Το Τείχος

Berlin-Wall-piece

Το 1989, πριν από 30 χρόνια σχεδόν -μία ολόκληρη γενιά- κατεδαφίστηκε το Τείχος του Βερολίνου. Ήταν το συμβολικό τέλος μιας μακράς περιόδου ειρήνης, η οποία είχε βασιστεί στον τρόμο. Σήμερα το Τείχος κοσμεί εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια σαν σουβενίρ, μικρά κομμάτια Ιστορίας σαν τρόπαια ενός γιγάντιου κτήνους που επιτέλους νικήθηκε. Λογικό να κρατάμε κάτι τέτοιο σαν ανάμνηση, καθώς η σκέψη ότι μπορεί να νικηθεί ένα τόσο τρομακτικό θηρίο μάς γεμίζει με αισιοδοξία. Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος φαινόταν έτοιμος για μια νέα εποχή πραγματικής ειρήνης και αλληλοκατανόησης το 1989.

Ωστόσο το Τείχος είναι μια ιδέα και οι ιδέες, όπως γνωρίζουμε, δεν πεθαίνουν εύκολα. Είτε είναι καλές, είτε είναι κακές.

Η ιδέα αυτή μπορούμε να φανταστούμε πως είναι η ασφάλεια. Ένα τείχος, εξάλλου, έχει σκοπό να μας προστατεύει από τους κινδύνους του κόσμου έξω από αυτό. Ωστόσο η ασφάλεια είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Το έναυσμα πίσω από ένα τείχος είναι ο φόβος, καθώς η ασφάλεια ως έννοια δεν υφίσταται χωρίς αυτόν.

Ο φόβος του εχθρού, ο φόβος του διαφορετικού, ο φόβος του αγνώστου. Ο φόβος ως ένστικτο υπάρχει για να μας προστατεύει από τους κινδύνους, έχει όμως ένα σημαντικό μειονέκτημα: εξισώνει απόλυτα τις τρεις αυτές έννοιες. Τον εχθρό, το διαφορετικό και το άγνωστο.

Και όταν οτιδήποτε ξένο και διαφορετικό από εμάς γίνεται ο εχθρός και η απάντησή μας σε αυτό είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα τείχος, τότε χάνουμε αυτομάτως τη δυνατότητα να το γνωρίσουμε. Στο σημείο αυτό δεν έχει πλέον σημασία αν οτιδήποτε εκτός του τείχους είναι όντως επικίνδυνο ή όχι: ό,τι βρίσκεται «εκεί έξω» είναι εχθρικό.

Το τείχος μπορεί να μας προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα μας φυλακίζει. Ακόμα και ο ίδιος ο διαχωρισμός του «έξω» από το «μέσα» είναι ανύπαρκτος χωρίς ένα τείχος. Στην πράξη παίρνουμε κάτι το οποίο ήταν άλλοτε ανοιχτό και ελεύθερο και το περικυκλώνουμε με μια μάζα από μπετόν και τούβλα, κλεινόμαστε μέσα του για να είμαστε ασφαλείς και χάνουμε αμέσως την επαφή μας με ό,τι βρίσκεται εκτός.

Οι εκάστοτε κρατούντες αγαπούν τα τείχη, καθώς αποτελούν ένα έμπρακτο δείγμα της αφοσίωσής τους στην προστασία του συνόλου, αλλά κυρίως ένα θαυμάσιο μέσο ελέγχου. Το Τείχος του Βερολίνου ονομαζόταν Antifaschistischer Schutzwall, δηλαδή Αντι-Φασιστικό Οχύρωμα Προστασίας. Το υπονοούμενο ήταν πως το Δυτικό Βερολίνο ήταν καταφύγιο φασιστών του Β’ Παγκοσμίου υπό την προστασία του ΝΑΤΟ.

Όχι πώς η ακραία κομουνιστοφοβία και ο μακαρθισμός αποτελούσαν υπόδειγμα δημοκρατίας, κάθε άλλο, αλλά στην πραγματικότητα η δικτατορία του προλεταριάτου και ειδικά το καθεστώς κατοχής που επικρατούσε στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ προσέγγιζε πολύ περισσότερο ένα ολοκληρωτικό καθεστώς απ’ ότι η ομολογουμένως ρατσιστική, ελαττωματική δημοκρατία της Δύσης.

Αυτό δεν είχε σημασία, ωστόσο. Σημασία είχε ότι πριν από την ανέγερση του Τείχους 3,5 εκατομμύρια είχαν περάσει στη Δυτική Γερμανία, ενώ έπειτα από αυτή 100.000 άτομα επιχείρησαν να δραπετεύσουν, αλλά μόλις 5.000 τα κατάφεραν ως το 1989.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς, λοιπόν, ποιος ήταν ο σκοπός ύπαρξης του Τείχους. Δεν ήταν ούτε η προστασία από το φασισμό, ούτε η ασφάλεια, αλλά η κράτηση του πληθυσμού δια της βίας σε μια χώρα όπου δεν ήθελαν να ζουν. Η πτώση του άρα ήταν νομοτελειακή. Όπως ήταν και η κατάρρευση ολόκληρου  του Ανατολικού Μπλοκ.

Χτίστηκαν κι άλλα τείχη μετά το ’89, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο του Ισραήλ. Ωστόσο στην πλειοψηφία τους τα τείχη που ανεγείρουν πλέον οι κρατούντες είναι νομικά και ιδεολογικά, όχι πραγματικά. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ έκανε αναγκαία την εμφάνιση ενός νέου εχθρού και αυτός δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά στην αυγή της νέας χιλιετηρίδας.

Η τρομοκρατία δεν ανακόπτεται με τσιμεντένια τείχη, κι έτσι χρειάστηκε η ανέγερση νέων, ιδεολογικών τειχών που θα διαχώριζαν για πάντα τη χριστιανική Δύση από τη μουσουλμανική Ανατολή, το Διαφωτισμό από τον Φονταμενταλισμό, τον πολιτισμό από τον σκοταδισμό.

Έτσι, εύκολα και βολικά, το γκρίζο έγινε ξανά ασπρόμαυρο και δόθηκε το ελεύθερο στη Δύση να ισοπεδώσει χώρες και καθεστώτα για την «ασφάλεια και την ελευθερία», αφήνοντας πίσω συντρίμμια τα οποία το μόνο που θα μπορούσαν να γεννήσουν είναι ο φανατισμός, το μίσος και η δίψα για εκδίκηση.

Τα πραγματικά τείχη ήρθαν ξανά στο προσκήνιο με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος διατυμπάνιζε ότι το ανέφικτο πρακτικά και οικονομικά τείχος στα σύνορα με το Μεξικό θα έλυνε το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ, το οποίο είναι κατά τα λεγόμενά του οι παράνομοι μετανάστες.

Δεν έχει σημασία αν θα κτιστεί το τείχος ή όχι. Σημασία έχει ότι με την ιδέα και μόνο στοχοποιείται ο εχθρός, γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ των δικών μας, καλών ανθρώπων και των κακών που βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Μεταξύ των πολιτισμένων και των μαυριδερών, άπλυτων που θέλουν τα αγαθά μας.

Τι κι αν τα «αγαθά» αυτά έχουν εξανεμιστεί εδώ και χρόνια και τελικά το μόνο που μας μένει είναι ο διαχωρισμός μεταξύ μας: εμείς είμαστε καλύτεροι από αυτούς, αυτοί δεν έχουν τείχος. Ο καλύτερος τρόπος για να μην διαμαρτυρηθείς, όταν λίγο-λίγο χάνεις όλα όσα θεωρούσες αυτονόητα, είναι η απειλή ότι θα τα χάσεις όλα, ότι θα στα πάρει «ο ξένος».

Αφορμή για να βγάλω το ιστολόγιό μου από τη ναφθαλίνη ήταν ένα εξαιρετικό τραγούδι, το οποίο ανακάλυψα πριν από αρκετό καιρό και το οποίο γυρίζει από τότε στο μυαλό μου. Είναι προγενέστερο από τον Τραμπ, καθώς είχε γραφτεί από την Anais Mitchell για το concept album Hadestown του 2010, ωστόσο αφού αυτός ξεκίνησε την προεκλογική του εκστρατεία και άρχισε να διαλαλεί την πρόθεσή του να χτίσει το τείχος του, ξαφνικά έγινε φοβερά επίκαιρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν παύει ποτέ να είναι επίκαιρο.

Το σκηνικό είναι μια σύγχρονη μεταφορά του κλασικού μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ο Ορφέας ταξιδεύει στον κάτω κόσμο για να σώσει τη γυναίκα του, η οποία κατοικεί στην Hadestown, την υπόγεια βιομηχανική πόλη του Άδη. Η πόλη προστατεύεται από ένα τείχος, το οποίο ο Άδης πείθει τους κατοίκους να χτίζουν με τα χέρια τους για να προστατευτούν από τη φτώχεια.

Ωστόσο, το έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ο «πόλεμος» κατά  της φτώχειας είναι αέναος και έτσι οι κάτοικοι της Hadestown άθελά τους φυλακίζουν τον εαυτό τους και αγνοούν το γεγονός ότι ο Άδης τους εκμεταλλεύεται για ψίχουλα.

[HADES]

Why do we build the wall, my children, my children?
Why do we build the wall?

[ALL TOGETHER]
Why do we build the wall?
We build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
How does the wall keep us free, my children, my children?
How does the wall keep us free?

[ALL TOGETHER]
How does the wall keep us free?
The wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Who do we call the enemy, my children, my children?
Who do we call the enemy?

[ALL TOGETHER]
Who do we call the enemy?
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Because we have and they have not, my children, my children
Because they want what we have got

[ALL TOGETHER]
Because we have and they have not
Because they want what we have got
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
What do we have that they should want, my children, my children?
What do we have that they should want?

[ALL TOGETHER]
What do we have that they should want?
We have a wall to work upon
We have work and they have none
And our work is never done
My children, my children
And the war is never won
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free
We build the wall to keep us free

 

Advertisements

Κρίμα…

Βαγγέλης Γιακουμάκης

Κρίμα είναι να χάνεται μια ζωή, ειδικά αυτή ενός νέου ανθρώπου. Ακόμα περισσότερο, όταν πρόκειται για αυτοκτονία. Στην εποχή της κρίσης έχουμε συνδέσει την αυτοκτονία με την απόγνωση ανθρώπων που βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο. Οι νέοι, όμως, φεύγουν. Αναζητούν την τύχη τους αλλού. Και υπάρχει πάντα η ελπίδα ότι θα γυρίσουν. Όχι όμως ο Βαγγέλης.

Κρίμα είναι και για τους γονείς. Δεν υπάρχει τρόπος να παρηγορηθεί ένας γονιός που χάνει το παιδί του, τη στιγμή μάλιστα που αυτό θα ξεκινούσε τη δική του ζωή. Δεν υπάρχουν λόγια ικανά να γεμίσουν ένα τέτοιο κενό. Δεν υπάρχει τρόπος να φανταστεί κανείς τέτοιον εφιάλτη. Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που το εύχονται αυτό σε άλλους ανθρώπους.

Κρίμα για την οικογένεια και τους φίλους. Πολλοί από αυτούς θα νιώθουν ότι έπρεπε να είχαν πει ή να είχαν κάνει κάτι παραπάνω για να προλάβουν το κακό. Για ορισμένους ίσως και να ισχύει. Κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά. Και αυτό είναι το χειρότερο βάρος.

Κρίμα είναι να εξαπλώνονται φαινόμενα στα σχολεία, τα οποία τα βλέπαμε παλιά μόνο σε αμερικάνικες ταινίες: συμμορίες, ληστείες και «σχολικός εκφοβισμός», όπως αποδίδεται το bullying. Τα παιδιά είναι παιδιά και αντιδρούν συχνά σαν αγέλη. Αυτός που ξεχωρίζει, αυτός που φαίνεται αδύναμος γίνεται στόχος πειραγμάτων και κοροϊδίας. Ξεχωρίζοντας τον διαφορετικό, η ομάδα συσφίγγει τους δεσμούς της, τα μέλη της επιβεβαιώνουν τα κοινά τους στοιχεία. Αυτό είναι κάτι το οποίο τα παιδιά έκαναν παντού και πάντα, δεν είναι κάτι νέο ή κάτι καλό, αλλά είναι ένας έμφυτος κοινωνικός μηχανισμός, όχι bullying. Το bullying είναι ένα βήμα παραπάνω, πιο στοχευμένο και πιο βάρβαρο. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ.

Βλέποντας ταινίες και ρεπορτάζ που αναφέρονταν έμμεσα ή άμεσα στο bullying, είχα αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί στις ΗΠΑ αυτό φαίνεται σαν άλυτο πρόβλημα εδώ και δεκαετίες. Εκεί όπου το ζήτημα της προστασίας των παιδιών αντιμετωπίζεται σοβαρά και όπου οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν δικαίωμα ακόμα και να σου πάρουν το παιδί, αν αποδειχθεί ότι το κακομεταχειρίζεσαι. Η μόνη λογική εξήγηση ήρθε, όταν διάβασα την περιβόητη ομιλία που αποδίδεται στον Bill Gates, που απευθυνόμενος υποτίθεται στα παιδιά ενός σχολείου τους έδωσε 11 κανόνες που δε διδάσκονται στην τάξη. Το συγκεκριμένο ανέκδοτο είναι απλώς μια φήμη. Στην πραγματικότητα οι κανόνες αυτοί προέρχονται από το βιβλίο κάποιου Charles Sykes που τιτλοφορείται «Η Αποβλάκωση των Παιδιών μας». Ο τελευταίος κανόνας λέει: «να είστε καλοί με τους «φύτουλες», γιατί κατά πάσα πιθανότητα ένας από αυτούς θα είναι τελικά το αφεντικό σας».

Οι φύτουλες, οι σπασίκλες ή (αμερικανιστί) οι nerds, είναι αυτοί οι οποίοι συνήθως γίνονται στόχοι κακομεταχείρισης από τα πιο εύσωμα, πιο κοινωνικά, αλλά όχι τόσο μελετηρά παιδιά. Πέρα από τα παιδιά οικογενειών με ιδιαιτερότητες, κάποια τα οποία έχουν ένα πρόβλημα, μια αναπηρία ή κάποιο άλλο εξωτερικό χαρακτηριστικό που τα κάνει να ξεχωρίζουν, οι συνηθέστεροι στόχοι του bullying είναι τα παιδιά που είναι εξυπνότερα, αλλά όχι κοινωνικά. Αντίθετα, τα «δημοφιλή» παιδιά είναι αυτά τα οποία είναι πιο εμφανίσιμα, οι αθλητές, οι μαζορέτες. Όλα τα υπόλοιπα παιδιά τους έχουν σαν πρότυπα και προσπαθούν να τους μοιάσουν.

Ωστόσο, αν τα «δημοφιλή» παιδιά δεν πετύχουν μετά το σχολείο να μπουν σε κάποια επαγγελματική ομάδα, ή να ακολουθήσουν κάποιο επάγγελμα που εκμεταλλεύεται την εμφάνισή τους, τότε οι ακαδημαϊκές και επαγγελματικές προοπτικές τους συνήθως είναι περιορισμένες. Από την άλλη, οι φύτουλες συνήθως διαπρέπουν στα πανεπιστήμια και συχνά γίνονται στελέχη, δικηγόροι, πολιτικοί ή επιχειρηματίες. Οι υπόλοιποι πέφτουν κάπου στο ενδιάμεσο.

Το bullying, λοιπόν, έχει δύο παρενέργειες: από τη μία ενισχύει στα παιδιά την ιδέα ότι πρέπει να μην ξεχωρίζουν από την ομάδα, να ακολουθούν τα πρότυπα του «ωραίου και της ωραίας» της τάξης και να εμπεδώσουν έτσι την ιδέα της «χρυσής μετριότητας». Από την άλλη, στα παιδιά που έχουν περισσότερες επαγγελματικές προοπτικές και πιθανότητες να διαπρέψουν, καλλιεργείται η αντικοινωνικότητα και η περιφρόνηση για τη μάζα.

Κομφορμισμός, ρηχότητα και έλλειψη κριτικής σκέψης από τη μία. Ελιτισμός, κόμπλεξ και εμπάθεια από την άλλη. Η πλειοψηφία μαθαίνει να ακολουθεί χωρίς να αμφισβητεί και η ελίτ να ηγείται χωρίς οίκτο. Η τέλεια κρεατομηχανή.

Κάπου εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι τελικά οι «παρενέργειες» αυτές ενδεχομένως να είναι τόσο ωφέλιμες για το σύστημα, ώστε να γίνονται αυτοσκοπός. Όλα αυτά, βέβαια, στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα τα πράγματα δεν είναι τόσο δομημένα σε κανένα επίπεδο. Εδώ νομίζω ότι ισχύει απλά η λογική του «έλα μωρέ, παιδιά είναι».

Παιδί ήταν και ο Βαγγέλης, όμως. Νεαρός άντρας, έστω. Από την Κρήτη, όπου ο άντρας πρέπει να είναι λεβέντης. Ο Βαγγέλης ίσως δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που έχουν στο μυαλό τους κάποιοι συντοπίτες του. Ίσως να ήταν πιο συνεσταλμένος απ’ όσο «πρέπει». Ίσως και να ήταν γκέι. Καμία σημασία δεν έχει αυτό. Σημασία έχει ότι ξεχώριζε με τον «λάθος» τρόπο. Σημασία έχει ότι κάποιοι πίστευαν ότι υπήρχε κάτι «λάθος» σε αυτόν.

Κρίμα και για αυτά τα παιδιά. Μπορεί να σας ξενίζει αυτό, αλλά είναι η άβολη αλήθεια. Είναι κρίμα και για αυτούς που υπέβαλλαν τον Βαγγέλη σε αυτά τα βασανιστήρια, γιατί μέσα στο μυαλό τους αυτό επιβεβαίωνε τη δική τους ανωτερότητα. Τα παιδιά που εξασκούν το bullying, οι «νταήδες» που λέμε εδώ καμιά φορά, είναι σχεδόν πάντοτε και οι ίδιοι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και καταπίεσης. Ο πατέρας που «εντυπώνει» με το ζωνάρι στο γιό του την ιδέα του άντρα του σκληρού που δεν κλαίει και που, Θεός φυλάξοι, δεν είναι με τίποτα γκέι, διαπράττει ένα έγκλημα που είναι, πιθανόν, κληρονομικό. Το ίδιο ενδεχομένως δίδαξε και ο δικός του πατέρας σε αυτόν, με τον ίδιο «παιδαγωγικό» τρόπο. Ο φαύλος κύκλος της βίας πρέπει κάποτε να σπάσει.

Ο δράστης του bullying μισεί, καταρχήν, τον εαυτό του. Ο στόχος του συχνά αντιπροσωπεύει τα χαρακτηριστικά που αναγνωρίζει ο ίδιος πάνω του σαν αδυναμίες. Δέρνοντας  τον αδύναμο, ο δράστης νιώθει δυνατός. Βασανίζοντας τον φοβισμένο, απωθεί το δικό του φόβο. Διαπομπεύοντας τον ομοφυλόφιλο, ο νταής μπορεί να κρύβει την δική του καταπιεσμένη φύση, η οποία του έχουν μάθει πως είναι ό,τι το χειρότερο πάνω στη Γη. Όσο δύσκολο και αν είναι να  το δεχτούμε, ο θύτης είναι και αυτός ένα θύμα. Κανένα παιδί δε γεννιέται έχοντας το μίσος μέσα του.

Στην περίπτωση νεαρών ενηλίκων, όπως οι συμφοιτητές του Βαγγέλη, η ζημιά έχει ήδη γίνει και είναι δύσκολο να επανορθωθεί. Στις ηλικίες αυτές επιβάλλεται  η ποινικοποίηση του bullying και σε δεύτερο βαθμό η προσπάθεια αναμόρφωσης. Στα σχολεία, όμως, πρέπει να προέχει η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση του φαινομένου. Στο κάτω-κάτω μιλάμε όντως για παιδιά, τα οποία δεν έχουν πλήρη συναίσθηση των πράξεών τους και έχουν περισσότερες πιθανότητες να καταλάβουν και να αλλάξουν.

Το μεγαλύτερο κρίμα, όμως, είναι για εκείνους που εξαπολύουν το ίδιο μίσος εναντίον αυτών που διαπράττουν το bullying. Και αυτό επειδή μιλάμε για ανθρώπους που έχουν ευαισθησίες και κάποια λογική, τα οποία πνίγονται μέσα στην οργή. Αν το bullying, το μίσος και η βία είναι ασθένειες (και κατά κάποιον τρόπο είναι), τότε είναι προφανές ότι δε βοηθάμε κανέναν νοσώντας και οι ίδιοι.

Αν τα θεωρείτε όλα αυτά υπερβολικά, ίσως να μην έχει πέσει  στην αντίληψή σας μια αισχρή ανάρτηση στο blog «to-fresko», στην οποία κάποιος αχαρακτήριστος έβαλε μια φωτογραφία του Βαγγέλη Γιακουμάκη με τίτλο «ΚΑΛΟ ΨΟΦΟ ΒΑΓΓΕΛΑΚΗ!» και μια προσβλητική λεζάντα από κάτω. Το χειρότερο, όμως, είναι τα σχόλια. Πέρα από τις λίγες φωνές λογικής που προφανώς καταλογούσαν αυτά που πρέπει σε μια ανάρτηση αυτού του είδους, τα υπόλοιπα σχόλια, υπέρ και κατά, είναι μια πραγματική γκαλερί παραληρηματικού μίσους. Από προσωπικές ευχές για καρκίνο σε όποιον αγαπάει ο δημιουργός της ανάρτησης (λες και φταίνε όλοι οι γύρω του) μέχρι αναθέματα σε ολόκληρη την Κρήτη που είναι «η ντροπή της Ελλάδας». Αν αντέχετε, σας προκαλώ να ρίξετε μια ματιά εδώ.

Η ίδια δεινή κοινωνικοοικονομική κατάσταση,  η οποία διογκώνει φαινόμενα όπως το bullying και ο ρατσισμός έχει γεμίσει με τέτοια οργή τους ανθρώπους που είναι δύσκολο πλέον να ξεχωρίσεις ποιος είναι ο δράστης και ποιος ο πολέμιός του. Όταν διακατέχονται όλοι από το ίδιο μίσος, παύει πια να έχει σημασία ποιος έχει δίκιο. Είναι σαν δυο σκυλιά που προσπαθεί το ένα να πιάσει το λαρύγγι του άλλου. Και σε αυτές τις περιπτώσεις υπερισχύει συνήθως το πιο δυνατό.

Κρίμα. Γιατί το μίσος και η βία δεν αντιμετωπίζονται με περισσότερο μίσος και βία. Και δεν είναι αυτός ο τρόπος για να αποτρέψουμε μια ακόμα τραγωδία σαν αυτή του Βαγγέλη.

Μουσικό Διάλειμμα #59

Η εξουσία του φόβου

Η κραυγή

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

Φυλάει τα έρμα, θα μου πείτε. Ναι, αρκεί να μην τον χρησιμοποιούν εναντίον σου. Τα ζώα από ένστικτο φοβούνται τη φωτιά για την προστασία τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί αυτόν το φόβο για να τα κυνηγά. Βάζοντας φωτιά στα ξερά χόρτα, οι αρχαίοι κυνηγοί ανάγκαζαν το θήραμά τους να εγκαταλείψει την κάλυψή του και να μείνει εκτεθειμένο.

Το τέχνασμα αυτό εφαρμόζεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Ο φόβος χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να καταδυναστεύονται ολόκληροι λαοί. Όχι μόνο ο φόβος της εξουσίας, αλλά και ο φόβος του «άλλου». Οι αυτοκράτορες της Κίνας κρατούσαν μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το τεράστιο τείχος που έκτισαν, παράλληλα, όμως, εξασφάλιζαν την υποταγή των επαρχιών που βρίσκονταν πίσω από αυτό.

Οι φεουδάρχες προστάτευαν τις πόλεις τους με τείχη από επιδρομές κάθε είδους. Όσοι ήταν εντός των τειχών, ωστόσο, έπρεπε να πληρώνουν φόρους, οι οποίοι ήταν συνήθως δυσβάσταχτοι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ακόμα και αν κανείς  ξέφευγε από τους φοροεισπράκτορες του τοπικού βαρώνου (οι οποίοι προφανώς δεν μοίραζαν εκκαθαριστικά, απλά σου έκαιγαν το σπίτι αν δεν πλήρωνες) πού θα μπορούσε να πάει;

Η τακτική αυτή λειτουργεί θαυμάσια και στην εποχή μας. Ο φόβος του Εβραίου, του μουσουλμάνου, του κομμουνιστή, του εγκληματία λαθρομετανάστη, του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του διαφορετικού.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτόν τον κόσμο. Προφανώς και ο φόβος πολλές φορές έχει ρίζες στην πραγματικότητα. Το ζώο αν μείνει στα ξερόχορτα θα κάει, δεν έχει πραγματικά επιλογή. Οι χωρικοί του Μεσαίωνα ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε επίδοξο εισβολέα ή ληστή. Επομένως τα τείχη του φεουδάρχη ήταν σαν δώρο Θεού για εκείνους. Και εφόσον τα τείχη δεν χτίζονταν μόνο με καλές προθέσεις, ήταν λογικό και δίκαιο ο τοπικός άρχοντας να ζητά φόρους από όσους είχε υπό την προστασία του.

Πλην, όμως, έχοντας αυτούς τους ανθρώπους πλήρως στο έλεός του, ο εκάστοτε ηγεμόνας μπορούσε όχι απλώς να λάβει το ηθικό αντίτιμο για την προστασία που προσέφερε, αλλά να απαιτήσει όσα αυτός ήθελε. Κοινώς, να εκμεταλλεύεται και να εκβιάζει κατά βούληση. Μπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα στο κάστρο του, αφήνοντας στους χωρικούς μετά βίας αρκετά ώστε να μη λιμοκτονούν. Η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνικές επαναστάσεις σταδιακά έφεραν τον κόσμο από τα μοναρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα στα δημοκρατικά. Έπρεπε να πάψει να υπάρχει απόλυτη εξουσία, ώστε να πάψει η καταπίεση και η εκμετάλλευση του αδύναμου από τον ισχυρό.

Θεωρητικά, ο 20ος αιώνας είδε το αποκορύφωμα του εκδημοκρατισμού στον πλανήτη μας. Πρακτικά, όμως, η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή, που ασκούν οι πολυεθνικές στις κυβερνήσεις των κρατών, μειώνει συνεχώς τη δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να λαμβάνουν αποφάσεις. Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο οι περιβόητες «αγορές» να καθορίζουν εμμέσως πλην σαφώς την οικονομική πολιτική των κρατών. Και φυσικά αφού το χρήμα κινεί τα πάντα, η οικονομική πολιτική επηρεάζει τα πάντα, με πρώτο και εύκολο θύμα την κοινωνική πολιτική.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για, αυτονόητα στη θεωρία, πράγματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, η περίθαλψη και η παιδεία. Και καθώς όλα αυτά τα οποία κατακτήθηκαν με αίμα τα τελευταία 200 χρόνια περικόπτονται και εξανεμίζονται σταδιακά λόγω της «οικονομικής πραγματικότητας», συνειδητοποιεί κανείς ότι επιστρέφουμε, ουσιαστικά, στην εποχή του φεουδαλισμού.

Ο μεγάλος μας εχθρός είναι η χρεωκοπία. Για να τον κρατήσουμε μακριά είμαστε αναγκασμένοι να θυσιάσουμε τα πάντα. Βέβαια, οι τιμημένοι και δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες μας ζουν ακόμη στα κάστρα τους, τρώνε με χρυσά κουτάλια και κυκλοφορούν με θωρακισμένες λιμουζίνες. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, αφού αν μας πετάξουν έξω από τα τείχη θα χάσουμε και τα λίγα που έχουμε. Θα μείνουμε ακόμα και από χαρτί υγείας, όπως φαίνεται.

Ο μεγάλος μας εχθρός δεν είναι τόσο η χρεωκοπία, όσο ο φόβος αυτής. Και αυτό επειδή η χρεωκοπία έχει ήδη συμβεί, απλώς είναι ελεγχόμενη. Πράγματι, έχουμε ακόμα είδη πρώτης ανάγκης στα ράφια, αλλά έχουμε επίσης 27% ανεργία και ένα χρέος, το οποίο είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Καθώς επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά και το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι τόκοι αυξάνουν και το χρέος διογκώνεται. Και τίποτα δε φαίνεται δυνατόν να το σταματήσει.

Είναι απλά μαθηματικά. Οτιδήποτε άλλο περί success story και τα συναφή είναι απλά επικοινωνιακά τρικ. Κάθε χρόνο μόνο οι τόκοι του χρέους μας είναι 30 δις Ευρώ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμα και αυτό το εικονικό των 1.416 εκατ. ευρώ, είναι αστείο. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά κατουρώντας την. Και το πλεόνασμα αυτό παρουσιάζεται ως… επιτυχία. Και η «έξοδος στις αγορές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακόγουστο αστείο, το οποίο μας έκανε διεθνώς ρεζίλι για άλλη μια φορά.

Ο Σαμαράς μιλά για θυσίες του λαού, οι οποίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες. Μα είναι ήδη χαμένες. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καταφέρει τίποτα, παρά μόνο να επιβάλλουν εισπρακτικά μέτρα, να εκποιήσουν το προσοδοφόρο μέρος της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να ξεφορτωθούν το επιζήμιο, και να κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς κάποιο σχέδιο ή κριτήριο. Αξιολόγηση δεν υπάρχει, η γραφειοκρατεία ζει και βασιλεύει, το πελατειακό κράτος συνεχίζει να υφίσταται, οι διασυνδέσεις με τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα το ίδιο. Μεταρρυθμίσεις απλές και ορθολογικές, οι οποίες θα ήταν απολύτως ανέξοδες για το κράτος και θα βοηθούσαν πραγματικά τις επενδύσεις, προσκρούουν πάνω σε συμφέροντα ημέτερων που προστατεύονται ακόμα.

Ακόμα και στο Reuters κυκλοφόρησε η είδηση ότι η συγκυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη πλέον. Γιατί το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης εξαντλήθηκε. Ο φόβος δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τους πολίτες. Αν η κυβέρνηση τολμούσε να επιβάλλει κι άλλα μέτρα, οι αντιδράσεις θα ήταν απρόβλεπτες. Έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.

Από τη μία πλευρά, μια αριστερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή με κάποιο δεκανίκι, θα έχει μια μικρή πίστωση χρόνου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος, αν διαψευστούν οι μάλλον ουτοπικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος να εκραγεί σε πολύ μικρό διάστημα. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί με πολλή προσοχή τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη προκαλέσει εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Οι τράπεζες πιέζονται. Οι δανειστές θα επιδιώξουν την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Συν τοις άλλοις, έχει προσχωρήσει σε αυτόν αρκετό πρώην ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνυπάρχει (όπως και στο ΠΑΣΟΚ του ’81) με ριζοσπαστικά στοιχεία που θέλουν να μας βγάλουν από παντού.

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί και οι φόβοι ακόμα περισσότεροι. Αλλά το αδιέξοδο παραμένει. Και αυτό που φοβάμαι εγώ περισσότερο είναι το κατρακύλισμα σε έναν ακροδεξιό βούρκο που αρνείται ακόμα και τις πιο βασικές ανθρώπινες αξίες, όπως την προστασία των αδυνάτων και την περίθαλψη των προσφύγων, που καταπνίγει τη δημιουργικότητα, που εξαναγκάζει το 2% του πληθυσμού, του νεότερου και πιο υποσχόμενου τμήματός του, να μεταναστεύσει. Δεν είμαστε απλώς μια χώρα γερόντων και συνταξιούχων, είμαστε μια χώρα στην οποία οι λιγότεροι από τους μισούς νέους έχουν δουλειά και όσοι έχουν, αμείβονται με ψίχουλα. Οι υπόλοιποι απλά φεύγουν.

Αυτοί που μένουν αδυνατούν να δημιουργήσουν οικογένειες, αφού τα χρήματα απλά δε φθάνουν. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Σας το λέω χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και δράματος. Κάποιοι φοβούνται τη χρεωκοπία. Εγώ φοβάμαι περισσότερο ότι σβήνουμε αργά, αλλά σταθερά. Η ενδεχόμενη χρεωκοπία, η ανεξέλεγκτη, θα είναι άμεση και βάρβαρη. Ο αργός θάνατος, στον οποίο έχουμε καταδικαστεί, θα πάρει μια δεκαετία ακόμα μέχρι τα συμπτώματά του να γίνουν τόσο φανερά, ώστε κανένας να μην μπορεί πια να τα αρνηθεί. Αλλά θα έρθει, σας το εγγυώμαι.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Εγώ προτιμώ να ψηφίσω κατά συνείδηση.

 

Μουσικό Διάλειμμα #58

Μάθε παιδί μου γράμματα

Στις 20 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υιοθέτηση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Με την ευκαιρία κυκλοφόρησαν πετυχημένα σποτάκια κατά της παιδικής κακοποίησης, έγιναν εκδηλώσεις, δράσεις και όλα τα συναφή. Η συγκεκριμένη σύμβαση αποτελεί, όχι τυχαία, το πιο ευρέως αποδεκτό ψήφισμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Λογικό, αφού μόνο οι πλέον πωρωμένοι δεν μπορούν να αντιληφθούν την ευθύνη που έχουμε να προστατέψουμε τους ανθρώπους στην πιο ευαίσθητη και καθοριστική φάση της ζωής τους.

Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι. Το δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσουμε και να αποδεχθούμε ότι η παιδική κακοποίηση ΔΕΝ περιορίζεται στην ενδοοικογενειακή βία. Τα παιδιά είναι οι πρώτοι αποδέκτες και τα πρώτα θύματα ενός κόσμου που είναι  βουτηγμένος στη βία κάθε είδους και μιας κοινωνίας  που εκποιεί τις αξίες της. Τα παιδιά είναι εκτεθειμένα στα πάντα: από πολέμους και ξεριζωμούς, μέχρι το τέρας της κρίσης που τόσο προσεκτικά αναθρέφουμε εδώ και δεκαετίες. Και όταν αντιδρούν με όποιον τρόπο μπορούν και μας εκθέτουν, τότε κάνουμε τους έκπληκτους.

Είναι αδύνατον να καταλάβουμε πως τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια εμπόλεμη ζώνη. Ας πάμε, λοιπόν, σε κάτι πιο εύκολο και απτό για εμάς. Ας μιλήσουμε για τα παιδιά που «τα έχουν όλα».

Απορώ που κάποιοι αναρωτιούνται με τα σωστά τους το γιατί δεν έχουν τρόπους πια τα παιδιά. Ή γιατί δε σέβονται τίποτα. Ή γιατί δεν ενδιαφέρονται για το σχολείο. Ή γιατί κάνουν καταλήψεις. Ή γιατί τα αιτήματά τους φαίνονται άσχετα και ανούσια, εκτός τόπου και εκτός θέματος. Ίσως έχουν ξεχάσει πώς είναι να είσαι έφηβος. Ίσως να μη θέλουν πια να το θυμούνται.

Γιατί αν θυμηθείς πώς σκεφτόσουν στα νιάτα σου τότε πρέπει να λογοδοτήσεις στο παρελθόν για αυτό που είσαι και ζεις σήμερα. Θα πρέπει να εξηγηθείς στον μικρό Νίκο ή στην μικρή Κατερίνα και να τους δώσεις να καταλάβουν ότι όλο αυτό το άσχημο πράγμα που αποτελεί την πραγματικότητά σου, την καθημερινότητα της επιβίωσής σου, αυτό το οποίο ξορκίζεις μέσα στην εύθραυστη προσωπική σου γυάλα, όλο αυτό το ΑΝΕΧΕΣΑΙ με κάποιον τρόπο. Το θεωρείς, αν όχι φυσιολογικό, τουλάχιστον αναγκαίο κακό.

Και το λούζεσαι κάθε μέρα.

Πληρώνεις το νοίκι ή το χαράτσι σου (αν ζεις ακόμα στο σπίτι σου και όχι με τους γονείς σου) και τους λογαριασμούς σου (αν έχεις εισόδημα), βγαίνεις μια στις τόσες με φίλους για κάνα κρασάκι ή για ένα ποτό, πας στη δουλειά (αν είσαι τυχερός) και κλείνεις όσο γίνεται τα μάτια και τα αυτιά σου σε οτιδήποτε άλλο.

Για ρίξε μια ματιά στον καθρέπτη, λοιπόν. Κάπου εκεί μέσα είναι ο 16χρονος εαυτός σου που σε κοιτά με γουρλωμένα μάτια και σκέφτεται «αποκλείεται γαμώτο να καταντήσω έτσι».

Κι όμως.

Και από αντίδραση, ίσως από ενοχές, κατηγορείς τα παιδιά γιατί θέλουν κάτι αλλά δεν ξέρουν τι. Λες και ξέρεις εσύ. Θεωρείς ότι επειδή εσύ σκύβεις το κεφάλι και πας, πρέπει και αυτά να κάνουν το ίδιο. Τη δοκίμασες εσύ την επανάσταση, δε βγάζει πουθενά. Ή εσύ μπορεί να έδωσες αγώνες για κάτι «ουσιαστικό», ενώ τα παιδιά σήμερα…

Ένα περίεργο πράγμα. Όλοι αυτοί οι ουσιαστικοί, οι πραγματικοί αγώνες, πώς γίνεται και μας έφθασαν ως εδώ; Οι αγώνες που έδινε κάθε γενιά και χλεύαζε  για αυτούς την επόμενη; Κλείνω την παρένθεση.

Τα παιδιά σήμερα, τα παιδιά πάντοτε, ρουφάνε σα σφουγγάρια τα πάντα. Ακόμα και αυτά που δεν πρέπει, όπως το ηθικό αδιέξοδο μιας ολόκληρης κοινωνίας, η οποία ξέρει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι λάθος, αλλά φοβάται να αλλάξει ουσιαστικά. Βλέπουν τους γονείς τους να βρίζουν αυτούς που ψηφίζουν και μετά να τους ψηφίζουν ξανά. Βλέπουν τους καθηγητές τους να είναι δέσμιοι ενός αποτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος να μετατρέπονται σε δημόσιους υπαλλήλους-ζόμπι που λειτουργούν ως διδάσκοντες μόνο στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα. Ζουν καθημερινά τον απαράμιλλο παραλογισμό ενός κράτους, το οποίο όχι μόνο δε σταμάτησε να αντιμετωπίζει τους πολίτες του εναλλάξ σαν πελάτες ή εχθρούς, αλλά εντείνει την προσπάθειά του για την εξάλειψη οποιασδήποτε δημιουργικής σκέψης ή προσπάθειας σε κάθε επίπεδο. Ζουν στη χώρα που άλλοι αγωνιούν για να σώσουν το σπίτι τους ή για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, ενώ το τελευταίο iPhone γίνεται ανάρπαστο.

Το έχουμε ξαναπεί: το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι. Η πολιτική ηγεσία της χώρας βυθίζεται όλο και περισσότερο στην αναξιοπρέπεια με τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα να βρίσκονται, τι ειρωνεία, στο ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Πρώτον, η περιβόητη ΕΔΕ που διατάχθηκε από τον πολύ κ. Λοβέρδο για να διαπιστωθεί ο λόγος για τον οποίο δε προσκλήθηκε στη δοξολογία της 28ης Οκτωβρίου. Στην ίδια χώρα που δεν γίνονται ΕΔΕ για μια αδιάκοπη σειρά από σκάνδαλα και αυθαιρεσίες κρατικών λειτουργών, διατάσσεται ΕΔΕ για να βρεθεί ποιος φταίει που δεν καλέστηκε ο Υπουργός. Για να διαπιστωθεί τελικά ότι το σφάλμα έγινε στο ίδιο του το γραφείο.

Στη συνέχεια με έκπληξη ακούσαμε τον Υφυπουργό Παιδείας να λέει ευθαρσώς στη Λιάνα Κανέλλη ότι «θέλει Κασιδιάρη» με τον προεδρεύοντα της Βουλής να την επιπλήττει όταν, δικαιολογημένα, έγινε έξω φρενών. Σιγά το πράμα, δηλαδή. Επειδή ο Υφυπουργός Παιδείας, ούτε λίγο ούτε πολύ, επικρότησε δημόσια έναν μισογύνη νεοναζί που χτύπησε μπροστά στις κάμερες μια γυναίκα βουλευτή; Γιατί όταν λες «Κασιδιάρης σου χρειάζεται, αλλά εγώ δε θα σου κάνω τη χάρη να γίνω», σημαίνει ότι επικροτείς τον άντρα που δε δέχεται τη γυναίκα να αντιμιλά. Της χρειάζεται ένα μπερντάκι ξύλο να μπει στη θέση της. Αλλά δε θα της το δώσεις εσύ, γιατί είσαι υπεράνω. Το περιστατικό ήταν τόσο χοντρό, ώστε ανάγκασε τον Πρωθυπουργό να «παραιτήσει» τον κ. Στύλιο στη χώρα που κανείς στην κυβέρνηση δεν παραιτείται, ούτε απομακρύνεται για τίποτα.

Και μετά, ποιος τον διαδέχθηκε; Ένας κύριος Γεωργαντάς, ο οποίος είχε δηλώσει σε συγκέντρωση στελεχών στο Κιλκίς ότι «…σε ανθρώπους που ωφελήθηκαν από την ΝΔ, σε ανθρώπους που δούλεψαν επί ΝΔ σε ανθρώπους που πήρανε συμβάσεις από τη ΝΔ, εννοώ συμβάσεις έργου, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, άλλοι που πήγαν στα stage, αυτούς να τους θυμίσουμε ότι πρέπει να προσφέρουν κάποια υπηρεσία…«. Έτσι διδάσκουμε στα παιδιά την αξιοκρατία. Μπορείτε να σπουδάσετε ό,τι θέλετε, αλλά αν ελπίζετε στην Ελλάδα του 2014 και του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων να βρείτε δουλειά, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να ψηφίσετε το κυβερνόν κόμμα. Ή να εργάζεστε τζάμπα με την ελπίδα ότι κάποτε μπορεί και να προσληφθείτε.

Όλα αυτά από την ίδια κυβέρνηση που κατήργησε όχι το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, όπως ακούστηκε, αλλά έστω και την αναφορά στο αναπαραγωγικό σύστημα που υπήρχε στο βιβλίο της Βιολογίας της Α’ Γυμνασίου. Δεν μπορείς να καταργήσεις κάτι που δεν υπάρχει, εξάλλου. Μπορείς να προσποιείσαι, όμως, ότι είσαι σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα ενώ με κάθε σου ενέργεια προωθείς την ανευθυνότητα, το μισογυνισμό, την ασέβεια, την αναξιοπρέπεια, την αναξιοκρατία και το σκοταδισμό. Και όλα αυτά μόνο μέσω του Υπουργείου Παιδείας. Πού να συμπεριλάβεις και την υπόλοιπη κυβέρνηση.

Και θέλετε τα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτό το περιβάλλον να μάθουν τι ακριβώς; Όποιος έχει επαφή με εκπαιδευτικούς, κάθε βαθμίδας και ειδικότητας, μπορεί εύκολα να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η διαφορά  στα παιδιά είναι αισθητή χρόνο με το χρόνο. Τα περισσότερα δεν ενδιαφέρονται να μάθουν, γιατί δεν πιστεύουν σε τίποτα. Και σε τι να πιστέψουν όταν όλα μα όλα τα μηνύματα που λαμβάνουν καθημερινά είναι λανθασμένα; Όταν τα ΜΜΕ καλλιεργούν μια συνεχή τρομοκρατία και την εναλλάσσουν με διαλείμματα κενής «γκλαμουριάς» που περνιέται για ψυχαγωγία; Όταν η εικόνα που διαγράφεται για το μέλλον τους είναι εντελώς μαύρη;

Θυμάμαι, τι έλεγαν κάποιοι όταν κάναμε εμείς καταλήψεις στο σχολείο (τις ίδιες καταλήψεις που ξεκίνησαν την πολιτική καριέρα του Τσίπρα) για το περιβόητο νομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου. Έλεγαν πως είναι υποκινούμενες, πως γίνονταν για να γλυτώσουμε μαθήματα και άλλα παρόμοια. Πέρα από τις όποιες αστοχίες του νομοσχεδίου,  εμείς βλέπαμε μια ευκαιρία να αντιδράσουμε σε μια θλιβερή πολιτική κατάσταση, σε ένα σκηνικό όπου Πρωθυπουργοί έκριναν εαυτούς υπεράνω του νόμου, όπου τα κόμματα έπαιζαν βρώμικα παιχνίδια στην πλάτη όλων των άλλων και όπου τα χρόνια προβλήματα (όπως αυτό της Παιδείας) φαίνονταν άλυτα. Και αυτό που ένοιαζε τον Υπουργό ήταν ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός και το πανεπιστημιακό άσυλο.

Θέλαμε να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε τα πράγματα. Δεν καταφέραμε και πολλά, εκτός από την ακύρωση άλλης μιας ανούσιας μεταρρύθμισης. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η αντίδραση ήταν λανθασμένη ή άστοχη. Ούτε αφαιρεί το δικαίωμα από τα παιδιά να αντιδρούν σήμερα, επειδή κρίνουμε ότι τα αιτήματά τους είναι φτωχά. Φτωχή σε αξίες είναι η κοινωνία στην οποία μεγαλώνουν. Που δεν τους δίνει τίποτα να πιστέψουν και τίποτα να ελπίζουν. Εκτός από μια άρον-άρον απόδραση στο εξωτερικό.

Και να μη γυρίσουν ποτέ. Για να μην καταντήσουν σαν τον Τσάκωνα στο «Μάθε παιδί μου γράμματα», που μετρούσε τα χρόνια των σπουδών του και αναρωτιόταν που πήγε ο χαμένος του χρόνος.

Διάλειμμα #56

Ασφυξία

Manellada

Καλοκαίρι. Ζέστη και μια χώρα σε αποσύνθεση. Προσπαθώ να μην αφήνω την επικαιρότητα να με επηρεάζει, τη σφαγή στη Γάζα, την κρίση στην Ουκρανία, την εικόνα της ντροπής που έχει πια τόσες πτυχές στην Ελλάδα, τη σαπίλα. Κρατώ την αναπνοή μου, ιδρώνω, αλλά δεν τα καταφέρνω. Μου τελειώνει το οξυγόνο, ασφυκτιώ.

Θέλω, όπως όλοι όσοι μπορούν ακόμα, να εστιάσω στα θετικά, να συνεχίσω όσο μπορώ καλύτερα τη ζωή μου, αλλά δε γίνεται. Η οσμή της αποσύνθεσης είναι πάντοτε εκεί να μου θυμίζει πως τίποτα πια δεν είναι «φυσιολογικό», όσο κι αν προσποιούμαι για το αντίθετο.

Τελευταίο κρούσμα η αθώωση των δύο εκ των τεσσάρων κατηγορουμένων για την υπόθεση της Μανωλάδας. Ακόμα και αν πιστέψουμε ότι οι επιστάτες του φραουλοπαραγωγού πυροβόλησαν κατά των εργατών χωρίς να έχουν την άδεια του αφεντικού τους, πράγμα αμφίβολο, πώς είναι δυνατόν να έχει κανείς ανασφάλιστους μετανάστες, χωρίς άδεια παραμονής, να εργάζονται στη γη του για ψίχουλα και να μην έχει καμία νομική συνέπεια για αυτό;

Να τους έχει, μάλιστα, να ζουν σε άθλιες συνθήκες, σε υπόστεγα σκεπασμένα με λαμαρίνες, με πλαστικά βαρέλια για μπάνιο/τουαλέτα ή στοιβαγμένους 18 μαζί μέσα σε βρωμερά χαμόσπιτα και να πληρώνουν και νοίκι για αυτά; Από τα 120 με 160 Ευρώ που παίρνει ο καθένας από τους μετανάστες, πρέπει να δώσει έως και 40 Ευρώ για το προνόμιο να ζει χωμένος σε μια τρώγλη.

Η εκμετάλλευση δε σταματά εκεί, καθώς υπάρχουν σε πολλά αγροκτήματα παράνομοι οίκοι ανοχής, όπου κρατούνται αιχμάλωτες αλλοδαπές κοπέλες νεαρής ηλικίας και εκδίδονται για 20 Ευρώ. Ούτε κουβέντα να γίνεται για άδειες παραμονής, άδειες λειτουργίας, υγειονομικές συνθήκες, δικαιώματα και αμοιβές των γυναικών, φυσικά.

Και όταν οι εργάτες έμειναν απλήρωτοι για ένα εξάμηνο και τόλμησαν να διεκδικήσουν τα χρήματά τους, τότε δέχθηκαν πυροβολισμούς. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους άλλους δύο κατηγορούμενους έχει ανασταλτικό χαρακτήρα μέχρι να εκδικαστεί η έφεσή τους. Οπότε αφέθηκαν ελεύθερα δύο άτομα που πυροβόλησαν και τραυμάτισαν 35 ανθρώπους, τέσσερις εκ των οποίων σοβαρά, με όπλα που κατείχαν παράνομα.

Όλα αυτά στην Ελλάδα του 2013 κι ενώ φυσικά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το φαινόμενο αυτό σταμάτησε από πέρσι. Αντίθετα, με αυτή την απαράδεκτη και απάνθρωπη δικαστική απόφαση σχεδόν νομιμοποιείται. Γιατί ενώ πριν υπήρχε απλά η ανοχή των τοπικών αρχών, τώρα υπάρχει επίσημα και η βεβαιότητα της ατιμωρησίας, ειδικά για τους ηθικούς αυτουργούς.

Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα νομιμοποιείται η δουλεία. Στην πατρίδα της δημοκρατίας, όπου 2.500 χρόνια νωρίτερα οι δούλοι είχαν περισσότερα δικαιώματα από ότι στις φυτείες της Αμερικής του 19ου αιώνα, η δουλεία νομιμοποιείται ξανά, με πολύ χειρότερους όρους.

Βλέπετε, στην αρχαία Αθήνα ο ιδιοκτήτης του δούλου ήταν υπόλογος για τη σωματική του ακεραιότητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο δούλος (οικέτης) έμενε στο σπίτι της οικογένειας που υπηρετούσε, έτρωγε στο ίδιο τραπέζι, συχνά είχε και την οικογένειά του μαζί.

Σήμερα όλα αυτά προφανώς δεν ισχύουν, οπότε έχουμε γυρίσει πίσω στη Λίθινη Εποχή. Εκτός αν προτιμάτε τον Αμερικάνικο Νότο του 1800.

Την ημέρα που κυκλοφόρησε η είδηση, ο τότε Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο γνωστός κ. Δένδιας, έσπευσε να κάνει μεγαλόσχημες δηλώσεις σχετικά με το πόσο απαράδεκτο ήταν το συμβάν και πως «δεν αντίκειται μόνο στη νομιμότητα, αλλά ευθέως στην ιδέα της ανθρωπότητας». Τους έκανε δε και τη χάρη να μην τους απελάσει. Αυτούς τους, όπως τους έχει αποκαλέσει σε άλλη στιγμή, «κακής ποιότητας» μετανάστες. Είναι αυτονόητο ότι θα ήταν αδύνατον να απελαθούν αν επρόκειτο η δίκη να μη γίνει από την πρώτη στιγμή παρωδία. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ αρνητικό επικοινωνιακά. Αντίθετα, μια μισό-καταδίκη ένα χρόνο αργότερα θα περνούσε πιο εύκολα. Ή τουλάχιστο έτσι πίστεψαν. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις ήταν έντονες, ενώ το θέμα απασχόλησε και διεθνή μέσα, όπως η Guardian. Έτσι για μια ακόμα φορά εκτεθήκαμε στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου. Για μια ακόμα φορά στιγματιστήκαμε ως χώρα ρατσιστική, οπισθοδρομική και απάνθρωπη. Για μια ακόμα φορά φανήκαμε ανάξιοι της ιστορικής μας κληρονομιάς.

Το χειρότερο είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο περισταστικό ή για τη δράση μιας νεο-ναζιστικής οργάνωσης. Πρόκειται για επίσημη απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, ομόφωνη μάλιστα (7 υπέρ, ο κατά), πράγμα που αποκλείει την έφεση. Εκτός και αν φωτίσει κάποιος την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ζητήσει επανάληψη της δίκης. Γιατί η ουσία της υπόθεσης μετά την αθώωση του παραγωγού είναι ξεκάθαρη: βρέθηκαν 200 αλλοδαποί χωρίς χαρτιά να εργάζονται ανασφάλιστοι σε συνθήκες δουλείας, έναντι κλάσματος του βασικού μισθού, να είναι μάλιστα απλήρωτοι και ο εργοδότης τους να μην είναι υπόλογος για όλα αυτά.

Και αν αυτό δεν είναι ντροπή για το δικαστικό σύστημα οποιουδήποτε κράτους, τότε δεν ξέρω τι είναι.

Δεν έχει καμία σημασία αν θεωρούμε ότι καλώς ή κακώς βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι εδώ. Είτε πρέπει να μείνουν, είτε πρέπει να φύγουν, δεν έχει κανείς δικαίωμα να τους εκμεταλλεύεται, γιατί κανείς δεν μπορεί να μεταχειρίζεται έτσι άλλους ανθρώπους, όποιο κι αν είναι το χρώμα ή η καταγωγή τους.

Το κερασάκι στην τούρτα είναι ασφαλώς η απόπειρα του κοινοβουλευτικού εκπρόσωπου της Νέας Δημοκρατίας, κ. Άδωνι Γεωργιάδη να δικαιολογήσει την απόφαση εντός και εκτός Βουλής. Δεν μας ενδιαφέρει, κ. Γεωργιάδη αν πιστεύετε ότι η απόφαση είναι ορθή επειδή ήταν ομόφωνη. Και 7000-0 να ήταν, πάλι θα ήταν απαράδεκτη και αδικαιολόγητη. Δεν μας ενδιαφέρει επίσης αν θέλετε οπωσδήποτε να κάνετε το ζήτημα πολιτικό, γιατί δεν είναι. Ούτε οι περισσότεροι σκεπτόμενοι κάτοικοι αυτής της χώρας ενδιαφέρονται για την κοντρίτσα σας με το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε κανένας εκτός των συνόρων.

Το μόνο που βλέπουν όλοι είναι μια χώρα όπου ο ρατσισμός και η εκμετάλλευση (γηγενών και μη) καλύπτεται και καλλιεργείται όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά και από την, ανεξάρτητη υποτίθεται, δικαιοσύνη. Αυτή την οποία για κάποιο λόγο θέλετε εσείς να υπερασπιστείτε, ακόμα και όταν λαμβάνει εξωφρενικές αποφάσεις. Αποδεικνύεται δε, ότι καταλαβαίνετε τόσα για τον ελληνικό πολιτισμό, όσα και όλοι οι ομοϊδεάτες σας του ακροδεξιού χώρου. Δηλαδή απολύτως τίποτα.

Νιώθω να με πιάνει ασφυξία. Από όλες αυτές τις ειδήσεις που μας μαυρίζουν την ψυχή. Και αναρωτιέμαι, προτού κατηγορήσουμε το Ισραήλ για τα εγκληματα που όντως διαπράττει και την αδιαφορία που δείχνει για την ανθρώπινη ζωή, μήπως πρέπει και εμείς να λογαριάσουμε πόση σημασία της δίνει η ίδια μας η χώρα; Ανθρώπους δεν καταστρέφουν μόνο τα βλήματα και οι βόμβες. Η καραμπίνα και το σφυρί του δικαστηρίου αρκούν.

 

Μουσικό Διάλειμμα #55