Οι δύο όψεις

Samaras Mundial 2014

Προφανώς έχουμε πολύ σοβαρότερα πράγματα να μας απασχολούν από το ποδόσφαιρο.

Στη Βραζιλία φτωχοί άνθρωποι εκτοπίστηκαν λόγω του Μουντιάλ.

Στην Ουκρανία η κατάσταση είναι ακόμα ρευστή.

Στην Ελλάδα οι κρατούμενοι στις φυλακές κάνουν απεργία πείνας, καθώς δεν έχουν πλέον πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι συνάνθρωποί μας που βρίσκονται εκτός φυλακών (ακόμα).

Στα διεθνή ύδατα νοτίως της Κρήτης, ο στόλος των ΗΠΑ ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει μια νέα, αδοκίμαστη, μέθοδο υδρόλυσης για να εξουδετερώσει μέρος του χημικού οπλοστασίου που παρέδωσε η Συρία. Οι ενδεχόμενες συνέπειες είναι άγνωστες.

Στα θερινά τμήματα της Βουλής πρόκειται να περάσει στη ζούλα το νομοσχέδιο για την πώληση των παραλιών μας, στις οποίες θα πρέπει σύντομα να πληρώνουμε για να έχουμε πρόσβαση.

Μπροστά σε όλα αυτά η επιτυχία της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, που κατάφερε όχι μόνο την πρώτη της νίκη σε φάση ομίλων Μουντιάλ, αλλά και την πρόκρισή της στους 16 του κόσμου, φαίνεται σαν αντιπερισπασμός, σαν περιττή πληροφορία.

Εξάλλου, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από εμπορικές συναλλαγές, προϊόντα προς πώληση. Οι ίδιοι οι παίκτες αγωνίζονται (συνήθως) χωρίς πληρωμή, εκπροσωπόντας τη χώρα τους, αλλά με ενδεχόμενο όφελος τη διεθνή τους προβολή και τη μεταγραφή τους στο εξωτερικό.

Παρόλα αυτά, όλα έχουν δύο όψεις.

Οι άνθρωποι, δε, έχουν περισσότερες. Δεν είμαστε κόλλες χαρτί. Κανένας δεν είναι άσπρος ή μαύρος (ούτε εξωτερικά, ούτε εσωτερικά). Σίγουρα ένας αθλητής ενδιαφέρεται για την καριέρα του και το χρήμα που αυτή του αποφέρει, όπως όλοι μας. Αυτό δεν σημαίνει πως το χρήμα είναι το μοναδικό του κίνητρο.

Σίγουρα ένας φτωχός άνθρωπος έχει σοβαρότερα προβλήματα να τον απασχολούν από τη μπάλα. Παρόλα αυτά εκατομμύρια φτωχών ανθρώπων στριμώχνονται μπροστά σε μικροσκοπικές τηλεοράσεις, μέσα σε σπίτια του ενός δωματίου που μπορεί να έχουν μόλις δύο γλόμπους και –ίσως- ένα ψυγείο πέρα από το δέκτη, για να παρακολουθήσουν αυτό που ενδεχομένως εμείς να σνομπάρουμε για ιδεολογικούς λόγους.

Καλώς; Κακώς; Δύσκολο να το ζυγίσεις. Πού σταματά η αναψυχή και πού ξεκινά η παραπλάνηση; Πού το όνειρο και πού το ψέμα; Πού η άμιλλα και πού το συμφέρον;

Τα πράγματα είναι πολύ λιγότερο ρομαντικά σε σχέση με το παρελθόν. Η εμπορευματοποίηση είναι εντονότερη, τα συμφέροντα μεγαλύτερα, τα συμβόλαια πιο παχυλά και το χάσμα που χωρίζει έναν επαγγελματία αθλητή από το φτωχαδάκι που τον έχει σαν ίνδαλμα πολύ πιο αχανές.

Παρόλα αυτά, μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα υπάρχουν στιγμές που μας θυμίζουν γιατί συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με το Μουντιάλ.

Στιγμές όπως αυτή της φωτογραφίας, όπου ο Σαμαράς, λίγα λεπτά μετά την εκτέλεση του πέναλτι που έδωσε σε μας την πρόκριση και έστειλε την Ακτή Ελεφαντοστού πίσω στην Αφρική, παρηγορεί τον τερματοφύλακα που έχει πέσει με τα μούτρα στο τερέν, κλαίγοντας σαν μωρό. Τον ίδιο τερματοφύλακα που προσπαθούσε πριν τον πέναλτι να εκφοβίσει το Σαμαρά με γκριμάτσες και χειρονομίες, σαν να ήταν εχθροί έτοιμοι να αλληλοσκοτωθούν στη μάχη.

Τίποτα το μεμπτό δεν υπάρχει. Πάνω στο πάθος της διεκδίκησης της νίκης συχνά ξεπερνιούνται τα όρια του ευ αγωνίζεσθαι. Δεν είπαμε, φυσικά, να αρχίσουμε τις… δαγκωνιές, όπως μερικοί-μερικοί, αλλά ούτε να περιμένουμε πως όλοι θα συμπεριφέρονται σαν λόρδοι την ώρα του αγώνα.

Μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς συμπεριφέρεσαι μετά τη φάση, αφού λήξει ο αγώνας. Τη στιγμή που είσαι νικητής και πανηγυρίζεις σα μικρό παιδί, ενώ ο αντίπαλος είναι στο χώμα. Εκεί φαίνεται αν υπάρχει σκοπιμότητα ή μικροπρέπεια. Όταν δε φοβάσαι το βλέμμα του διαιτητή, ώστε να απλώσεις το χέρι για να σηκώσεις τον αντίπαλο, μπας και γλυτώσεις την κάρτα.

Δεν υπάρχουν κανονισμοί, ούτε οδηγίες για κάτι τέτοιο. Σε τελική ανάλυση την ώρα που θριαμβεύεις και μάλιστα δίκαια, δε σε νοιάζει τι κάνει ο αντίπαλος. Δεν ξέρω αν ο Σαμαράς είναι αρκετά καλός ή όχι για την Εθνική από τεχνικής άποψης. Ξέρω όμως ότι παρουσιάζει αυτό το ήθος που δίνει πραγματική αξία στον αθλητισμό, έστω και σε αυτό το εμπορευματοποιημένο και, θεωρητικά, ψυχρό επίπεδο.

Η άλλη όψη της νίκης είναι πικρή. Ειδικά όταν βάζεις την οικογένειά σου σε δεύτερη μοίρα για χάρη της Εθνικής ομάδας. Διευκρινίζω: οι αδερφοί Τουρέ εκ των οποίων ο ένας, ο Γιαγιά Τουρέ, πέρασε και από τον Ολυμπιακό στο δρόμο του για τα «σαλόνια» της Ευρώπης, έχασαν τον μικρότερό τους αδερφό από καλπάζοντα καρκίνο στις 19 Ιουνίου. Η είδηση τους βρήκε λίγο μετά την ήττα της Ακτής Ελεφαντοστού από την Κολομβία. Δεν ήταν παρόντες στην κηδεία, καθώς ο πατέρας τους τούς ζήτησε να μείνουν για να στηρίξουν την ομάδα τους στο Μουντιάλ. Φαντάζομαι ότι η ήττα στο 90′ από την Εθνική μας δεν τους βοήθησε να ξεχάσουν τον πόνο τους.

Δεδομένου ότι και τα δύο αδέρφια έχουν διεθνή καριέρα στην Premiership είναι βέβαιο ότι δεν κάθησαν να παίξουν για να «πιάσουν την καλή» σε κάποια άλλη ομάδα. Όσο κοινότοπο και αν ακούγεται, έμειναν μόνο για τη φανέλα. Όπως, ας πούμε, ο Καραγκούνης. Στο τέλος της καριέρας του, αποκορύφωμα της οποίας είναι η κατάκτηση του Euro το 2004, τι περισσότερο θα μπορούσε να περιμένει από μια αξιοπρεπή εμφάνιση στο Μουντιάλ; Χρήματα; Μεταγραφή; Δεν το νομίζω. Μόνο ίσως… το ακατόρθωτο.

Τα προβλήματά μας, τα εν οίκω όπως και τα οικουμενικά, δε θα λυθούν από το Μουντιάλ. Ακόμα και αν γίνει για δεύτερη φορά το αδιανόητο. Αυτό δεν αλλάζει, όμως, το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι που ξεπερνά όλα αυτά τα πράγματα. Παρά την αδιαμφισβήτητη εκμετάλλευσή του, εμπορικά και πολιτικά, από τους ισχυρούς, έχει τη δύναμη να ενώνει ηπείρους, να αγνοεί κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις και να μαγεύει δισεκατομμύρια ανθρώπων. Κάθε οικονομικής στάθμης, ηλικίας, φύλου και μορφωτικού επιπέδου.

Βέβαια, εμείς μπορούμε να τα αγνοήσουμε όλα αυτά τα ρομαντικά και να εστιάσουμε στα αρνητικά. Δεν είδα, όμως, την επανάσταση να γίνεται πριν από το Μουντιάλ, ούτε νομίζω ότι η εν λόγω διοργάνωση την εμπόδισε να εκδηλωθεί. Άρα κάπου αλλού βρίσκεται το πρόβλημα. Και, εν τέλει, αν είναι φαιδρό και ανούσιο να ασχολείται κανείς με το Μουντιάλ, άλλο τόσο και περισσότερο είναι να το αντιμετωπίζει σαν αιτία των προβλημάτων μας. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον κόσμο να χαρεί για ένα μήνα. Έχουμε τέσσερα χρόνια μέχρι την επόμενη διοργάνωση για να σωθούμε.

(Ποδοσφαιρικό) Διάλειμμα #53

Φιλοσοφικό ποδόσφαιρο…

Advertisements

Σαξές Στόρι

Η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ελλάδας κατέκτησε επάξια τη θέση της στο Μουντιάλ της Βραζιλίας που θα διεξαχθεί το 2014. Τα εικονικά πηγαδάκια του Facebook και του Twitter πήραν φωτιά: πρέπει να ασχολούμαστε ή δεν πρέπει; Να χαιρόμαστε ή όχι; Είναι επιτυχία ή είναι παρηγοριά στον άρρωστο; Πιστεύω ότι όπως και να έχει η συμμετοχή σε μια Εθνική ομάδα είναι για κάθε επαγγελματία αθλητή μια ευκαιρία να παίξει για την τιμή της φανέλας. Δεν υπάρχει χρήμα, υπάρχει μόνο η δόξα και, πιο απτά, το ενδεχόμενο ενός τραυματισμού ο οποίος μπορεί να κρατήσει μακριά έναν αθλητή από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Όσο για εμάς τους υπόλοιπους πιστεύω ότι μια βραδιά χαράς δε μας θα εμποδίσει να βγούμε στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούμε, τουλάχιστον όχι πάνω από 24 ώρες. Αν η πρόκριση της Εθνικής ομάδας είναι ικανή να αποτελέσει φραγμό για τη Νέα Ελληνική Επανάσταση, τότε δεν έχουμε καμία ελπίδα, σας το λέω. Είτε με είτε χωρίς Μουντιάλ.

Πάντως η επιτυχία της Εθνικής ομάδας, εν μέσω μιας κρίσης που δεν έχει αφήσει ανέγγιχτο ούτε το ποδόσφαιρο, αποτελεί πολύ πιο πειστικό «σαξές στόρι» από εκείνο που ευαγγελίζεται ο Αντώνης Σαμαράς. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να χαρούμε εμείς που η Ελλάδα εξασφάλισε το ταξίδι της στη Βραζιλία το καλοκαίρι. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να χαρεί η Βραζιλία για τη διοργάνωση του Μουντιάλ (και μόλις δύο χρόνια αργότερα των Ολυμπιακών Αγώνων).

Η Βραζιλία μπορεί να είναι η δεύτερη πατρίδα του ποδοσφαίρου, μπορεί να μας θυμίζει καρναβάλι, σάμπα, καλλίπυγες χορεύτριες, φρεσκοκομμένο καφέ και ατελείωτες παραλίες, αλλά δεν εξαντλείται εκεί. Είναι μια χώρα με μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και τεράστιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Είναι ο τόπος όπου οι παραγκουπόλεις συνυπάρχουν με τους ουρανοξύστες και όπου η άνοδος στην τιμή του εισιτηρίου των λεωφορείων μπορεί να προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις απίστευτου μεγέθους.

Ωστόσο, αποτελεί ταυτόχρονα το ιδανικό παράδειγμα οικονομικού «σαξές στόρι», από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Η οικονομία της, στρατοκρατούμενης ακόμα, Βραζιλίας στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 έμοιαζε με τραινάκι σε λούνα παρκ. Μετά από μια ξέφρενη πορεία συνάντησε μια τεράστια ανηφόρα, σταμάτησε και άρχισε να φεύγει προς τα πίσω.

Τότε επιστρατεύτηκε το ΔΝΤ το οποίο επέβαλλε, τι άλλο, ένα πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας που προέβλεπε περικοπές στο Δημόσιο και περιορισμό των εισαγωγών. Μπορεί να έδωσε τη δυνατότητα στη Βραζιλία να εξυπηρετεί το χρέος της, αλλά το τίμημα ήταν εις βάρος της ανάπτυξης. Η συρρίκνωση του ΑΕΠ, η αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας και η εκτόξευση του πληθωρισμού έφεραν τη χώρα στα όρια της κατάρρευσης.

Όταν, τελικά, μετά από μια δεκαετία πειραμάτων βρέθηκε η λύση για τη μάστιγα του πληθωρισμού, αυτή δεν οφειλόταν σε κάποιο εξωτερικό σχέδιο βοήθειας-προκάτ, αλλά στο «Real Plan» που σχεδιάστηκε από Βραζιλιάνους για τις ανάγκες της οικονομίας τους.

Το επακόλουθο δεύτερο σχέδιο βοήθειας του ΔΝΤ δεν ήταν παρά ένα δεκανίκι σε μια οικονομία που βρισκόταν ήδη σε τροχιά ανάκαμψης. Μέσα σε μια δεκαετία η Βραζιλία σημείωσε ρυθμούς ανάπτυξης-ρεκόρ, ανάπτυξη η οποία συνεχίστηκε έως και το 2010 διαψεύδοντας τις αρνητικές προβλέψεις λόγω της κρίσης.

Φυσικά, δεν είναι όλα ρόδινα: παρ’ όλη τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού του πληθυσμού που ανήκει στη μεσαία τάξη και τη σωτηρία 20 εκατομμυρίων Βραζιλιάνων από τη φτώχεια, το 21,4% του πληθυσμού ζει ακόμα κάτω από το όριο, ενώ το 4% περίπου βρίσκεται σε απόλυτη ανέχεια.

Για αυτό, εξάλλου, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται κατά των πανάκριβων αθλητικών διοργανώσεων που έχει αναλάβει η χώρα τους. Ακόμα και οι παλιοί αστέρες του ποδοσφαίρου δεν ζουν όλοι στα σύννεφα. Όταν το ιερό τέρας (τέως ποδοσφαιρικό, νυν ανοησίας) που λέγεται Πελέ τόλμησε να συστήσει στους συμπατριώτες του που διαδήλωναν κατά του Μουντιάλ να γυρίσουν σπίτια τους και να χαρούν τη γιορτή του ποδοσφαίρου, ο Ρομάριο (αλλά και άλλοι παλιοί παίκτες) του συνέστησαν να σωπάσει – και όχι τόσο ευγενικά.

Αυτό δεν είναι λίγο. Η Βραζιλία ήταν πάντοτε μια χώρα όπου τα φτωχά παιδιά ονειρεύονταν να γίνουν μεγάλοι ποδοσφαιριστές και το άθλημα, όπως και ο Πελέ, αντιμετωπίζονται συνήθως με θρησκευτική ευλάβεια. Όλα, όμως, έχουν ένα όριο. Ακόμα και η αγάπη των Βραζιλιάνων για τη μπάλα.

Εξετάζοντας το βραζιλιάνικο σαξές στόρι διαπιστώνουμε ότι το σχέδιο που έσωσε τη χώρα συμπεριλάμβανε μια τολμηρή, ριζοσπαστική νομισματική μεταρρύθμιση, με τη δημιουργία ενός εικονικού νομίσματος, το οποίο τελικά έγινε πραγματικό. Κανένας δεν πίστευε ότι το σχέδιο που είχαν συλλάβει στα νιάτα τους τέσσερις φοιτητές οικονομολόγοι θα μπορούσε να πετύχει, εκεί που το ΔΝΤ και οι κυβερνήσεις αποτύγχαναν. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα στο Ευρώ, ειδικά τώρα που η ενδεχόμενη έξοδός μας έχει γίνει πολύ δύσκολη. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μας είχε βοηθήσει αν αποφασίζαμε να βγούμε εγκαίρως.

Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι παρά το κύμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις της Βραζιλίας υπό την καθοδήγηση του ΔΝΤ και το οποίο δεν έφερε ουσιαστικά αποτελέσματα, η μεγαλύτερη εταιρεία πετρελαίου της χώρας και μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως, παραμένει σε ποσοστό 64% στην ιδιοκτησία του Δημοσίου. Η Βραζιλία είναι μεν μια μεγάλη χώρα με σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, αλλά δεν τις ξεπούλησε για να σωθεί. Τις αξιοποίησε. Και αν το δικό μας πρότυπο «αξιοποίησης» είναι ο χρυσός της Χαλκιδικής, τότε δε θα έχουμε καλύτερη τύχη από τον πάμπτωχο Νίγηρα με τα πλούσια κοιτάσματα ουρανίου.

Αυτό που οφείλουμε να μάθουμε από τη Βραζιλία είναι ότι καμία εξωτερική βοήθεια δεν μπορεί να μας βγάλει από την κρίση, αν δεν υπάρχει βούληση και σχέδιο από την πολιτική ηγεσία. Η εξαναγκαστική εφαρμογή ενός τυποποιημένου σχεδίου «διάσωσης», το οποίο μας επιβάλλεται εκβιαστικά από οργανισμούς που γνωρίζουν και οι ίδιοι ότι είναι ακατάλληλο, δε θα βοηθήσει σε τίποτα. Αντίθετα, θα συνεχίσει να βαθαίνει την κρίση, «κλειδώνοντας» την πορεία της οικονομίας σε μια βασανιστική πτώση σε αργή κίνηση. Εμείς σαν θεατές βλέπουμε το φάουλ, βρίζουμε και φωνάζουμε από τις εξέδρες, αλλά κανείς από τους διαιτητές δεν πρόκειται να το σφυρίξει.

Δεν είναι κακό να χαιρόμαστε για την επιτυχία της Εθνικής ομάδας. Το κακό είναι πως δεν ακολουθήσαμε το παράδειγμά της. Ακόμα και το πιο απίθανο πράγμα είναι δυνατό, αρκεί να το διεκδικήσουμε.

Μουσικό Διάλειμμα #47

Στου Κατίδη το κεφάλι…

…προφανώς δεν υπάρχει τίποτα. Αυτό όμως δεν αποτελεί δικαιολογία. Ούτε η ηλικία του αποτελεί δικαιολογία. Στα 20 σου έχεις δικαίωμα ψήφου, πιθανόν να έχεις υπηρετήσει στο στρατό. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, στα παλιά τα χρόνια που δεν είχε φθάσει το 50% η ανεργία στους νέους, μπορεί και να δούλευες.

Image

Και ο Κατίδης είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Σε μια ομάδα η οποία δημιουργήθηκε από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Από μετανάστες. Αυτούς που ορισμένοι αποκαλούσαν «τουρκόσπορους». Ασχέτως εάν ήταν από τους πλέον καλλιεργημένους και προκομμένους Έλληνες.

Βλέπετε, τότε οι Μικρασιάτες ήταν τα εύκολα θύματα της εποχής, οι «παρείσακτοι» που ήρθαν να… μολύνουν την πολιτιστική και φυλετική καθαρότητα του έθνους. Δεν είχε σημασία το ότι ήταν Έλληνες ή το ότι είχαν διωχθεί από τις εστίες τους με τη βία. Για πολλούς ήταν και εκείνοι, όπως και οι σύγχρονοι μετανάστες, ανεπιθύμητοι.

Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουν με το εξής:

Ένας ναζιστικός χαιρετισμός είναι απαράδεκτος ως πανηγυρισμός μέσα στο γήπεδο από ποδοσφαιριστή, προσβλητικός όταν το γήπεδο βρίσκεται στην Ελλάδα και διπλά προσβλητικός όταν προέρχεται από έναν ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ.

Πολύς λόγος γίνεται σχετικά με το αν ήταν αυστηρή η τιμωρία του ισόβιου αποκλεισμού από τις Εθνικές ομάδες ή όχι, αν η πολιτεία οφείλει να «συνετίσει» ένα νέο παιδί και όχι να το «εκδικηθεί», αν η ΕΠΟ είναι καθαρή και άσπιλη και δικαιούται να τον τιμωρήσει κ.ο.κ.

Ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα.

Καταρχάς, ένας ποδοσφαιριστής δεν επιτρέπεται να φέρνει την πολιτική μέσα στο γήπεδο. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την «ιδεολογία» του ναζισμού, η οποία αντίκειται σε ό,τι θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει ο αθλητισμός.

Αυτό που θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει δεν είναι το αν ένα νέο παιδί «παραστράτησε». Το πρόβλημα είναι ότι ο νεο-ναζισμός στην Ελλάδα βρίσκεται σε ανοδική πορεία, ειδικά στη νεολαία και ο Κατίδης (και όσοι τον κατευθύνουν) στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποίησε τη δημοσιότητα που του δίνει το ποδόσφαιρο για να προβάλλει τη «μαγκιά» του.

Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε να γίνει, είναι να αναδειχθεί ο νεοναζισμός σαν κάτι «cool», μια επιλογή lifestyle που συνοδεύεται από τατουάζ και γυμνασμένους κοιλιακούς. Γιατί υπάρχουν πολλά άλλα παιδιά, νεαρότερα από το εν λόγω «παιδί», που δεν έχουν τίποτα να πιστέψουν, που τα νοιάζει μόνο να ανοίξουν το κεφάλι του γαύρου ή του βάζελου για να εκτονωθούν και τα οποία είναι τρομακτικά εύκολο να πειστούν ότι είναι πολύ καλύτερο να ανοίξουν το κεφάλι ενός «μαυριδερού» για να σώσουν την «ανωτερότητά» τους.

Ευτυχώς, ο σύνδεσμος οπαδών της Original καταδίκασε άμεσα και κατηγορηματικά την ενέργεια του Κατίδη. Παρόλο που η άποψή μου για τους οργανωμένους οπαδούς των ομάδων δεν είναι η καλύτερη, σε αυτήν την περίπτωση η Original απέδειξε ότι ακόμα και οι χούλιγκαν έχουν όρια.

Διάβασα, δε, από πολλούς ότι η τιμωρία ήταν εξοντωτική, ότι τελείωσε η καριέρα του ποδοσφαιριστή και άλλα παρόμοια. Παρόλα αυτά, λίγοι εξ’ αυτών εξηγούν ποια θα ήταν η ενδεδειγμένη ποινή για τον ποδοσφαιριστή.

Το αν τελείωσε η όχι η καριέρα του δεν εξαρτάται από την παρουσία του στην Εθνική, αλλά από την αντίδραση της διοίκησης της ΑΕΚ. Εκτός, βέβαια, αν το κίνητρο για τη συμμετοχή του ήταν απλά να κάνει πασαρέλα μπροστά στους «κυνηγούς κεφαλών» των μεγάλων ομάδων.

Ο «συνετισμός» και η «μετάνοια» του Κατίδη είναι προσωπική του υπόθεση, όχι υπόθεση μιας ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία το καλύτερο που μπορούσε να πράξει ήταν να δείξει ότι η αδιαφορία και η ανοχή που επιδεικνύει η Αστυνομία στη Χρυσή Αυγή στους δρόμους δεν επεκτείνεται και στα γήπεδα.

Διαφορετικά, θα έρθει η μέρα που θα αποκλείονται αθλητές από την Εθνική λόγω του χρώματος του δέρματός τους και όχι λόγω του ήθους τους. Ή της απουσίας αυτού.

Ήθος και διακρίσεις

Όσο και να θέλω να το αποφύγω, δυστυχώς είναι αδύνατον. Όχι γιατί θέλω οπωσδήποτε να ασχοληθώ με την Παπαχρήστου και τις αντιλήψεις της. Αλλά πιο πολύ για τα σχόλια που άκουσα και διάβασα μέσα σε λίγες ώρες.

Για να κλείσω όσο πιο συνοπτικά γίνεται το θέμα, σε ό,τι αφορά στην αθλήτρια συγκεκριμένα, πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει τα social media (όπως το Twitter και το Facebook) σαν να μιλά στο μικρόφωνο μπροστά σε πλήθος. Πόσω μάλλον αν είναι δημόσιο πρόσωπο, όπως μια αθλήτρια που συμμετέχει σε Ολυμπιακούς αγώνες.

Όλοι έχουμε πει ρατσιστικά ανέκδοτα στην παρέα μας. Αυτό δε μας κάνει ρατσιστές. Ωστόσο, όλα είναι θέμα χώρου, χρόνου και τρόπου.

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο καθένας περιμένει να σου κολλήσει μια ταμπέλα και να σε χαρακτηρίσει «ρατσιστή», «φασίστα», «προδότη» κ.ο.κ. Προτού λοιπόν δημοσιοποιήσεις κάτι, έστω και αν είναι ένα κακόγουστο αστείο, πρέπει να προσέχεις πολύ. Ειδικά αν το προφίλ σου είναι ήδη γεμάτο αναρτήσεις που αποδεικνύουν ότι το «αστείο» σου δεν ήταν απλά αστείο, αλλά μάλλον το ασπάζεσαι σαν «ιδεολογία».

Αυτό που με απασχολεί πιο πολύ δεν είναι, όμως, οι πολιτικές απόψεις μιας 23χρονης κοπέλας που, εν τέλει, έχει όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσει πόσο λανθασμένες είναι.

Το αν ήταν ή όχι ρατσιστικό το σχόλιο και αν ήταν δίκαιη ή όχι η ποινή είναι το λιγότερο. Το ανησυχητικό είναι ότι ο κόσμος, για να το θέσω με αθλητικούς όρους, έχει χάσει τη μπάλα.

Δύο ήταν τα βασικά επιχειρήματα που συνάντησα στις διαδικτυακές συζητήσεις. Το πρώτο αναφέρεται στην ατιμωρησία και στην υποκρισία των περισσότερων πολιτικών και των διαπλεκόμενων επιχειρηματιών (βλ. Ισίδωρος Κούβελος ο οποίος έλαβε την απόφαση του αποκλεισμού ως αρχηγός της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής). Το δέυτερο αναφέρεται στην εμπορευματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων και, κατά συνέπεια, στην απομυθοποίηση τους.

Συμφωνούμε ότι διεφθαρμένοι πολιτικοί και διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες στην Ελλάδα άγονται και φέρονται χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν χάσει το νόημα που είχαν επί αρχαίας Ελλάδας.

Πολύ απλά, έχει εκλείψει το ήθος. Σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτό που πρέπει να αποφασίσουμε είναι το τι σημαίνει αυτό για τον κόσμο μας και το ποια πρέπει να είναι η δική μας στάση, ως άνθρωποι, απέναντι στον ευτελισμό των πάντων.

Το «ωχ μωρέ και τι έγινε» δεν επαρκεί πια. Επειδή αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση μας έφερε ως εδώ. Πρέπει, λοιπόν, να αποφασίσουμε αν θα αποδεχθούμε ότι δεν υπάρχει πλέον ήθος και θα αφήσουμε, άρα, τα πάντα να πάνε κατά διαόλου ή αν ο καθένας από εμάς θα τραβήξει μια κόκκινη γραμμή και θα βάλει όρια. Πρώτα για τον εαυτό του και μετά για το πως βλέπει τους άλλους.

Αν το πάρουμε απόφαση ότι θα αφήσουμε τα πράγματα να φθάσουν στο απόλυτο μηδέν, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τις συνέπειες. Ο άνθρωπος χωρίς ήθος είναι το χειρότερο κτήνος. Θα υπάρξει πλήρης διάλυση των πάντων και θα καταλήξουμε σε ένα κακέκτυπο κοινωνίας στο οποίο ο μόνος σκοπός είναι η επιβίωση με κάθε μέσο.

Αυτό δεν είναι κάτι το οποίο θα συμβεί αύριο, φυσικά. Θα πάρει κάποια χρόνια. Η πορεία αυτή, όμως, προδιαγράφεται ήδη. Και δε χρειάζεται να σας αναλύσω ποιους συμφέρει να μετατραπεί η κοινωνία σε χοιροστάσιο, έτσι δεν είναι; Εκείνους που ήδη μας βλέπουν σαν κρέας έτοιμο για λουκάνικά.

«Και τι είπε η κοπέλα»;

«Καλά να πάθει ο τεμπέλης δημόσιος/το λαμόγιο ο ελεύθερος επαγγελματίας/ο προνομιούχος ο τραπεζικός».

«Καλά του έκανε του κωλόπαιδου/της κομμουνίστριας/του βρωμοπακιστανού/του βρωμόμπατσου».

Όταν κολλάς ετικέτες στους ανθρώπους, αυτόματα κολλάει μια και στη δική σου πλάτη. Και όταν τελειώσουν οι μαύροι, οι κομμουνιστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπόλοιποι αποδιοπομπαίοι τράγοι, θα πάρεις εσύ σειρά για το σφαγείο. Μπορεί να μην το πιστεύεις, αλλά η ετικέτα σου είναι κει. Κάποιος, κάπου θα βρεθεί να στην κολλήσει.

Δεν το λέω εγώ, το έχει πει πολύ καλύτερα ο Μάρτιν Νίμελερ, πολλά χρόνια πριν.

Στην αρχή ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους.
Δεν ήμουν Εβραίος και δεν φώναξα.
Μετά ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές.
Δεν ήμουν κομμουνιστής και δεν φώναξα.
Έπειτα ήρθε η ώρα των σοσιαλδημοκρατών.
Δεν ανήκα σ΄ αυτό το κόμμα και δεν έβρισκα λόγο να διαμαρτυρηθώ.
Ακολούθησαν οι ομοφυλόφιλοι.
Ούτε κι αυτό σκέφτηκα ότι με αφορούσε.
Στο τέλος ήρθε η σειρά των τσιγγάνων.
Ούτε και τότε βρήκα λόγια για να εκφράσω την αντίθεσή μου.
Ο επόμενος στη σειρά ήμουν εγώ.
Αλλά δεν υπήρχε κανείς για να φωνάξει,
για να αντισταθεί μαζί μου…

Υ.Γ.: Μέσα στα άλλα σχόλια, διάβασα συχνά και το εξής «Γελάγατε με τον Πίου, τώρα σας φταίει το ανέκδοτο». Ρε παιδιά, για ξαναδείτε τη λίγο τη διαφήμιση. Εσάς ποιον σας φαίνεται ότι θίγει, τον φουκαρά το μαύρο που πλένει τα τζάμια ή τον Ελληνάρα πρόεδρο που δουλεύει τους πάντες και τους ηλίθιους οπαδούς που τον πιστεύουν; Μήπως, λέω μήπως, μας συμφέρει να κολλήσουμε την ετικέτα του ρατσισμού για να αποφύγουμε το εύλογο συμπέρασμα;

Μουσικό Διάλειμμα #19

Μία από τις καλύτερες διασκευές των τελευταίων ετών…