έδωσε την δυνατότητα να γράψουμε στις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο την έκθεση στη δημοτική, που την χειριζόμουν πολύ ωραία, και με βοήθησε στην εισαγωγή μου γιατί πήρα πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά πάλι μέχρι εκεί.

    Μπήκα λοιπόν στο πανεπιστήμιο και εξακολούθησα να τυρβάζω περί άλλων, ίσως δεν βρέθηκα και στο κατάλληλο περιβάλλον και δεν πρόλαβα να ασχοληθώ καθόλου με την πολιτική, απλά μάθαινα λίγα από συζητήσεις, περί κατάπτυστων επιστολών του βασιλιά και παραίτηση του Παπανδρέου, αποστασίες βουλευτών και διορισμένους πρωθυπουργούς, και μετά που άρχισα να ωριμάζω λίγο, με πρόλαβε η δικτατορία.

    Κατά βάθος, πολύ στο βάθος όμως, επαναστάτρια ήμουν, και με τον φτωχό και τον κατατρεγμένο ήμουν, είχα διαβάσει και πολλά βιβλία ανάλογου περιεχομένου, αλλά στα φανερά «έκανα την πάπια» γιατί φοβόμουν, και μάλλον αυτά τα περί πίτουρων και φιδιών που βγαίνουν από τρύπες και δε συμμαζεύεται, μου είχαν μείνει κάτι σαν φόβος στα κόκκαλά μου, επηρεασμένη από τις συμβουλές της μαμάς μου.

    Εν τω μεταξύ, είχα και μια αγάπη στα καλλυντικά, και άνθρωποι σοβαροί που πιθανώς να θέλαν να με προσεγγίσουν για κάτι ηρωικό, λέμε τώρα, με απέφευγαν γιατί δεν τους ενέπνεε η εξωτερική εμφάνισή μου, κάτι σε «χαζογκόμενα» έφερνα, έτσι πασαλειμμένη με μπογιές που κυκλοφορούσα, όπως έλεγε η μαμά μου, μολονότι μερικές φορές σε συζητήσεις μεταξύ συμφοιτητών, από άγνοια κινδύνου, εξέφραζα ιδέες επαναστατικές, που είχα ξεσηκώσει από τα βιβλία.

    Και τελείωσα το πανεπιστήμιο «αβρόχοις ποσί» και κοιτάγαμε την δουλειά μας, όπως είπε κάποτε ο Παπαδόπουλος ο δικτάτορας, και τίποτα δεν παθαίναμε, και δεν μαθαίναμε και πολλά για συλλήψεις και βασανισμούς ανθρώπων που έκαναν αντίσταση.

    Παντρεύτηκα το 1971 και συγχρόνως άρχισα να εργάζομαι σαν οδοντίατρος. Σπίτι και ιατρείο μαζί. Και ένα μεσημέρι που είχαμε ξαπλώσει με τον άντρα μου χτυπάει το κουδούνι, σηκώνομαι νομίζοντας ότι είναι ασθενής, ντύνομαι όπως όπως, ανοίγω την πόρτα και…

    -Χαίρεται, σας πιάσαμε εξ απροόπτου και στον ύπνο μήπως;

    Δεν ειπώθηκε, αλλά εγώ έτσι αισθάνθηκα βλέποντας έναν αστυνομικό με στολή να στέκεται απ’ έξω. Μικρός και γλυκός ήταν, αλλά η στολή του «οργάνου της τάξεως» δεν απέπνεε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς καμία μα καμία εμπιστοσύνη. Ο δε εφησυχασμός λόγω γλυκύτητας προσώπου προς το παρόν μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, άκαιρος.

    Και μπαίνει μέσα ευγενέστατος μεν, αλλά η ανάκριση, ανάκριση. Από το πότε και πού γεννήθηκα, μέχρι τι χρώμα βρακί φορούσε η προγιαγιά μου η Παλογού, τρόπος του λέγειν. Και να με κόβει κρύος ιδρώτας και να με ζώνουν τα μαύρα φίδια και να «κλάνω μέντες», έκφραση λίγο άκομψη μεν, αλλά που αποδίδει πλήρως το πώς ένοιωθα εκείνη την στιγμή.

    Και ήταν τόσο εμφανής η ανησυχία μου που το παιδάκι με την στολή που στην αρχή ήταν και αυτό «ψαρωμένο» όταν με πρωτοαντίκρυσε στην πόρτα, διότι όχι που θα το παινευτώ, αλλά ήμουν τότε όμορφη και νέα, πήρε τα επάνω του και με υπερπροστατευτικό ύφος μου είπε:

    -Μην ανησυχείτε, τυπικό είναι το θέμα. Απλά κάνατε μία αίτηση για να συμβληθείτε με το ταμείο των στρατιωτικών και ελέγχουμε ποιά είστε.

    Τώρα πώς συγκρατήθηκα και δεν τον φίλησα, να πάω μέσα και για αποπλάνηση ανηλίκου είναι θαύμα. Επίσης, το τί κακό θα μπορούσα να κάνω εγώ στους στρατιωτικούς ως οδοντίατρος για να με περνάνε από τέτοια εξονυχιστική ανάκριση, απορίας άξιον και με ξεπερνάει.

    Εκτός, αν φοβόταν ότι με τον τροχό ή την τανάλια στο χέρι θα μπορούσα να αποσπάσω κρατικά μυστικά από τους ασθενείς μου, πράγμα εδώ που τα λέμε καθόλου απίθανο να πέρναγε από το αρρωστημένο μυαλό τους, αν σκεφτείς την κακή φήμη των οδοντιάτρων και πιθανώς την μη χρησιμοποίηση αναισθητικού.

    Και επιστρέφω στην κρεβατοκάμαρά μας ανακουφισμένη, ο αντρούλης μου ο Γιώργος κοιμόταν μακαρίως, και τον ξυπνώ να του διηγηθώ την περιπέτειά μου και πώς αντεπεξήλθα ηρωικά στην ανάκριση, και βάζει τα γέλια και με προσφωνεί χαζό και μου λέει, βρε μες στο σπίτι σου θα σου κάνανε ανάκριση ή θα σε μπουζουριάζαν στην ασφάλεια αν σε υποπτεύονταν για κάτι;

    Λέξεις και εκφράσεις χαμαιτυπείου, αλλά εμένα τίποτα δεν με άγγιζε εκείνη τη στιγμή γιατί πέταγα από την χαρά μου που γλύτωσα. Τώρα από τί γλύτωσα, μια και δεν είχα κάνει τίποτα, είναι άλλο θέμα. Το θέμα είναι «ου μπλέξεις», άσε που τώρα είχα να διηγούμαι και κάτι στους φίλους μας.

    Και υπεγράφη η σύμβαση και απέκτησα και ασθενή ταξίαρχο παρακαλώ, που με αγαπούσε και με εκτιμούσε πάρα πολύ διότι βοήθησα την μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του που την έκανε και μεγάλος, μετράνε όλα αυτά που σας λέω και μην κοροϊδεύετε, να ξεφοβηθεί τον οδοντίατρο.

    Κοντούλης και στρουμπουλούλης και γλυκούλης ήταν ο ταξίαρχός μου και δεν μου ενέπνεε κανένα φόβο ή σεβασμό αλλά μια οικειότητα και μια φιλία. Και μια μέρα εκεί που συζητούσαμε για άσχετα πράγματα και γελάγαμε και έκανα εγώ τις πλακίτσες μου, λέει με το πιο σοβαρό ύφος του κόσμου:

    -Κατερίνα μου, καλά που είμαι εγώ που σε ξέρω καλά και σε συμπαθώ, αλλά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, και το Λουντέμη φάτσα κάρτα στην βιβλιοθήκη σου και μάλιστα το «Οδός αβύσσου αριθμός μηδέν» γιατί το έχεις; Δεν ξέρεις ότι μπορεί να σε κάψει και να σε τραβάνε στις ασφάλειες; Γρήγορα να τα εξαφανίσεις όλα.

    Κι εγώ το βλαμμένο συνέχισα να κάνω πλάκες του στυλ θα με βγάλεις εσύ για να μην με χάσεις και να έχεις καλό οδοντίατρο, και για να μην τα πολυλογώ, την άλλη μέρα συνειδητοποίησα το μέγεθος της βλακείας μου και τα εξαφάνισα κάνοντας και δεύτερη βλακεία.

    Τα πήρα από την πρώτη θέση, την φάτσα κάρτα που λέμε, και τα έβαλα στην πίσω σειρά, είχα πολλά βιβλία στη βιβλιοθήκη, να μην φαίνονται. Λες και άμα αποφάσιζαν να ψάξουν, θα κοίταζαν μόνο τους τίτλους των μπροστινών.

    Άγνοια κινδύνου, αφέλεια ή δήθεν ενδομύχως αντίσταση και ηρωική πράξη να μην είμαστε και τελείως «ρόμπες και ξεφτίλες»; Ιδέα δεν έχω τί μπορεί να σκεφτόμουν εκείνη την εποχή. Μάλλον το ανευθυνότητα και χαζομάρα μου κολλάει καλύτερα. Πάντως δόξα τω Θεώ, την βγάλαμε καθαρή και τα βιβλία υπάρχουν ακόμα.

    Δεκέμβρη του 1972, αποκτήσαμε τη μεγάλη μας κόρη.

    Καλοκαίρι του 1973 στο «Μεγάλο μας τσίρκο» του Καμπανέλλη, πρώτοι και καλύτεροι και μια αίσθηση υπερηφάνειας για τον προδομένο λαό μας και σύμπνοιας και ελευθερίας μας κατέκλυσε.

    Το έργο τελικά κατέβηκε λίγο πριν από το «Πολυτεχνείο» μετά και τη σύλληψη της Καρέζη και του Καζάκου, και ξανανέβηκε με την ίδια τεράστια επιτυχία αμέσως μετά. Και κάθε φορά που ανέβαινε πηγαίναμε και το βλέπαμε για την αίσθηση της αδερφοσύνης και την ανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας που μας χάριζε.

    Νοέμβριος του 1973 και περνάει ένας πολύ φίλος από τα παλιά, που δούλευε στην ασφάλεια, όπως βλέπετε είχα «κονέξια» με όλους τους τύπους εξουσίας, δημοκρατικό παιδί και δεν ξέρω πώς ξέμεινε στην ασφάλεια αλλά ξέρω ότι βοήθησε πολύ κόσμο, και μου είπε να βρω ένα σταθμό στο ραδιόφωνο, σταθμό ερασιτεχνικό που θα λέει:

    -Εδώ Πολυτεχνείο εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων μαθητών, των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων.

    Είχαν προηγηθεί οι διεκδικήσεις και η κατάληψη των φοιτητών στη Νομική, αυτά επί Μαρκεζίνη, με την επίφαση λίγης δημοκρατίας που τα επέτρεψε, και κάτι μαθαίναμε και εμείς αλλά όχι σπουδαία πράγματα, αφού υπήρχε παντού λογοκρισία.

    Και βρίσκω το σταθμό και αυτό ήταν, κόλλησα. Με το που τελείωνα από ασθενή έτρεχα να ακούσω τις φωνές των παιδιών που με γέμιζαν λαχτάρα και περηφάνεια και προσμονή για την αλλαγή.

    Μέχρι που ήρθε η αποφράδα μέρα της 16ης του Νοέμβρη βράδυ αργά, ο άντρας μου είχε γυρίσει από την δουλειά κατά τις έντεκα, κολλημένη όπως σας είπα στο ραδιόφωνο, και τα παιδιά να κάνουν εκκλήσεις να κατέβουμε με φάρμακα και τρόφιμα όλοι στο Πολυτεχνείο γιατί τους πυροβολούσαν και ζητούσαν και γιατρούς, και πριν προλάβει καν κάτι να φάει, τον πείθω να πάμε εκεί, και να προσφέρουμε ότι μπορούμε.

    Και αδειάζουμε το φαρμακείο μας σε σακούλα, και ξεκινάμε με τα πόδια από περιοχή Γηροκομείου παίρνοντας την Πανόρμου και φτάνουμε Αλεξάνδρας. Ο δρόμος άδειος από αυτοκίνητα και γεμάτος κόσμο που με ενθουσιασμό κατέβαινε προς τα οδοφράγματα που είχαν στηθεί παρακάτω. Μαζί τους και εμείς είχαμε φτάσει μέχρι τα Παναθήναια.

    Και ξαφνικά ακούγεται κάτι σαν βουή, ένας θόρυβος που σιγά σιγά δυνάμωνε, μέχρι που έγινε αποκρουστικά δυνατός και η γη άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια μας. Ήταν οι σειρήνες και οι ερπύστριες των τάνκς που κατέβαιναν την Αλεξάνδρας.

    Ο θόρυβος συνέχισε να δυναμώνει και έκαναν και αυτά την εμφάνισή τους έχοντας ένα τεράστιο προβολέα το καθένα που σάρωνε την περιοχή, και ο κόσμος ο ενθουσιώδης μέχρι πριν λίγη ώρα, έτρεχε τώρα να κρυφτεί αλλόφρονας στα στενά και στους παράδρομους.

    Και να έχω και τον ξύπνιο τον άντρα μου να με κρατά καθηλωμένη στην μέση του δρόμου πάνω στην κεντρική νησίδα, και να μου λέει, λες και είμαστε στην χώρα του παραλόγου:

    -Την γενναία δεν ήθελες να μου κάνεις; Εδώ σε θέλω.

    -Πού θα την κάνω χριστιανέ μου την γενναία; Στα τάνκς;

    Πώς δεν φάγαμε καμιά αδέσποτη έτσι που είχαν πλησιάσει εν τω μεταξύ πολύ, ένας θεός το ξέρει. Και τελικά τρέξαμε και εμείς και χωθήκαμε σε μια πάροδο λαχανιασμένοι και τρομαγμένοι να γλυτώσουμε.

    Είχε πάει 1:30 η ώρα όταν πήραμε τελικά τον δρόμο της επιστροφής μέσα από του Γκύζη και πίσω από τις φυλακές Αβέρωφ και ακούγαμε το θόρυβο από το σπάσιμο των οδοφραγμάτων που είχαν στηθεί εκεί κάπου στη στάση Σόνια.

    Και πλήθος κόσμος στα ανοιχτά παράθυρα και τις βεράντες να μας ρωτάει χαμηλόφωνα τί έγινε, με σπαραγμό και λυγμό στην φωνή, λες και είχαμε επιτάφιο. Κανείς δεν κοιμόταν εκείνη τη νύχτα στην Αθήνα.

    Φτάνουμε σπίτι και ανοίγουμε πάλι το ραδιόφωνο και ακούγαμε τις σπαρακτικές εκκλήσεις των παιδιών που δεν ήταν δικά μας, που δεν τα γνωρίζαμε προσωπικά, αλλά ήταν σαν δικά μας, παιδιά όλης της Ελλάδας, αδέρφια μας όπως λέγαν.

    Και εκεί στον εθνικό ύμνο που θα ράγιζαν και τα βουνά αν τους άκουγαν, αρχίσαμε τα κλάματα και τους λυγμούς, ειδικά εγώ, χωρίς σταματημό. Με πρησμένα μάτια, με χολή στο στόμα και πίκρα στην καρδιά, πέσαμε να κοιμηθούμε.

    Απέναντι από το διαμέρισμά μας στην ίδια πολυκατοικία μένανε δυό κοπελίτσες που σπουδάζαν στο Πολυτεχνείο, από μια μπουκιά άνθρωποι η κάθε μία, αδυνατούλες και κοντούλες, που ξέραμε ότι ήταν μέσα τις προηγούμενες μέρες και ανησυχούσαμε.

    Χτυπάει την επομένη η πόρτα μας Σαββάτο πρωί, και ήταν η μαμά της μίας και μας ρώτησε αν μπορούσαν να έρθουν μαζί με τα κορίτσια σπίτι μας να μάθουν νέα από εμάς, μας είχαν ακούσει που γυρίζαμε το προηγούμενο βράδυ αλλά δεν τόλμησαν να μας ρωτήσουν τί ξέραμε που ήταν και πολύ αργά, αλλά και από την τηλεόραση που αυτές δεν είχαν, και να μιλήσουμε για τα συμβάντα.

    Εγώ υποπτεύθηκα ότι θέλαν να λείπουν και από το σπίτι τους για παν ενδεχόμενο. Αυτό μας το εκμυστηρεύθηκαν και οι ίδιες μετά. Ήξεραν ότι θα είχαν συλληφθεί φίλοι τους οι οποίοι αργά ή γρήγορα θα μιλούσαν και για εκείνες, θα τις κάρφωναν δηλαδή, πράγμα που το θεωρούσαν όμως τελείως φυσιολογικό.

    Το θέμα είναι, μας έλεγαν, να μην σε πιάσουν. Διαφορετικά δεν αντέχονται τα βασανιστήρια, και σε κάνουν αυτοί και μιλάς.

    Και μας είπαν ότι τυχαία δεν ήταν το βράδυ στο Πολυτεχνείο γιατί ήρθαν να πλυθούν και να επιστρέψουν μετά, αλλά τις πρόλαβαν τα γεγονότα, μπλοκαρίστηκαν απ’ έξω και γύρισαν πίσω, αλλά θα φύγουν ελπίζουν σήμερα για να κρυφτούν επειδή αργά ή γρήγορα θα τις ψάξουν, και να κάνουμε λίγο παρέα στην μαμά η οποία θα έφευγε την επομένη για τα Γιάννενα και να την στηρίξουμε ψυχολογικά.

    Και καθίσαμε και φάγαμε και είπαμε και του κόσμου τα πράγματα άσχετα και σχετικά με το θέμα, και έφυγαν μόλις ψιλονύχτωσε τα κορίτσια και έμεινε μαζί μας η γυναίκα, και προσπαθήσαμε όσο μπορούσαμε να την στηρίξουμε πράγμα λίγο δύσκολο εκ των πραγμάτων. Γιατί τί να πεις σε μια μάνα που έστειλε τα παιδιά της για σπουδές και τώρα τα βλέπει να φεύγουν να κρυφτούν και να μην ξέρει ούτε πού θα παν ούτε τι θα απογίνουν.

    Έτσι έγινε, και ενημερωτικά σας λέω ότι τα κορίτσια κρύβονταν μέχρι τη μεταπολίτευση σε ένα πατάρι γνωστών ενός γνωστού των γονιών τους, υπεράνω υποψίας, και μπράβο στους ανθρώπους που καθόλου δεν ήξεραν τα κορίτσια αλλά από ιδεολογία και μόνο τα βοήθησαν, και το κράτος των συνταγματαρχών με αυτόν τον τρόπο εξουδετέρωσε δύο από τους τρομερούς εχθρούς της πατρίδας.

    Ήρθαν αμέσως να μας δουν αρχές Αυγούστου του 1974, και όταν τις είδα είχαν γίνει μισή μπουκιά και οι δύο, αδυνατισμένες και ταλαιπωρημένες. Η δε μία τους που είχε μαλλιά πολύ σγουρά και τα έκοβε πολύ κοντά παλιά, έμοιαζε σαν τους «μαύρους πάνθηρες» με το άφρο μαλλί τους, αφού είχε να κουρευτεί δέκα μήνες περίπου, όσο το διάστημα που κρυβόταν.

    Εν τω μεταξύ, για να γυρίσουμε σε μας, την Κυριακή παντρευόταν ο φίλος μας ο Δημητράκης που μας είχε παντρέψει κιόλας, στην Αγία Σοφία του Νέου Ψυχικού, και το δώρο για το γάμο του που ήταν και βαρύ, ο άντρας μου το είχε αφήσει στο γραφείο του που ήταν πίσω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη.

    Από το κατάστημα το είχαν πάει εκεί και θα το έφερνε με ταξί στο σπίτι, μεσημέρι Σαββάτου μετά την δουλειά. Δουλειά δεν πήγε αφού υπήρχε χαμός και φασαρίες στο κέντρο και ξεκινάει την επομένη, από τους Αμπελόκηπους, να πάει με τα πόδια στο Σύνταγμα. Για το δώρο. Με απαγόρευση κυκλοφορίας. Κι εγώ δεν τον απέτρεψα, εγώ η υποτίθεται συντηρητική και φοβιτσιάρα.

    Ίσως πάλι από άγνοια κινδύνου, ίσως από περιέργεια, σαν να μην συνέβαινε τίποτα, διασχίζει τους έρημους δρόμους της Αθήνας, και φτάνει στο κέντρο. Αντιμέτωπος με τον στρατό. Αυτός και τα τάνκς. Ήταν ακροβολισμένα εκεί γύρω από τον άγνωστο στρατιώτη.

    Όταν με το καλό γύρισε, μου εξομολογήθηκε πώς ένιωσε στο άγριο θέαμα της ερημιάς και της φοβέρας που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.

    Τώρα, το πώς δεν έφαγε σφαίρα, υποθέτω ότι τον πέρασαν μάλλον για δικό τους παιδί, γιατί πόση αποκοτιά μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι υπάρχει στον κόσμο, όταν είναι μάλιστα μέσα στο τάνκς με ένα οπλοπολυβόλο στο χέρι;

    Εν τω μεταξύ, με παίρνει τηλέφωνο η μέλλουσα νύφη και κουμπάρα μου για να μου πεί ότι λόγω απαγόρευσης κυκλοφορίας ο γάμος θα γινόταν μεν, αλλά με ειδική άδεια από την αστυνομία σε στενό οικογενειακό κύκλο, μα τόσο στενό που δεν μπορούσαμε να παραβρεθούμε.

    Μόνο γαμπρός, νύφη, κουμπάρος, γονείς, αδέρφια και ο παπάς. Και όχι τίποτα, έκανα και δίαιτα μήπως δεν μπαίνω στο στενό καλό φόρεμά μου.

    Και ξαναγλίτωσαν οι συνταγματάρχες την ανατροπή τους, την οποία σχεδίαζαν πιθανόν, οι καλεσμένοι ενός γάμου στο Νέο Ψυχικό.

    Και ξημερώνει Τετάρτη πρωί, είχε αρθεί και η απαγόρευση της κυκλοφορίας, και ανοίγει την πόρτα ο Γιώργος ο άντρας μου να πάει στην δουλειά, και εκεί στον διάδρομο, βλέπει δυο τύπους λίγο ύποπτους απ’ ότι μου εκμυστηρεύτηκε μετά, που έδειχναν σαν να περιμένουν κάτι.

    Και με περισσή αφέλεια τους ρωτάει αν έχουν πρόβλημα πόνου στα δόντια τους και περιμένουν τον οδοντίατρο να ανοίξει. Και εισέπραξε ένα σκαιότατο και κατηγορηματικό όχι, και κατάλαβε ότι η συζήτηση δεν έπρεπε να συνεχιστεί.

    Μπήκε λοιπόν στο ασανσέρ, κατέβηκε στο ισόγειο, έγνεψε ερωτηματικά στην θυρωρό, τότε υπήρχαν ακόμα θυρωροί, και εκείνη τον πήρε διακριτικά από το χέρι και μπήκαν στο διαμερισματάκι της δήθεν να του δείξει τα κοινόχρηστα, και του είπε ότι αυτοί οι επάνω ήταν ασφαλίτες που ήρθαν να συλλάβουν τους «εγκληματίες» δηλαδή τα κοριτσάκια, αλλά επειδή βάρεσαν το κουδούνι και δεν άνοιξε κανείς, μάλλον περιμένουν κλειδαρά για να παραβιάσουν την πόρτα.

    Και πράγματι ούτω και εγένετω, γιατί ήμουν αυτόπτης μάρτυς της ιστορίας, παρακολουθούσα δηλαδή τρέμοντας από το ματάκι της πόρτας, αφ’ ενός γιατί είχα ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς από την θυρωρό, αλλά και γιατί γινόταν χαμός έξω από την πόρτα.

    Βρίζοντας, γιατί τους ταλαιπωρούσαν οι «πουτάνες», έτσι τις χαρακτήρισαν, μπήκαν τελικά στο διαμέρισμα και άρχισαν να πετούν πράγματα και να σπάνε, αυτά δεν τα έβλεπα αλλά τα άκουγα, και η τρεμούλα δυνάμωνε, έστω και αν ήξερα ότι οι κοπέλες δεν ήταν μέσα.

    Και κάποια στιγμή άκουσα την θριαμβευτική φωνή του ενός που ανακάλυψε το όπλο του εγκλήματος.

    -Δίσκοι του Θεοδωράκη!

    Δεν ξέρω πόσο μεγάλο όπλο είναι η μουσική, πάντως εμένα και τώρα τα τραγούδια του Μίκυ με ξεσηκώνουν. Οπότε μάλλον δίκιο είχαν οι τύποι που τα θεώρησαν πειστήρια εγκληματικών ενεργειών. Και άλλους έσπασαν και άλλους τους πήραν μαζί τους, αλλά βασικά ξεκουμπίστηκαν και χαλαρώσαμε για λίγο εκείνη την ημέρα, πόσο μάλλον που δεν βρήκαν μέσα τα κορίτσια.

    Περνάει μετά κόπου και ανησυχίας η εβδομάδα για αυτά που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα για τα παιδιά που σκοτώθηκαν στο Πολυτεχνείο, φήμες μη διασταυρωμένες όμως, και δυστυχώς ή ευτυχώς, η ζωή συνεχίστηκε.

    Και είθισται στις 25 του Νοέμβρη να έχω την ονομαστική μου εορτή, η οποία έτυχε να πέφτει εκείνη τη χρονιά Κυριακή. Ετοιμασίες από το Σάββατο, φαγητά γλυκά και όλα τα συμπαρομαρτούντα, μέχρι και κομμωτήριο είχα πάει για να έρθουν οι φίλοι μας να μου ευχηθούν.

    Και ξυπνάμε το πρωί της Κυριακής, ανοίγω την τηλεόραση και άντε ξανά μανά τα ίδια. Εμβατήρια, και η εμφάνιση του πουλιού στην οθόνη που είχε εκλείψει τον τελευταίο καιρό χωρίς να μας λείψει ευτυχώς, δεν θυμάμαι και πόσο καιρό πρίν.

    Και μας ζώσαν τα φίδια και πολύ καλά έκαναν και μας ζώσαν, όπως διαπιστώσαμε εκ των υστέρων, γιατί ο Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και η δικτατορία έγινε πάλι σκληρότερη, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μαλακή δικτατορία. Ξανά άρση της κυκλοφορίας και τάνκς στους δρόμους, και μείναμε μόνοι μας να φάμε τα γλυκά, τα φαγητά και τα ποτά εις υγείαν της εορτάζουσας.

    Περνούσαν πάλι οι μήνες και γίνονταν συλλήψεις πολιτικών και απλών ανθρώπων μέχρι που έφτασαν σε σημείο να οργανώσουν με άλλους ανεγκέφαλους στην Κύπρο το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, και είχαμε την εισβολή της Τουρκίας και το χάσιμο ενός μεγάλου μέρους του νησιού. Και από την τραγωδία της Κύπρου, προέκυψε η δική μας σωτηρία. Διότι έπεσε η χούντα και έγινε η μεταπολίτευση.

    Με το που το μάθαμε, με τα πόδια, γιατί δεν γινόταν να κυκλοφορήσεις με αυτοκίνητο από τον κόσμο που ξεχύθηκε στους δρόμους, κατεβήκαμε Σύνταγμα. Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψω το κλίμα που επικρατούσε στο κέντρο της Αθήνας. Χιλιάδες άνθρωποι να αλαλάζουν από χαρά, να φωνάζουν όλων των ειδών τα συνθήματα με γέλια, και να τραγουδούν Θεοδωράκη αυθόρμητα, χωρίς καμιά οργάνωση.

    Περιμένοντας τον Καραμανλή. Από το Παρίσι. Τον Καραμανλή, που εγώ είχα μισήσει το 1961 σαν αρχηγό της ΕΡΕ, και τώρα τον περίμενα με λαχτάρα σαν σωτήρα φωνάζοντας όπως όλος ο κόσμος γύρω μου:

    -Ε-ε-έρχεται, Ε-ε-έρχεται!

    Και όσα χρόνια και αν περάσουν, δεν θα ξεχάσω τη σκηνή, που απέναντι από το υπουργείο των Εξωτερικών είχαμε κολλήσει το αυτί μας με το Γιώργο σε ένα ραδιοφωνάκι αστυνομικού, οι τρεις μας, αστυνομικού που μέχρι τώρα τον βλέπαμε σαν «μπαμπούλα», στη μέση του δρόμου, για να μάθουμε μαζί του αν επιτέλους ήρθε.

    Έτσι απλά και καθημερινά, χωρίς ηρωισμούς, σαν πολλούς άλλους απλούς ανθρώπους, ζήσαμε τη χούντα και το δικό μας Πολυτεχνείο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s