OK Πατρίδα

Θα υπέθετε κάποιος ότι η λέξη «πατρίδα» έχει σήμερα παραγραφεί ουσιαστικά ελέω της σύλληψης του (νομικού) χρόνου, λες και επρόκειτο για κάποιο παλαιό αδίκημα σε ένα ξεραμένο γενεαλογικό δέντρο.

Και θα είχε δίκιο, τουλάχιστον ως ένα βαθμό.

Δεν είναι δύσκολο ούτως ή άλλως να κοιτάξει κάποιος τριγύρω και να εντοπίσει, έστω δειγματοληπτικά, τον επώδυνο διασυρμό οποιουδήποτε χαρακτηριστικού ταυτότητας (που είναι και ο πυρήνας κάθε πατρίδας).

Επώδυνο βέβαια αν πάρουμε ως δεδομένο ότι πρώτα διατηρήθηκε -η ταυτότητα- μες στους αιώνες και δεν κληρονομήθηκε απλά το φάντασμά της, αναίμακτα, μέσω κάποιας αρχαίας δοσοληψίας.

Αναμφίβολα η εξαφάνιση της πατρίδας είναι και η πιο εύκολη θέση που μπορεί να πάρει κάποιος σήμερα, η πιο μοδάτη θα έλεγα κιόλας. Οι φράσεις «δεν έχουμε κράτος», «ξεπουλάνε την πατρίδα», «δεν είμαστε Έλληνες εμείς» και τα λοιπά έχουν ποτίσει την πνευματική καθομιλουμένη, τόσο που ακόμα και τον Λεωνίδα, τον Θεμιστοκλή και τον Περικλή να φέρναμε με κάποιο μαγικό ραβδί δίπλα στους τσολιάδες, οι ντομάτες θα έπεφταν σύννεφο.

Στη φάση που είμαστε ούτως ή άλλως δεν μας ενδιαφέρει πλέον να μάθουμε οποιαδήποτε αλήθεια -η αρχαιότητα έχει πρωτίστως συνθηματικό χαρακτήρα- είτε αυτή είναι περιλάλητη είτε κρύφια. Απλά θέλουμε να συγκρινόμαστε με έναν πολιτισμό που έχουμε εξιδανικεύσει και να πλειοδοτούμε για μια ταυτότητα που έχουμε προ πολλού απολέσει.

Ο λόγος; Μας αρέσει να είμαστε υπό. Είναι ο αμυντικός μας μηχανισμός.

Λατρεύουμε να πολεμάμε 1000 ενάντια σε 200.000, να ρίχνουμε στο καναβάτσο αυτοκρατορίες ή να αντιστεκόμαστε μέχρι τελευταίας πνοής. Αντιστοίχως μας αρέσει και ο άλλος να είναι υπό, διότι έτσι νιώθουμε ακόμα πιο υπό.

Υπό νορμάλ συνθήκες πάντα.

Αυτό το «υπό» είναι ο μοναδικός τρόπος για να δικαιολογήσουμε το χάος που δημιουργούμε και την αθλιότητα που εκτρέφουμε. Ο μοναδικός τρόπος να κρύψουμε την αδυναμία διαχείρισης της ιστορίας μας -άρα και της πατρίδα μας- την οποία την χρησιμοποιούμε όπως και όποτε θέλουμε (και πάντα ανάλογα με την αδυναμία που θέλουμε να κρύψουμε.)

Όταν λοιπόν μεταναστεύσει κάποιος σε μια χώρα του εξωτερικού, που σε μεγάλο βαθμό λειτουργεί (το ξέρω, δεν είναι πολλές), π.χ. στη Νορβηγία, τότε αρχίζει να σκέφτεται την πατρίδα του και να κάνει συγκρίσεις. Εμείς οι Έλληνες, δίχως άλλο, είμαστε από τους καλύτερους σε αυτό (να η σύγκριση.)

Όσο περνάει ο καιρός, λοιπόν, και όσο βλέπει αυτός ο κάποιος τα πράγματα γύρω του να λειτουργούν, τόσο ξυπνάει το άγριο ένστικτο του χάους, με το οποίο ζούσε μέχρι σήμερα, σχεδόν ανήξερος. Οι διαστρεβλωμένες του ανάσες θέλουν να αντικαταστήσουν τις νεοαφιχθείσες ομαλές, οι καθαροί δρόμοι του προκαλούν απέχθεια, η ευγένεια των ανθρώπων τον αποξενώνει, η τήρηση των νόμων τον κάνουν να σκέφτεται παράνομα και, γενικά, ο οργανισμός του επαναστατεί σε οτιδήποτε μοιάζει ακέραιο, σωστό και, γιατί όχι, ηθικό.

Τα ανάποδα λοιπόν γίνονται κανονικά και τα εμμέσως πλην σαφώς δεν βγάζουν νόημα.

Δεν είναι όμως απλώς μια αντίδραση, η δύναμη της συνήθειας, η μοναξιά, ο ξεριζωμός (συγχωρέστε μου τη λέξη, οι καιροί την απαιτούν), η κλιματική αλλαγή. Δεν είναι η απώλεια της αίσθησης της ασφάλειας που παρέχει η οικεία γη ή η ανυπόφορη γνώση ότι δεν μπορεί απλά να βγει και να επιστρέψει στο σπίτι του (μετατρέποντας άθελά του έτσι τις αποστάσεις σε φυλακή.)

Ο απόλυτος τρόμος είναι όταν συνειδητοποιεί τι έχει καταντήσει να σημαίνει πατρίδα για αυτόν, γιατί πατρίδα του είναι ο χαμός, αυτό που κουβαλά μαζί του, αυτό που έφτιαξε τόσο καιρό για να καλύψει τις αδυναμίες του και να τιτανοποιήσει τις ψευδαισθήσεις του. Αυτό που είναι ασύμβατο με τη τάξη, την ευημερία και την προοπτική, αυτόν τον κοινό εφιάλτη που μοιραζόταν (και θέλει ακόμα να μοιράζεται) με εκατομμύρια άλλους καθημερινά. Άλλους που θα μπορούσαν, αν ήξεραν, να ξυπνήσουν σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Και μπορούν, είναι αλήθεια.

Ο απόλυτος τρόμος είναι πόσο άξαφνα έρχεται αυτή η γνώση, πόσο γρήγορα, όταν νιώθει κάποιος ότι απειλείται από αυτό που τον ωφελεί.

Advertisements

Η Φωτογραφία

Είμαστε εμείς τα παιδιά του νότου, ηλιοκαμένα
χαμογελώντας πλατιά κόντρα στα ρέλια και στον άνεμο
φορώντας ψάθινα χρυσαφένια καπέλα που επιπλέουν
με στραβά, ατίθασα λοφία.
Δίπλα μας συστάδες από καρέκλες, τραπεζάκια
ποτήρια με καφέ στο άσπρο πλαστικό και τσιγάρα
στην άκρη του σκαμπό
προσεκτικά ακουμπισμένα
να μην αρπάξει το πολύχρωμο κάδρο από την κάφτρα.

Αγκαλιασμένους μας χάραξε τυχαία αυτή η στιγμή
να έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τα χείλη βυθισμένα στο σκοτάδι
καθώς μπλεγμένοι ο ένας μες στον άλλο
δοσμένοι ο ένας μες στον άλλο
αχώριστοι και μαρμαρωμένοι στην ευτυχία.

Είμαστε εμείς τα παιδιά του νότου, δίχως αρμούς
πατάμε πάνω στο σανίδι της θάλασσας και αναριγούμε
θιασώτες κείνης της μνήμης, της απαθανατισμένης
και της μπάντας του ουρανού που δεν διέσχισε ποτέ
τα κιτρινισμένα σύνορα
το γκριζαρισμένο περίγραμμα
μιας ζωής που έμεινε ως έχει εγκλωβισμένη.

Κλείσε τα μάτια και προχώρα

Η πορεία μας είναι προδιαγεγραμμένη.

Από τα πιο ψηλά μεγάφωνα το φώναξαν, βάζοντας σε παύση κάθε παλμό και γεμίζοντάς τον με αναίτια ένταση και αχάρακτο μέλλον.

Μας έδωσαν καθρέφτες με έτοιμα είδωλα και κοιταχτήκαμε, μέχρι που δεν χρειάστηκε να ψάξουμε άλλο για να βρούμε το τίποτα κι έτσι, απλά, αγκαλιαστήκαμε.

«Εσείς από εδώ, εσείς από εκεί» μας χώρισαν και τράβηξαν στη μέση μια γραμμή. Μας έδωσαν όπλα και χτύπησαν το καμπανάκι, να κυλήσει το αίμα. Ποιος να αντισταθεί, άραγε, ποιος να καταλάβει;

Εμείς μπορούμε να αντισταθούμε και εμείς μπορούμε να καταλάβουμε. Πια, εδώ που φτάνουμε, εδώ που ο κανόνας είναι η αποτροπή των αναπνοών, νικητές θα είναι αυτοί που παίρνουν βαθιές ανάσες. Εδώ που δρόμοι δεν υπάρχουν, νικητές θα είναι αυτοί που περπατούν στο κενό.

Κι αν χρειαστεί να φτύσουμε το πρόσωπό μας, αν χρειαστεί να καγχάσουμε τις γονατισμένες σκιές μας, αν χρειαστεί να αποκαλυφθούμε ως ζώα, μη διστάσουμε. Η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη, συνυφασμένη με τη φύση, με όριο πέρα από την απλή αντίσταση, μια μεταμόρφωση αναγκαστική και αναγκαία.

Θα έρθει με δάκρυα, αίμα και θάνατο, όπως όλες οι μεταμορφώσεις, όπως όλες οι γέννες. Δεν είναι επιλογή, δεν είναι δράμα, δεν είναι καν αποτέλεσμα. Είναι απλά μια βεβαιότητα, όπως ο αέρας και η θάλασσα, η βροχή και το χιόνι.

Φτάνει με την απόδοση του μίσους, με την ανάλυση της γενιάς, με τα παιχνίδια και τις συνωμοσίες των πολιτικών, φτάνει, με τη μεμψιμοιρία μη τυχόν και χάσουμε το κεκτημένο τέλος, με την επανάληψη του φτηνού συναισθηματισμού που μας ενώνει μόνο μέσα από το Facebook.

Καιρός για αλλαγές και θερισμούς, των καταιγίδων και της γης.

Δεν υπάρχει χώρος για να στοιβάξουμε άλλη διστακτικότητα, δεν υπάρχει ώρα να μετρήσουμε παραπανίσιο φόβο. Δεν υπάρχει άλλη μέρα να χαραμίσουμε ενάντια στα παιδιά μας, τα δικά μας και των άλλων, στα ανίψια μας, τα δικά μας και των άλλων, στους εαυτούς μας, τους δικούς μας και των άλλων.

Είναι μια πορεία προδιαγεγραμμένη, μια πορεία που παρασέρνει, θέλουμε δε θέλουμε, κάθε τι που νομίζουμε ότι προστατεύουμε: μα τίποτα, τίποτα δεν προστατεύεται από την επιβίωση.

Και ίσως, μέρες πολλές μετά, όταν θα κοιτάμε τα σύνορα της μάχης, όταν θα έχει μείνει παρά μόνο η στάχτη και τα χαμόγελα της ανακούφισης, να νιώσουμε τι σήμαινε το εμπρός και όχι το πίσω, το ρίσκο της φωτιάς και όχι ο λίθος της ατροφίας.

Μέσα στη μοίρα αφημένοι, μετά από αγώνες στους προσωπικούς μας δρόμους, θα ξεχυθούμε σαν κύμα που ξέρει, πάνω από όλα, τι σημαίνει να χαράζεις το μέλλον μέσα στις παλάμες, το δικό σου μέλλον, στις δικές σου παλάμες.

Κλείσε τα μάτια και προχώρα.

Η δύναμη της δικαιολογίας

Ο ορισμός της λέξης «δικαιολογία» είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να αποσαφηνιστεί, ιδιαίτερα στην εποχή που ζούμε και πόσο μάλλον όταν έχουμε καταντήσει κάτι άλλο από αυτό που ξεκινήσαμε.

Αυτή η κατάντια έχει δώσει στην εν λόγω λέξη νέο νόημα και βάθος, πλατειάζοντας τις χρήσεις της πέρα ακόμα και από τα σύνορα της αδιαφορίας, που παραμένει ένα βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου.

Ακόμα βέβαια μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη λέξη με την κλασική της έννοια, να πούμε δηλαδή ένα μικρό ψέμα στον εαυτό μας για να επιρρίψουμε αλλού τις ευθύνες για μια τυχόν βαρεμάρα, κάποια ατυχία ή την ίδια μας την προχειρότητα απέναντι στις πράξεις μας:

«Ας μην ήταν μακριά το καθαριστήριο», «δεν τελείωσα την άσκηση επειδή άργησα να φάω», «οι φακές δεν με χορταίνουν οπότε θα παραγγείλω γουρουνόπουλο», «δεν τρώω πολύ, απλά τα φαγητά έχουν λίπος» και άλλες οξύμωρες πλαγιολισθήσεις της λογικής.

Η σμίκρυνση όμως της ταυτότητάς μας ως ανθρώπινο γένος (κι ας ακούγεται μεγαλεπήβολο), η εμμονή μας στον εγωισμό και η ανάγκη καταπάτησης βασικών κανόνων συνύπαρξης, δίχως αμφιβολία, έχουν δώσει βορά στην «δικαιολογία» την κοινή λογική.

Η πιο διαδεδομένη δικαιολογία της γενιάς μας είναι «γιατί να το κάνω εγώ αφού δεν το κάνουν οι άλλοι.» Όχι ότι παλαιότερα δεν υπήρχε, απλά πλέον έχει αποκτήσει και ένα πέπλο μίσους, που επιφέρει οργισμένες εξάρσεις σε περίπτωση αντιλόγου, τύπου: «εμένα δεν θα μου πεις τι θα κάνω» ή «κοίτα τη δουλειά σου», ακόμα και όταν ο αντίλογος αφορά πασιφανή ζητήματα, όπως π.χ. στο να μην κλέβουμε την εφορία.

Είναι γεγονός λοιπόν ότι η ανάγκη μας να δικαιολογούμαστε αυτή την εποχή έχει φτάσει στο αποκορύφωμα και ο βασικότερος λόγος είναι η προσπάθειά μας να αντιδράσουμε. Σε αυτή μας την προσπάθεια έχουμε στην ουσία όμως καταλύσει τον βασικό κανόνα αντίδρασης του ανθρώπου, που δεν είναι άλλο από το να παραμείνει… άνθρωπος.

Για παράδειγμα, θέσεις όπως «εγώ ακούω ότι γουστάρω γιατί έτσι διασκεδάζω», «εγώ πληρώνω άρα εγώ αποφασίζω», «πρώτα να πιάσεις τους πολιτικούς και μετά να ασχοληθείς με μένα» κ.α., μας βγάζουν έξω από την ανθρώπινή μας υπόσταση διότι δεν επιδέχονται κριτικής και ούτε καν μπορούν να συζητηθούν. Δεν δεχόμαστε δηλαδή να τις συζητήσουμε. Είναι απόλυτοι νόμοι που «δικαιολογούνται» από τις δύσκολες μέρες που ζούμε, τις οποίες για ένα ακατανόητο λόγο τις έχουμε εκλάβει ως συγχωροχάρτι για να κυλιστουμε πιο χαρωπά μέσα στον βούρκο.

Η δικαιολογία μας είναι πάντα έτοιμη, για όλα. «Δουλεύω, δεν προλαβαίνω», «εγώ δεν μπορώ να σώσω τη χώρα έτσι όπως είμαι», «ποιος ασχολείται τώρα μωρέ με ποιότητα, για τέτοια είμαστε;» και, δύο από τα καλύτερα όταν υπάρξει αντιπαράθεση στα παραπάνω, «δεν θα μου στερήσεις εσύ την ελευθερία μου» και «δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω.» Είμαστε τόσο φοβισμένοι που αντιδρούμε σαν αγρίμια όταν κάποιος μας προτείνει κάτι, που ίσως κάνει τις επιλογές μας να φαίνονται μέτριες ή κακές. Και η αιτία είναι απλή: μας είναι πιο βολετό σήμερα να περιχαρακώσουμε την ύπαρξή μας με ένα σύνολο πράξεων παρά με ένα σύνολο αιτιών.

Το ότι φτάσαμε στο σημείο να δικαιολογούμε την γουρουνίασή μας, ως άνθρωποι και ως πολίτες, χρησιμοποιώντας για δικαιολογία την γουρουνίσια εποχή που ζούμε, είναι σίγουρα ένα απόγειο ομοιοπαθητικής ξεφτίλας που θα αποτελέσει ξεχωριστό κεφάλαιο, πιθανώς το τελευταίο, στην μεταπολιτευτική ιστορία μας.

Μήπως να δοκιμάζαμε από αύριο, έτσι για αστείο, για μια φορά, να μη χρησιμοποιήσουμε καμία δικαιολογία, σε οποιοδήποτε θέμα;

Επιλογή αλά… ελληνικά

Τι είναι ο Έλληνας, ποια είναι η ταυτότητά του, ρωτάω και ρωτάω, σα χαλασμένο ρολόι.

Και ρωτάω όχι επειδή θέλω (ή μπορώ) να απαντήσω. Ρωτάω επειδή δεν ξέρω, δεν έχω πλέον ιδέα. Καμία όμως ιδέα. Η ερώτηση είναι που με ωθεί.

Ο Ελύτης είχε πει κάποτε ότι από την Α(α)ναγέννηση και μετά (και επειδή ουσιαστικά αυτή μας προσπέρασε ελέω Τουρκοκρατίας) η ταυτότητά μας προήλθε από τη διαστρεβλωμένη αίσθηση που απέκτησαν οι Ευρωπαίοι για εμάς, όταν αποφάσισαν να εμπλουτίσουν την πνευματική τους επανάσταση με την αρχαιοελληνική σκέψη.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι ως λαός αναγκαστήκαμε, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, να εκλάβουμε αυτή τη διαστρεβλωμένη εικόνα ως αληθινή. Μας την κόλλησαν στο μέτωπο σαν πεντοχίλιαρο μόλις ανοίξαμε τα μάτια κι εμείς την πήραμε κάτω από τη μασχάλη, τη κουβαλήσαμε στα κρεβάτια μας και την κοιμηθήκαμε.

Το πρωί ξυπνήσαμε κι είχαμε κυοφορήσει μια νέα ταυτότητα, παραλλαγμένη, τόσο πρόωρη που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που πραγματικά ήμασταν ή που θα μπορούσαμε να γίνουμε.

Βέβαια μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς, αναμενόμενα, δεν ξέραμε που παν τα τέσσερα του ορίζοντα. Θέλαμε λίγη προστασία, λίγη βοήθεια.

Και από εδώ αρχίζει η κατηφόρα.

Η νεοελληνική αυτή ταυτότητα άρχισε να κοσκινίζεται πολιτικά, αφού ως νεογνό η Ελλάδα είχε πλέριο χώρο για εκμετάλλευση από τα «φιλικά προσκείμενα κράτη». Λέγεται ότι το ξεπούλημα ξεκίνησε από τότε – μια γενιά για ένα ευρωπαϊκό κομπλιμέντο ήταν η ταρίφα.

Λέγεται.

Ήταν όμως σχεδόν σίγουρο ότι θα οδηγούμασταν εδώ που έχουμε φτάσει, σε έναν αχταρμά ιδεών που ψάχνουν σώματα, σε ένα ξοφλημένο πολιτιστικό σημείο G που βασίζεται σε κίβδηλα, ανύπαρκτα αγγίγματα, ότι έχει απομείνει από τις προσπάθειές μας να βρούμε μια ταυτότητα, πότε γλείφοντας τις μπότες και πότε τριβόμενοι στη γκλίτσα του παμμέγιστου, ευρωπαϊκού τσοπάνη.

Από αυτόν τον αχταρμά αναδύεται ως σκέψη ότι οι Έλληνες, για τους εξωτερικούς (και ακόμα και σήμερα που έχουμε μαρκαριστεί ως ιδρυτές του κινήματος «Μεταμοντέρνος Ρεμπεσκές») είναι κάτι το εξωτικό, κάτι το χαοτικό, ένας λαός που κυριεύεται από τα συναισθήματά του και προκαλεί δαίμονες με τις πορδές του.

Για τους εξωτερικούς οι Έλληνες είναι «τρελοί», σαν τους Γαλάτες, ένα καλοκαίρι που το θυμάσαι επειδή έσπασες τα όριά σου, μια τοποθεσία που θες να την επισκεφτείς για εμπειρία, για πήδημα και βραχύβιο έρωτα, όχι για αγάπη και διαβίωση.

Δεν τους κατηγορώ. Αυτή είναι η εικόνα που τους έχουμε δώσει, του κατεργάρη Έλληνα που αψηφά τους κανόνες – και «μπράβο» του.

Π.χ. ο πολύς Ζορμπάς με το χταποδίσιο του πέος, που πίνει σαν νεροφίδα και κατακραυγάζει αυτόν που δεν κοιμάται με οποιαδήποτε γυναίκα ανοίγει τα πόδια της υπήρξε, ανέκαθεν, ένα από τα δυνατά σύμβολα της νεοελληνικής ψυχοσύνθεσης για τις ευρωπαϊκές μάζες (που δυστυχώς απογυμνώθηκε κινηματογραφικά από το Καζαντζακικό του νόημα), ένα σύμβολο σύγχρονο και ενάντιο, ουσιαστικά, στο αρχαίο μας κάλλος.

Ο Έλληνας, λοιπόν, από ότι φαίνεται, φωτοσυνθέτει το μέλλον του με τον μεσογειακό ήλιο, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα παραπάνω. Είναι ένας λαός Πάνας, ένας μυθικός λαός.

Ένα μυθικό λάθος.

Το μέλλον δεν έρχεται με αυτόν τον τρόπο για τους ανθρώπους. Δεν ήρθε ποτέ. Και ο βασικός λόγος δεν έχει να κάνει με την ανικανότητα του Έλληνα (που τόσο διαφημίζεται πια) ή κάποιο γονιδιακό ελάττωμα. Ο βασικός λόγος αφορά στο γεγονός ότι πιστέψαμε τον ίδιο μας τον μύθο, τον μύθο που μας θέλει να είμαστε πάντα οι… καλύτεροι, πάντα οι… Έλληνες.

Η μεταμόρφωσή μας σε κατοικίδια της Ευρώπης δεν έγινε, βέβαια, δίχως προετοιμασία και κόπο. Οι πολιτικοί μας «ηγέτες», ακριβώς επειδή πιστέψανε στον ίδιο μύθο, θεώρησαν την χώρα αυτή και τους κατοίκους της αθάνατη και ηλίθιους ταυτόχρονα.

Συνδυασμός που σκοτώνει.

Η αντικατάσταση των κοινωνικών μας αρετών (και δυνατοτήτων) με αόριστες έννοιες όπως «είμαστε ζεστός λαός εμείς», «δεν θέλουμε οργάνωση και φακελώματα», «ο Έλληνας γλεντάει όταν όλα πάνε στραβά», «να παν να γαμηθούν – εγώ δεν χάνω τα μπάνια μου», «άντε μωρέ με τους μαλάκες που θα τους ψηφίσω κι όλας» και ένα σωρό άλλες ήρθε υπόγεια και εσωτερικά, όπως οι αποφάσεις που παίρνουν οι άλλοι για σένα.

Ο μύθος ότι είμαστε οι καλύτεροι, πως τα γράφουμε όλα γιατί μπορούμε κυριάρχησε. Ένας μύθος που τον πιστέψαμε και, πλέον, από πανελλήνιο κόμπλεξ τον παρουσιάζουμε και ως επανάσταση. Μια συνεχής και κάλπικη επανάσταση ενάντια σε άλλα κράτη που λειτουργούν καλύτερα, λες και θα έπρεπε όλοι να είναι στα ίδια χάλια με εμάς.

Πονάμε. Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε και αντιδρούμε. Κακομαθημένα, κομπλεξικά κι αψυχολόγητα. Σύμφωνα με μας μόνο οι Έλληνες ξέρουν να ζουν και να ζουν ωραία, κανένας άλλος. Είναι απίστευτο που έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο πλάνης, μόνο και μόνο για να νιώθουμε καλύτερα όταν λέμε καλημέρα ο ένας στον άλλο.

Αυτοί είμαστε λοιπόν; Ένα σύνολο που μειώνει οτιδήποτε καλό, που γλεντάει όταν όλα πάνε στραβά και διασκεδάζουμε την Ευρώπη με τις τρέλες μας;

Δεν είμαστε αυτοί που μπορούμε να τιμωρήσουμε τους πολιτικούς που μας πρόδωσαν; Αυτοί που μπορούμε να οργανωθούμε; Αυτοί που μπορούμε να αγαπήσουμε και να δείξουμε αλληλεγγύη, αυτοί που μπορούμε να ψηφίσουμε μυαλωμένα, σκεπτόμενοι τη χώρα και όχι μόνο τη τσέπη μας;

Ποιοι είμαστε, αλήθεια; Ποιοι Έλληνες θα επιλέξουμε να είμαστε;

Μοιάζει τρομακτικό να μην ξέρουμε, ναι, αλλά είμαι σίγουρος ότι κάποιοι λαοί θα σκότωναν για να είχαν ακόμα την ελευθερία να επιλέξουν.

Λυκούργου Διαπαιδαγώγησις

Ο Λυκούργος περίμενε σχεδόν λαχανιασμένος στη μέση του σαλονιού. Τα χέρια του ήταν κοκκινισμένα μέχρι τον καρπό και από τις χαρακιές στις παλάμες δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτα, ούτε τη μοίρα. Το κεφάλι του ήταν κατεβασμένο και η ματιά του είχε καρφωθεί στα γυμνά του πόδια. Τα μαλλιά ανακατεμένα σαν από πάλη, το μπλουζάκι του ξεχειλωμένο στο λαιμό και, λίγο πάνω από το στήθος, στην ερεθισμένη επιδερμίδα, ένα σταυρουδάκι, δώρο της γιαγιάς από καιρούς αλλοτινής χαράς.
«Δεν θα σε χτυπήσω άλλο» ακούστηκε μια αντρική φωνή, σχεδόν στεντόρεια από την κουζίνα. «Πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα έχουμε καλύτερο αποτέλεσμα».
Ακούστηκε ο γουργουλιστικός ήχος ενός κουταλιού σε ένα γεμάτο ποτήρι.
Ο Λυκούργος δεν απάντησε αλλά σήκωσε το κεφάλι. Τα μάγουλά του ήταν κόκκινα από την έξαψη του τρόμου αλλά τα μάτια του, αν και κλαμένα, είχαν μια πρωτοφανή αποφασιστικότητα.
«Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι, γίνεσαι άντρας σιγά σιγά» είπε η φιγούρα μπαίνοντας στο δωμάτιο. Ο Λυκούργος ρίγησε και έκανε ένα βήμα πίσω, σχεδόν αντανακλαστικά.
Ο άντρας κάθισε στην τραπεζαρία. Το βλέμμα του περιηγήθηκε στους τοίχους και σταμάτησε στις δύο πολυθρόνες κάτω από το παράθυρο. Σηκώθηκε και έλεγξε αν ήταν κλειστό κι ύστερα έκλεισε τις κουρτίνες, γκριζάροντας το δωμάτιο. Ο Λυκούργος πρόφτασε να δει λίγο, στο απέναντι μπαλκόνι, ένα παιδικό ποδηλατάκι σαν αυτό που είχε μικρός.
Ο άντρας ακούμπησε πάνω στην τραπεζαρία ε ένα ψηλό γυάλινο ποτήρι με φραπέ, ο οποίος δεν ήταν χτυπημένος. Οι κόκκοι έπλεαν ακόμα στο καφέ νερό, που στα μάτια του Λυκούργου έμοιαζε με λασπόνερο.
«Όλοι αυτοί οι ήρωες έχουν βοηθήσει την Ελλάδα» είπε ο άντρας δείχνοντας τα κάδρα του Καραϊσκάκη, του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη. «Καθένας από αυτούς έχει χύσει αίμα για αυτή τη χώρα. Ο άλλος σουβλίστηκε, ο Διάκος. Στο έχω πει, δεν στο έχω πει; Σίγουρα στο έχω πει. Κάθε φορά που έχουμε εκλογές στα λέω αυτά. Για να μάθεις. Να ξέρεις.»
Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι και κοίταξε με άγριο ύφος τον Λυκούργο. «Πραγματικά δεν μπορώ να σε καταλάβω. Είσαι εσύ παιδί μου; Σε λιγότερο από ένα χρόνο ψηφίζεις και δεν θες να ακολουθήσεις στα χνάρια του πατέρα σου; Τι έκανα λάθος; Δεν σε έχω χτυπήσει αρκετά; Ήθελες κι άλλο;»
Ο Λυκούργος κατέβασε τα μάτια κι έμεινε σιωπηλός. Ο Πατέρας του αναστέναξε. «ΠΑΣΟΚ ή Νέα Δημοκρατία, τόσα χρόνια έπρεπε να είναι στο πετσί σου. Τσάμπα το ξύλο; Όλα πήγαν χαμένα;»
Άναψε άγαρμπα ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στα πόδια του Λυκούργου. Μετά σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει γύρω από το τραπέζι. Σταμάτησε μπροστά του σα να ήθελε να τον επιθεωρήσει και του σήκωσε το σαγόνι.
«Θυμάσαι όταν ήσουν οκτώ με εννιά, στις δημοτικές νομίζω ήταν. Θυμάσαι πως φώναζες ΠΑΣΟΚ μέσα στους λυγμούς; Και δεν είχα καν χρησιμοποιήσει τη ζώνη τότε» είπε κουνώντας το δάκτυλο απειλητικά. «Με δυο γροθιές όλες κι όλες έγινες πράσινος ήλιος!»
Έκανε μια μικρή παύση σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι και συνέχισε τη βόλτα του γύρω από το τραπέζι καπνίζοντας.
«Ή στις πρώτες βουλευτικές σου; Θυμάσαι που με ρώταγες ποιος είναι ο χοντρός πολιτικός με τη καράφλα; Αυτός που είπες ότι έμοιαζε με φάλαινα; Και σου είπα ότι είναι ένας από τους γαλάζιους σωτήρες, της θάλασσας, της Νέας Δημοκρατίας;»
Τράβηξε τα παντελόνια του και συμμάζεψε το πουκάμισό του. Δεν μπορούσε να κάνει καλά πλέον τη φουσκωμένη κοιλιά του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, κάτω στο περίπτερο, και η φωνή του ακούστηκε σχεδόν τυπική.
«Θυμάσαι που σε είχα κλείσει στο δωμάτιο για δύο μέρες, δίχως τροφή ή νερό, και στο τέλος φώναζες με όλη σου τη δύναμη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ; ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!!!;»
Ξανακάθισε και κοίταξε τον Λυκούργο. Πήρε τη βέργα στα χέρια του και την κούνησε μερικές φορές στον αέρα. Ο ήχος ήταν καθηλωτικός, τόσο οικείος και τόσο απόκοσμος.
Ο Λυκούργος κατουρήθηκε.
«Και τώρα;» είπε εκνευρισμένος ο πατέρας του. «Τώρα έρχεσαι, λίγο πριν ψηφίσεις, μετά από τόσα χρόνια διαπαιδαγώγηση και μου λες ότι δεν θα ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία;! Αμφισβητείς τα όσα έχουν προσφέρει; Όλα όσα σου δίδαξα; Τώρα, την πιο κρίσιμη στιγμή; Άπλωσε τα χέρια!»
Ο Λυκούργος οπισθοχώρησε αλλά ο πατέρας του τον πρόλαβε και του άρπαξε τα χέρια. Γύρισε ανοικτή την αριστερή παλάμη και της έριξε δυο δυνατές βιτσιές.
Κι άλλη μία.
Και μία ακόμα.
Ύστερα τον έσπρωξε αηδιασμένος.
«Δεν καταλαβαίνεις ότι σου έχουν ποτίσει το κεφάλι οι τηλεοράσεις που κατηγορούν συνέχεια τις δύο μεγάλες παρατάξεις; Δεν καταλαβαίνεις ότι είναι φτιαχτό; Είσαι τόσο ευκολόπιστος; Τι γιος είσαι εσύ; ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία έχουν σώσει τη χώρα και πρέπει να ψηφίσεις ένα από τα δύο! Το καταλαβαίνεις; Δεν έχουν κλέψει, μας έχουν προστατέψει από τους Ευρωπαίους εχθρούς μας και αυτούς τους Τούρκους, τα τέρατα της ανατολής! Πώς μπορείς να το αρνείσαι αυτό; Πώς μπορείς να είσαι τόσο τυφλός;»
Το χαστούκι ακούστηκε μέχρι το ισόγειο κι ο Λυκούργος έπεσε κάτω. Δεν μπορούσε να μιλήσει ή να κλάψει. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί και στα μάτια του είχε πέσει ένα πέπλο θολό, σαν να κοιτούσε μέσα από νερό. Από την αριστερή άκρη των χειλιών του έτρεχε αίμα. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να το σκουπίσει. Κατάφερε όμως να σηκωθεί, τρέμοντας σε στάση προσοχής.
Ο πατέρας του ξανακάθισε και ήπιε μια γουλιά από το λασπωμένο πλέον φραπέ. Έβαλε το κεφάλι μες στα χέρια του και τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του, σαν να ήθελε να τα ξεριζώσει. Η φωνή του γλύκανε.
«Βρε παιδί μου, άκουσε, προσπάθησε να καταλάβεις. Αυτές οι δύο παρατάξεις μας έχουν βάλει φαγητό στο τραπέζι. Βρήκαν δουλειά στην αδερφή σου, με βοήθησαν να πάρω δάνειο, να έχουμε σπίτι να μείνουμε. Καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι αυτό; Τι σε ενοχλεί; Ότι κλέβουν; Ότι έχουν φτιάξει τον πολιτικό νόμο όπως τους βολεύει; Ότι έχουν βουλευτική ασυλία; Ότι το νομικό σύστημα είναι δικό τους; Αυτά βρε τα κάνουν όλοι, έτσι είναι τα πράγματα, δεν αλλάζουν αυτά. Απλά πρέπει να είμαστε κοντά κι εμείς, στη φωλιά, κάτω απ’ τη φτερούγα του δράκου. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Ο Λυκούργος κούνησε πολύ αργά το κεφάλι δεξιά και αριστερά.
Όχι, δηλαδή.
Όχι.
Ο Πατέρας του εξαγριώθηκε.
«Εσύ με προκαλείς! Εσύ, κωλόπαιδο! Σου δίνω την Ελλάδα στο πιάτο κι εσύ την αποστρέφεσαι.» Έβγαλε τη ζώνη του. «Γύρνα!» ακούστηκε μαινόμενη η φωνή. Ο Λυκούργος υπάκουσε και η ζώνη έπεσε σχιστά στην πλάτη του σχεδόν αμέσως, σα χαρακιά από καυτή λάμα.
«Τριάντα χρόνια ψηφίζω τα δυο κόμματα. Κι έρχεσαι εσύ τώρα να μου πεις ότι έκανα λάθος, ότι κατέστρεψα την Ελλάδα και αρνείσαι να τα ψηφίσεις;»
Η ζώνη ακούστηκε ξανά κι ο Λυκούργος λύγισε στα γόνατα βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο. Άλλο ένα χτύπημα ήρθε.
Κι άλλο ένα.
Κι άλλο ένα.
Ξαφνικά ο Πατέρας του σταμάτησε. Πέταξε τη ζώνη στον τοίχο, εξοργισμένος, έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε ψηλά, σαν να περίμενε βοήθεια από το Θεό.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις τι έχω περάσει. Κι είσαι και γιός μου! Προσβάλεις τους ήρωες στους τοίχους ρε μαλακισμένο! Ξέρεις πόσες κατουρημένες ποδιές έχω φιλήσει τόσα χρόνια; Για μια ελάχιστη αύξηση, για την πιο μικρή εξυπηρέτηση! Τόσα χρόνια! Για να είμαι μόνιμος! Να σε ταΐσω!!!»
Δάγκωσε τη γροθιά του και χαμογέλασε στον εαυτό του λες κι ήταν ο άρχοντας των αδικημένων.
«Δεν ήξερα νομίζεις τόσα χρόνια τι κάνουν; Εσένα περίμενα να μου το υπενθυμίσεις; Ένα σκατό που δεν έχει ζήσει ακόμα τίποτα; Δεν θα πετάξω εγώ σαράντα χρόνια πίστης επειδή ξαφνικά εμφανίστηκαν δήθεν επαναστατικά κωλόπαιδα σαν εσένα! Δεν θα μου πεις εσύ πως υπήρξα μαλάκας εδώ και σαράντα χρόνια!»
Τον έπιασε αμόκ. Άρπαξε το ποτήρι και το πέταξε στον τοίχο. Τα γυαλιά πετάχτηκαν παντού, ο λασπωμένος καφές πιτσίλισε τις κουρτίνες και την μικρή τηλεόραση, φτάνοντας ακόμα και στην κουζίνα. Έπιασε το τραπέζι με τα δύο χέρια και το αναποδογύρισε, πέταξε τα μαξιλάρια του καναπέ στα τζάμια, χτύπησε με γροθιά το στερεοφωνικό.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια του και με ένα άλμα έφτασε κοντά στον Λυκούργο. Τον έπιασε από τα μπράτσα, τα μάτια γουρλωμένα και λευκά, σαν του τρελού.
«Καταλαβαίνεις τι θα πάθω αν δεν ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.; Πρέπει να με καταλάβεις» είπε με τρεμάμενη φωνή. «Θα πάνε άχρηστα όλα τα χρόνια, δεν θα έχω τίποτα να δείξω, σε κανέναν. Καταλαβαίνεις γιατί σε χτυπάω από μικρός; Για να μάθεις, να ξέρεις, να με προστατέψεις όταν έρθει η ώρα. Σα καλός γιος, σαν άξιος γιος.»
Ο Λυκούργος τον κοίταγε στα μάτια. Έμοιαζε αποφασιστικός αλλά ναρκωμένος, οργισμένος και τρομοκρατημένος ταυτόχρονα. Καμία αντίδραση όμως, καμία άμυνα. Μόνο το βλέμμα της σιωπής, το βλέμμα της αποκάλυψης, το βλέμμα του καθρέφτη.
«Εντάξει, εντάξει» είπε ο Πατέρας του ξαφνικά και ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο μέτωπο και στους κροτάφους. Τον χάιδεψε στο πρόσωπο. «Εντάξει, δεν θα σε χτυπήσω ποτέ ξανά, ποτέ. Τώρα είσαι άντρας, μεγάλωσες. Θα ψηφίζεις σε λίγο. Να, θα σου πω τι θα κάνουμε» είπε και πήγε προς το παράθυρο για να δοκιμάσει πάλι αν ήταν κλειστό.
«Αν μου υποσχεθείς ότι θα ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ. δεν θα σε χτυπήσω ξανά. Όπως σου είπα. Ποτέ ξανά. Αρκεί να ψηφίσεις αυτό που πρέπει».
Κι αμέσως άρχισε να συμμαζεύει.
Ξεκίνησε άρον άρον από τα σπασμένα γυαλιά. Πέταξε τα μαξιλάρια στον καναπέ, γύρισε το τραπέζι. Πήγε στην κουζίνα και έφερε μια πατσαβούρα για να σκουπίσει τους καφέδες. Σκόνταψε σχεδόν στο καλώδιο ρεύματος της τηλεόρασης αλλά ισορρόπησε σαν κλόουν. Όλη την ώρα μονολογούσε.
«Θα δεις, όλα θα πάνε καλά. Δεν θα σε χτυπήσω ποτέ ξανά. Θα φτιάξω και το σπίτι, θα δεις. Καθαρό. Να, θα μαζέψω κι αυτό. Κι αυτό. Και το ταψί. Θα σου φέρω και νερό». Μετά από λίγο μπήκε πάλι στο δωμάτιο και ακούμπησε το νερό στο τραπέζι. «Να, πιες, πιες, συγνώμη. Πιες και όλα θα πάνε καλά.» είπε και κάθισε στην καρέκλα αναψοκοκκινισμένος.
Ο Λυκούργος πλησίασε διστακτικά και πήρε το ποτήρι, θα έκανε τα πάντα για λίγο νερό. Το ακούμπησε στο στόμα του και έκανε μια γκριμάτσα πόνου. Αμέσως το κατέβασε και μάλαξε την αριστερή μεριά των χειλιών του που είχε πρηστεί. Ύστερα το ξανάφερε στα χείλη και ήπιε αργά δυο γουλιές.
«Μπράβο στο αγόρι μου, μπράβο. Πες στον μπαμπά τι θα ψηφίσεις τώρα, όλα θα πάνε καλά. ΠΑΣΟΚ;»
Ο Λυκούργος τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά.
Ήταν όχι.
«Α, εντάξει. Ν.Δ. τότε, ε; Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς. Πες μου. Ν.Δ., σωστά;»
Ο Λυκούργος τον κοίταξε πάλι και έκανε την ίδια κίνηση με το κεφάλι του.
Ήταν ένα ακόμα όχι.
Ο πατέρας του άρχισε να κοιτάει αλαφιασμένος. «Όχι, δεν μπορεί, δεν μπορεί». Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο και σταμάτησε πάλι πάνω στη ζώνη, κουλουριασμένη σα φίδι στο καναπέ. «Το βρήκα! Τώρα θα δεις!» είπε και την άρπαξε.
Το ποτήρι έπεσε από τα χέρια του Λυκούργου και για πρώτη φορά κοίταξε προς την πόρτα. Έπρεπε να φύγει, δεν τον είχε ξαναδεί έτσι τον Πατέρα του. Ήταν τελείως μπερδεμένος, δεν έβγαζε νόημα, αισθάνθηκε ότι θα τον σκότωνε.
Ο Πατέρας του γύρισε απότομα από τον θόρυβο, με τη ζώνη στο χέρι και αμέσως χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο δίχως δόλο όμως, δίχως ειρωνεία, ένα απολογητικό χαμόγελο, σχεδόν λυτρωτικό.
«Μη τρομάζεις» είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε. «Ξέρω εγώ τον τρόπο να σε κάνω να ψηφίσεις αυτό που πρέπει.» Σήκωσε το χέρι και του πρόσφερε τη ζώνη. «Να, πάρτη και χτύπα με όσο θες. Βγάλε το άχτι σου, αρκεί να ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. Κάνε με μαύρο, μου αξίζει, δεν μου αξίζει;! Τιμώρησέ με λοιπόν, έλα, αρκεί να ψηφίσεις αυτό που πρέπει! Κάνε με να πληρώσω, αυτό δεν ήθελες εξαρχής ; Έλα!»
Ο Λυκούργος δεν έκανε καμία κίνηση. Ο Πατέρας του πλησίασε πιο κοντά, αλλάζοντας το ύφος του. Άρχισε να παρακαλάει.
«Μη μου χαλάς το χατίρι, σε παρακαλώ. Ρίξε μου με τη ζώνη, πρέπει να με τιμωρήσεις. Τόσα χρόνια δεν μπορούν να πάνε χαμένα, τόση ζωή. Ναι, το παραδέχομαι. Είμαι σιωπηλός συνένοχος, έχεις δίκιο. Χτύπησέ με! Πάρε και τη βέργα, μου αξίζει, μου αξίζει. Χτύπησέ με αλύπητα, αρκεί η ψήφος σου να πάει εκεί που πρέπει» είπε και έβαλε τα κλάματα.
Ο Λυκούργος πήρε τη ζώνη και είδε τον Πατέρα του όπως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ: ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, εγκλωβισμένο μες στην ελευθερία. Ένοχος και συνένοχος ταυτόχρονα, που ψάχνει μάταια έναν δικαστή στην καρδιά της βίας.
«Εκεί που πρέπει. Τιμώρησέ με, το αξίζω», ψέλλισε ο Πατέρας του.
Ο Λυκούργος ακούμπησε τη ζώνη πάνω στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι του και βγήκε για πάντα από το δωμάτιο.
Ήταν όχι.
Ένα καθαρό, ελπιδοφόρο όχι.

Γερασμένα παιδιά, πετούν

Γέρασα, λέει, σε μία νύχτα.

Πέρασα από τις συμπληγάδες του χρόνου και σήκωσα πανιά από τη γέννα μέχρι το μνήμα δίχως να καταλάβω πώς και τι. Έθαψα μάνες, πατέρες, φίλους και συγγενείς, ζωντανούς και νεκρούς στο ίδιο νόμισμα – τους έπαιξα κορώνα γράμματα.

Όχι, δεν ήθελα, μα έτσι έγινε. Και θυμάμαι ακόμα τη γειτονιά μου να πλέει μες στην Αθήνα και να σηκώνει κεφάλι με την περήφανη αλητεία της, κρατώντας αγκαλιασμένα όλα τα παιδιά, μαζί και μένα.

Τώρα, χρόνια μετά, μόνο το σχήμα έχει απομείνει. Οι γωνίες και οι ευθείες των δρόμων, ο ακανόνιστος ξεχαρβαλωμένος τσίγκος στα μισογκρεμισμένα σπίτια και τα κενά των υπονόμων, μισά κάγκελα μισά κόκαλα.

Όχι, δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα, σας το λέω ευθέως. Μα αυτό το ξαφνικό γήρας που μου λένε ότι με βρήκε δεν μου κρατάει σε ισορροπία τη μνήμη και με μπερδεύει. Λες και δεν ήμουν ποτέ παιδί εγώ, μόνο γέρος, πάντα γέρος.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα για να είμαστε και ειλικρινείς.

Έχω περάσει σαν Έλληνας από το αλέτρι της ασφυξίας και έχω αντέξει. Μπορεί πλέον το χταπόδι στο μυαλό μου να μπουρδουκλώνεται και να χτυπιέται αλλά το ξέρω, το θυμάμαι, πώς έχω υπάρξει ακράτητος και σφριγηλός, βέλος μέσα στην ορμή.

Ο καθένας από εμάς έχει δυο γενιές και είναι δύσκολο να θαφτούν, ακόμα και από τα φτυάρια των προδοτών. Τη μία τη ζήσαμε εμείς, τότε, ενώ, τώρα, μας ζει αυτή. Συγκοινωνούν όμως ακόμα με σκοπό να μας θυμίζουν ότι κάποτε (δεν είναι αμαρτία ότι χαθήκαμε έπειτα, άνθρωποι είμαστε) είχαμε κι εμείς έναν πυρήνα από όπου ξεπηδούσαμε με ελπίδα και σθένος.

Σε καιρούς όπου πίνουμε νερό από το στόμα του φιδιού ή καθόμαστε ανέμελοι και κρίνουμε με θράσος στο κρεβάτι του ορού, μπορούμε να βρούμε το ζύγι και να συνεχίσουμε την πτήση. Ο χαρταετός μας έχει ουρά αιώνων.

Είτε θες να σηκώσεις πιστόλι είτε μολύβι είτε απλά τη διάθεσή σου από το μηδέν και να τη φτάσεις σε ταχύτητες κηροζίνης, υπάρχει τρόπος, ακόμα και αν έχεις χάσει τα πάντα ή είσαι έτοιμος να τα χάσεις. Ένα ψίχουλο αρκεί για να μαζευτούμε όλοι.

Γεράσαμε, λένε, σε μια νύχτα. Και πρέπει σώνει και καλά να επαληθεύσουμε τη μοιρολατρία μας, την απεχθή δουλικότητά μας και το φόβο μας, δίνοντας ξανά στο τέρας πίσω τα δόντια του, ένα ένα, για να μας μηρυκάσει μια νέα ελευθερία.

Ξεχνάνε βέβαια πώς κάποτε τρέχαμε ολημερίς και ολονυχτίς, δίχως νερό ή τροφή, χορταίνοντας μόνο με την ανάσα και τη γλυκιά αγωνία του επόμενου βήματος. Πώς από το παιχνίδι φεύγαμε με πραγματικές πληγές γιατί το θάρρος σήμαινε αλήθεια. Ξεχνάνε τις γαίες που μαζέψαμε για χαρτογράφηση και που τις μοιραστήκαμε, δίχως δεύτερη σκέψη, αφού πετάξαμε με τη φαντασία μας από πάνω τους… Αρχαία παιδιά, γέροι της νιότης μας.

Όμως τούτο το χάσμα δεν είναι παρά μια προβλέψιμη, βαρετή άβυσσος. Ανάμεσα στο παιδί που ήσουνα και στον άπραγο που κατέληξες δεν υπάρχει παρά μόνο ένας συνηθισμένος, θρασύδειλος κατακλυσμός.

«Sleight of hand,Jump off the end, Into a clear lake, No one around… Just dragonflies, Flying to the side, No one gets hurt, You’re doing nothing wrong, Slide your hand, jump off the end, the water’s clear and innocent, the water’s clear and innocent.»