Παρελογισμός

Πέρασαν αρκετές μέρες από την παρέλαση; Ηρεμήσαμε λίγο; Μήπως θα μπορούσαμε να συζητήσουμε λίγο ψύχραιμα, σαν ενήλικες;

Θαυμάσια. Για κάποιο λόγο κάθε χρονιά στις μαθητικές παρελάσεις (και ειδικά της 28ης Οκτωβρίου) δημιουργείται κάποιο θέμα. Συνήθως έχει να κάνει με τα παιδιά μεταναστών και προσφύγων που έχουν το θράσος να σηκώσουν τη σημαία. Το γεγονός αυτό φαίνεται να μας ενοχλεί είτε τα παιδιά αυτά αριστεύουν στα σχολεία μας και κερδίζουν, άρα, το δικαίωμα με το σπαθί τους είτε κληρωθούν σύμφωνα με την τακτική της προηγούμενης κυβέρνησης.

Με άλλα λόγια θέλουμε να επιβραβεύονται οι άριστοι, αρκεί βέβαια να έχουν το «σωστό» χρώμα.

Την ίδια στιγμή που συμβαίνουν αυτά στην χώρα η οποία γέννησε τον Δυτικό πολιτισμό, στις ΗΠΑ υπάρχει σχολείο που διδάσκει φυσική και μαθηματικά στα Ελληνικά σε μαθητές κάθε καταγωγής και χρώματος. Τα παιδιά που φοιτούν μαθαίνουν ελληνικούς χορούς και εκτιμούν τον πολιτισμό μας με τρόπους τους οποίους θα ζήλευαν και οι «γνήσιοι» Έλληνες. Όλα αυτά είναι καλά, αρκεί βέβαια μην τολμήσει κανένας ξένος να κάνει το ίδιο στην Ελλάδα, σωστά;

parelasi nea filadelfia

Το βραχυκύκλωμα στο μυαλό των δογματικών συνέβη φέτος όταν κάποια κορίτσια θεώρησαν σωστό να προβούν σε μια διαμαρτυρία μετατρέποντας το στρατιωτικό βήμα της παρέλασης στο silly walk των Monty Python, ενώ οι αλλόθρησκοι και άλλου χρώματος σημαιοφόροι κρατούσαν τη σημαία μας με υπερηφάνεια. Τώρα τι γίνεται;

ΑΘΗΝΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ

Τι γίνεται όταν οι «ξένοι» τιμούν περισσότερο την σημαία και την εθνική μας εορτή από τα «γνήσια» Ελληνάκια μας;

Δεν ξέρω από πού πρέπει να αρχίσουμε και πού να τελειώσουμε. Από το γεγονός ότι εκτός από Έλληνες έχουν χύσει και ξένοι το αίμα τους για αυτή τη χώρα; Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πολέμησαν στην Ελλάδα μέχρι και Μαορί από τη Νέα Ζηλανδία, την Πολυνησία και τα νησιά Κουκ, μαζί με Αυστραλούς, λευκούς Νεοζηλανδούς και Βρετανούς.

Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Να πούμε για τους τόσους και τόσους φιλέλληνες της Επανάστασης; Να θυμίσουμε ότι χωρίς τις ξένες δυνάμεις (και κυρίως εξαιτίας της πίεσης της φιλελληνικής κοινής γνώμης) η Επανάσταση του ’21 θα είχε σβήσει και Ελληνικό κράτος ίσως να μην υπήρχε ποτέ; Ή μήπως να πούμε για την μακρινή «μαύρη» Αϊτή, που ήταν το πρώτο κράτος το οποίο μας αναγνώρισε;

Προσπαθώ να σας καταλάβω, ειλικρινά. Θέλουμε οι «ξένοι» να εκτιμούν τον πολιτισμό μας, να μαθαίνουν τα γράμματά μας, να αναγνωρίζουν την αθάνατη λάμψη του Ελληνικού πνεύματος αρκεί να το κάνουν έξω από τη χώρα μας;

Μήπως το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» πρέπει λίγο να αναθεωρηθεί; Μήπως πρέπει να θεωρείται Έλληνας όποιος μεγαλώνει και σπουδάζει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το αν διακρίνεται στο NBA ή οπουδήποτε αλλού; Ή μήπως δεν έχουν ενσωματωθεί εκατομμύρια Έλληνες σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, οι οποίες δεν τους αντιμετωπίζουν (πια) ως εισβολείς και παρείσακτους; Υπερηφανευόμαστε για  τους Έλληνες της διασποράς που διαπρέπουν (και θεωρούνται στις χώρες τους ισότιμοι πολίτες), αλλά εδώ για κάποιον λόγο δεν μπορεί να διαπρέπει κανένας «ξένος». Μήπως τα θέλουμε όλα δικά μας;

Εάν δεν μπορούμε να τα δεχτούμε όλα αυτά, τότε ας αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε να είμαστε μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα όπου ισχύει η ανεξιθρησκεία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ας μην προσποιούμαστε ότι λέμε «ΝΑΙ» στην Ευρώπη, ενώ στην πραγματικότητα θέλουμε να είμαστε ένα κράτος σε απομόνωση, που ζει με το όραμα της φυλετικής και θρησκευτικής «καθαρότητας». Πρόβλημα σε μία χώρα μπορούν να προκαλέσουν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που δεν αφομοιώνονται και δεν εκπαιδεύονται. Αυτοί που στοιβάζονται σε απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή εξυπηρετούνται έτσι οικονομικά συμφέροντα (ό,τι και να λέει η εκάστοτε κυβέρνηση, αλλάζει μόνο η ταμπέλα, η πολιτική ελάχιστα διαφέρει).

Οι οικογένειες που στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία θέλουν να ζήσουν και να γίνουν μέρος της κοινωνίας μας, όχι να μας «κατακτήσουν» ή να «μολύνουν» την φυλετική και θρησκευτική μας καθαρότητα. Προσέξτε το αυτό, γιατί είναι ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούσε ο Αδόλφος Χίτλερ την δεκαετία του ’30 για να μετατρέψει τη Γερμανία σε ναζιστικό κράτος. Τιμάμε αλήθεια έτσι την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου;

Και μιας και αναφέραμε τον Χίτλερ, ας δούμε τι δήλωσε γνωστός δημοκράτης Έλληνας πολιτικός για το συμβάν με τα κορίτσια.

EIMIj4jXkAAXy-1

72482905_10158017581258641_4541569887046205440_n

Όλα αυτά εν μέσω διαφόρων κραυγών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από ένθερμους πατριώτες για αίμα, ξυλοδαρμούς, δημόσιους λιθοβολισμούς, βιασμούς και δεν ξέρω εγώ τι άλλο για τις κοπέλες αυτές που όπως φαίνεται δεν είναι καν μαθήτριες ή και αν είναι δεν αποτελούσαν στην πραγματικότητα κανονικό μέρος της παρέλασης. Αν ήταν μαθήτριες φυσικά θα μπορούσαν να αποβληθούν, για ασέβεια προς την παρέλαση, σίγουρα όχι να λιθοβοληθούν ή να λυντσαριστούν γιατί δεν βρισκόμαστε στη Σαουδική Αραβία, ας πούμε ένα τυχαίο παράδειγμα. Εάν δεν είναι μαθήτριες στην πραγματικότητα δεν παραβίασαν κανέναν απολύτως νόμο και άρα δεν μπορούν να τιμωρηθούν. Σε αντίθεση με απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας του οποιουδήποτε, φυσικά.

Το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τον σκοπό ή τον τρόπο της διαμαρτυρίας είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Εκεί έπεσαν στην παγίδα άτομα που ανήκουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, καθώς λέχθηκαν διάφορα για το σκετσάκι των Monty Python (Ministry of Silly Walks) που ήταν η έμπνευση για το δρώμενο. Στην πραγματικότητα το σκετς, παρά όσα αναφέρθηκαν, δεν προκύπτει από πουθενά ότι έχει σχέση με ΑΜΕΑ ή με ανάπηρους πολέμου του Α΄ Παγκοσμίου. Όπως με μεγάλο μέρος της σάτιρας της περίφημης ομάδας, σύμφωνα με τα ίδια τα μέλη της δεν υπάρχει κανένα απολύτως κρυφό νόημα, εκτός ίσως από την στηλίτευση της βρετανικής γραφειοκρατίας η οποία θα έβρισκε τρόπο να βάλει σε νόρμες και κατηγορίες ακόμα και το ηλίθιο περπάτημα, αν χρειαζόταν.

Το ζήτημα εν προκειμένω είναι η ίδια η μαθητική παρέλαση, ο σκοπός της οποίας είναι τουλάχιστον αμφισβητούμενος. Και ο λόγος βρίσκεται ακριβώς στη ρίζα του ίδιου του εορτασμού.

Όχι επειδή, όπως λένε πολλοί προοδευτικοί, η 28η Οκτωβρίου είναι η γιορτή της έναρξης του πολέμου (για την Ελλάδα) και άρα του πνεύματος του μιλιταρισμού, ενώ θα έπρεπε να γιορτάζουμε την απελευθέρωση ή το τέλος του πολέμου, όπως οι άλλες χώρες.

Ο λόγος που εορτάζουμε το «Όχι» (ή αν θέλετε το «Alor’s c’est la guerre») του Μεταξά είναι το ότι οι Έλληνες από κάθε πλευρά του πολιτικού φάσματος ενώθηκαν απέναντι σε έναν εισβολέα και τον απώθησαν, χαρίζοντας στους Συμμάχους την πρώτη νίκη κατά του Άξονα στον πόλεμο, μετά από αλλεπάλληλες συντριβές. Δυστυχώς, αυτά που επακολούθησαν, ειδικά μετά την απελευθέρωση δεν επέτρεψαν στην ηρωική αντίσταση των Ελλήνων κατά των δυνάμεων του Άξονα να λάβει την αναγνώριση που της άρμοζε. Ενώ ο υπόλοιπος κόσμος πανηγύριζε το τέλος του πολέμου, στην Ελλάδα θρηνούσαμε ήδη τα πρώτα θύματα του Εμφυλίου. Ενώ σε άλλες χώρες οι συνεργάτες των Ναζί δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, στην Ελλάδα ξεπλύθηκαν πολεμώντας κατά των κομμουνιστών και έγιναν μέρος του πολιτικού κατεστημένου.

Τίποτα από ό,τι ακολούθησε το έπος του ’40 λοιπόν δεν είναι κατάλληλο θέμα για εορτασμούς στην Ελλάδα. Προσφέρεται, όμως, για αντικειμενική ανάλυση και μελέτη. Το γεγονός ότι θάβουμε συστηματικά αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας, αγνοούμε ότι το καθεστώς του Μεταξά ήταν καθαρά φασιστικό και το ρόλο που αυτό έπαιξε στα γεγονότα που οδήγησαν στον Εμφύλιο δεν μπορεί πάρα να οδηγεί τους πιο σκεπτόμενους από εμάς στο να έχουν βάσιμες αμφιβολίες για το αν ο εξωραϊσμός της εθνικής επετείου εξυπηρετεί πραγματικά σε βάθος χρόνου όχι μόνο την ιστορική αλήθεια, αλλά και την ερμηνεία όλης της πορείας της Ελληνικής δημοκρατίας από τότε μέχρι σήμερα.

Το ότι το έπος της Αλβανίας και της Εθνικής Αντίστασης είναι αξιομνημόνευτα γεγονότα είναι αναμφισβήτητο. Το γεγονός ότι προσπαθούμε με γνώμονα αυτά να ξεχάσουμε και να θάψουμε όλα τα επακόλουθα δεν μας επιτρέπει, όμως, ούτε να καταλάβουμε το πώς φτάσαμε ως εδώ, ούτε να αξιολογήσουμε το πώς πρέπει να πορευτούμε στη συνέχεια. Και όσο κάθε χρόνο θα κουρδίζουμε τα παιδιά μας για να παρελαύνουν, θα τους κρύβουμε την Ιστορία και θα πιστεύουμε ότι όλα θα πάνε καλά, τόσο θα κάνουμε βήμα σημειωτόν και θα συζητάμε τα ίδια πράγματα.

eon2b

 

Το επίμονο ψέμα

«Αν επαναλάβεις ένα ψέμα αρκετές φορές, τότε γίνεται αλήθεια.»

Bundesarchiv_Bild_183-1989-0821-502,_Joseph_Goebbels

Το διάσημο αυτό απόφθεγμα είναι -τι ειρωνεία- και αυτό προϊόν ψέματος: αποδίδεται εσφαλμένα στο διαβόητο Joseph Goebbels, υπουργό προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Στην ουσία αποτελεί μια ελεύθερη απόδοση της ιδέας του Μεγάλου Ψέματος, όπως την εξέθεσε ο Αδόλφος Χίτλερ στο βιβλίο ο Αγών μου. Ο ίδιος απέδιδε το Μεγάλο Ψέμα στους Εβραίους, ενώ στην πραγματικότητα περιέγραφε ακριβώς την τακτική που ακολούθησαν οι Ναζί για να τους δαιμονοποιήσουν και να τους οδηγήσουν αρχικά στο περιθώριο και στη συνέχεια στο κρεματόριο.

Όπως και να έχει, το απόφευγμα ισχύει. Θέλετε ένα παράδειγμα; Κάθε χρόνο στη χώρα μας τέτοιες μέρες ακούμε τα ίδια: δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο.

Φέτος την τιμή είχε ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής κ. Λαγός:

Ο κ. Λαγός φυσικά χρησιμοποιεί μια άλλη προσφιλή τακτική προπαγάνδας: κρύβει το ψέμα μέσα σε μια αλήθεια. Όπως είπε δεν υπήρξε νεκρός μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου, πράγμα που ισχύει. Όπως τουλάχιστον καταγράφεται και στο πόρισμα της πιο έγκυρης μέχρι σήμερα έρευνας πάνω στο θέμα, εκείνης του κ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη που δημοσιεύτηκε το 2004, οι 23 επιβεβαιωμένοι νεκροί των γεγονότων του Πολυτεχνείου δέχθηκαν πυρά ή επιθέσεις από τις 16-18/11/1973 και είτε πέθαναν ακαριαία, είτε έως και τον Δεκέμβριο του 1973 σε κάποιο νοσοκομείο. Ο 24ος δεν είναι εξακριβωμένο αν σκοτώθηκε στην Αθήνα ή στην ταυτόχρονη κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Και ο κατάλογος αυτός δεν είναι απαραίτητα πλήρης γιατί όπως γνωρίζουμε η αλήθεια και ένα δικτατορικό καθεστώς δεν έχουν τις καλύτερες σχέσεις.

Κατά μία έννοια, λοιπόν, ο κ. Λαγός έχει δίκιο. Δεν σκοτώθηκε κανείς μέσα στο Πολυτεχνείο. Οι νεκροί δεν ήταν καν απαραίτητα φοιτητές. Κάποιοι ήταν απλοί άνθρωποι που εξέφρασαν την συμπαράστασή τους στους καταληψίες, άλλοι απλώς παρακολουθούσαν τα γεγονότα από κάποια ταράτσα ή μπαλκόνι. Αυτό που δεν μας εξηγούν οι νοσταλγοί και απολογητές της Χούντας όλα αυτά τα χρόνια είναι το τι σημασία έχει πού σκοτώθηκαν οι άνθρωποι αυτοί. Σημασία έχει το ότι άρματα μάχης, ακροβολιστές και ένοπλοι στρατιώτες και αστυνομικοί έσπειραν το θάνατο επί τρεις ημέρες, προκειμένου να καταστείλουν μια ειρηνική διαμαρτυρία κατά του φασισμού.

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοτωθεί κανείς, ακόμα κι αν είχαν «απλά» συρθεί στα υπόγεια της ΕΑΤ-ΕΣΑ για να «ανακριθούν» από την Αστυνομία με τους γνωστούς σε όλους μας τρόπους, θα ήταν άραγε αυτό άλλοθι για τη Δικτατορία; Βέβαια, οι νεκροί δεν συγκαλύπτονται το ίδιο εύκολα. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ακόμα και το 2018, 45 χρόνια μετά τα μοιραία γεγονότα, συζητάμε ακόμα το θέμα αυτό, αποδεικνύει ένα πράγμα: δε θα πάψουν ποτέ.

Δε θα πάψουν ποτέ να επαναλαμβάνουν το ψέμα. Θα το επαναλαμβάνουν μέχρι να το πιστέψουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Μέχρι να μην υπάρχει πια κανείς που να ενδιαφέρεται να ψάξει την αλήθεια. Και τότε το ψέμα τους αυτομάτως θα μετατραπεί σε Ιστορία.

Κάθε χρόνος που περνά μας απομακρύνει από τα γεγονότα. Η στεγνή, μονότονη επανάληψη των ίδιων επίσημων τελετών μάς κάνει αδιάφορους. Τα ντοκουμέντα ξεθωριάζουν και φαίνονται ανούσια και βαρετά μπροστά στα καθημερινά προβλήματα, μπροστά στην αποτυχία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, μπροστά στην εξαργύρωση του αντιδικτατορικού αγώνα από ορισμένους σε αστραφτερό πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο βούτηξε μοιραία στη λάσπη και έχασε κάθε αξία.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν έχει πραγματικά σημασία. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε, κάθε χρόνο, κάθε μέρα αν γίνεται, είναι ότι πολλοί αθώοι άνθρωποι έδωσαν κάποτε το αίμα τους, όπως έχει γίνει πολλές φορές μέσα στην Ιστορία, ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να εκφραζόμαστε και να ζούμε ελεύθεροι. Κατά το δυνατόν.

Ειδικά αυτή τη στιγμή, στην οποία ο ολοκληρωτισμός βρίσκεται σε άνοδο παγκοσμίως, πρέπει να θυμόμαστε ποια είναι η αλήθεια και ποιο είναι το μεγάλο, επίμονο ψέμα. Και ποιοι είναι αυτοί που το επαναλαμβάνουν.

Όπως κάποτε ο κ. Γεωργιάδης, όταν δεν είχε λόγους να κρύβεται.

Η Πτώση

Falling Up

Falling Up, πίνακας του Ken Vrana

Το 2012, μεσούσης της κρίσης, αποφάσισα να ξεκινήσω το παρόν ιστολόγιο. Όπως είχα γράψει κάποια στιγμή, πίστευα ότι υπήρχαν δύο τρόποι αντίδρασης στο φαινομενικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζε η χώρα μας: ο ένας συμπεριλάμβανε εξέγερση και μολότωφ και ο άλλος ανάλυση και διάλογο. Και επειδή είναι πεποίθησή μου ότι η βία δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει, το μόνο που θα μπορούσα να κάνω είναι να γράψω.

Αυτό συνεχίστηκε για τρία και πλέον χρόνια, ώσπου σταδιακά εγκατέλειψα την προσπάθεια. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά θα σταθώ στους πιο βασικούς: καταρχήν μου δινόταν η αίσθηση ότι βρίσκόμουν σε αυτό που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν «echo chamber», δηλαδή έναν περιορισμένο χώρο στον οποίο οι απόψεις μου ήταν αποδεκτές ή, έστω, κατανοητές αλλά ταυτόχρονα περιορισμένες. Τίποτα δεν περνούσε έξω από τον χώρο αυτό και, αν περνούσε, λάμβανε μια ετικέτα η οποία αυτομάτως το καθιστούσε ανεπιθύμητο στο κοινό του λεγόμενου συντηρητικού χώρου.

Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει επειδή, όπως οι περισσότεροι από εμάς έχουν αντιληφθεί, η βούληση για ουσιαστικό διάλογο έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό. Παντού επικρατεί πόλωση και σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται για την άποψη του άλλου. Αυτό που θέλουν οι περισσότεροι είναι να αποδείξουν ότι η δική τους άποψη είναι η σωστή. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την επιβάλουν δια της βίας. Και αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται σε άτομα πολιτικοποιημένα ή μη, κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου και από κάθε χώρο.

Ο δεύτερος λόγος είναι η μάλλον αναμενόμενη, όσο και ολοκληρωτική απογοήτευση που προήλθε από την αποτυχία της πρώτης «αριστερής» κυβέρνησης όχι να κάνει όσα είχε δεσμευτεί (πράγμα το οποίο ήταν μη ρεαλιστικό, έτσι κι αλλιώς) αλλά έστω να μετριάσει λίγο τον αντίκτυπο της κρίσης και να διαπραγματευτεί μέτρα τα οποία θα ήταν λιγότερο φονικά για τους πολίτες. Προφανώς αυτό το γεγονός οδήγησε και στη βουβαμάρα την οποία βιώνουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος, καθώς κόμματα τα οποία ανήκουν (θεωρητικά) σε όλο το πολιτικό φάσμα ακολούθησαν λίγο-πολύ τις ίδιες πολιτικές, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία.

Το θέμα, όμως, δεν είναι ποιος μπορούσε να ακρωτηριάσει τη χώρα με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Το θέμα είναι ότι η «θεραπεία» αυτή δεν ήταν έτσι κι αλλιώς η ενδεδειγμένη. Ο ασθενής κρατήθηκε με τη βία ζωντανός, αλλά οι παθογένειες δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ. Άρα, είναι θέμα χρόνου η επανεμφάνιση της νόσου. Και όταν συμβεί αυτό, δε θα υπάρχει πλέον τίποτα να κοπεί.

Ο τρίτος και σημαντικότερος, ίσως, λόγος είναι ότι η λυπηρή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν οφείλεται μόνο στις εσωτερικές μας αδυναμίες, αλλά είναι γενικότερο σύμπτωμα της διαδικασίας αποσύνθεσης στην οποία βρίσκεται ο καπιταλισμός. Η διαφορά μας με τις περισσότερες άλλες χώρες της Δύσης είναι ότι η κρίση του 2008 μας βρήκε πιο ανοχύρωτους ακριβώς λόγω των παθογενειών που προαναφέραμε.

Ωστόσο, οι ίδιες παθογένειες υφίστανται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και σε άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ενώ τα εγγενή προβλήματα τα οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δύσης κρύβουν συστηματικά κάτω από το χαλί αργά ή γρήγορα θα γίνουν αισθητά παντού. Τα προβλήματα αυτά οδηγούν σταδιακά όσο και αναπόφευκτα στην πτώση προς τον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός πάρει τη μορφή ενός ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, είτε την παραδοσιακή μορφή του φασισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά δεν θέλει να τα ακούσει κανείς, ειδικά στη χώρα μας. Οι ευθύνες και εδώ, αλλά και στο εξωτερικό πέφτουν στους «ηλίθιους» και «αμόρφωτους» ψηφοφόρους, στην «ανικανότητα των φτωχών να πάρουν σωστές αποφάσεις» και στον τυχοδιωκτισμό κάποιων υποψηφίων που αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες περιπτώσεις αντί για συστημικό σύμπτωμα. Με τον τρόπο αυτό διευρύνεται ακόμα περισσότερο το χάσμα, ενισχύεται η πόλωση και σπρώχνονται όλο και περισσότεροι προς το λαϊκισμό.

Παρατηρήσαμε το φαινόμενο, εδώ και στις ΗΠΑ, μεγάλο μέρος της ελίτ των καλλιτεχνών και διανοουμένων να στηρίζει τη «λογική» επιλογή στις εκλογές, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η «λογική επιλογή» δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό για να αποφευχθεί η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, αλλά και το ότι οι φτωχοποιημένοι ψηφοφόροι δεν μπορούν να λάβουν στα σοβαρά τις συμβουλές και παροτρύνσεις ανθρώπων που, καλώς ή κακώς, βγάζουν περισσότερα σε ένα μήνα από ότι οι ίδιοι σε μια δεκαετία και βάλε.

Και αυτό επειδή δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει καμία διαβεβαίωση ότι οι μέθοδοι που ακολουθούνταν έως σήμερα στην οικονομία θα οδηγήσουν σε έξοδο από την κρίση για την πλειοψηφία των πολιτών. Τα μακροοικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι η φτώχεια μειώνεται παγκοσμίως, αυτό όμως συμβαίνει όχι επειδή ο πλούτος μοιράζεται πιο δίκαια στο σύνολό του, αλλά επειδή ό,τι περισσεύει από το 1% μοιράζεται σε περισσότερους. Η μεσαία τάξη συρρικνώνεται και ο αριθμός όσων ζουν στα όρια της φτώχειας αυξάνεται.

Το παρόν μοντέλο είναι μη βιώσιμο και όχι μόνο λόγω της άνισης κατανομής του πλούτου, αλλά επειδή η ανάπτυξη, την οποία έχουμε αναγάγει σε θρησκεία του 21ου αιώνα, τροφοδοτείται ακόμα και τώρα στο μεγαλύτερο μέρος από μη βιώσιμες πηγές, οι οποίες και θα εξαντληθούν, αλλά και επιβαρύνουν το περιβάλλον με καταστροφικές μεσοπρόθεσμες και ενδεχομένως μοιραίες μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων, δηλαδή της φτωχοποίησης του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού, της πολιτικής και ηθικής κρίσης στην οποία οδηγεί η διευρυνόμενη ανισότητα, της αλόγιστης χρήσης μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, του μη βιώσιμου οικονομικού μοντέλου της συνεχούς ανάπτυξης, της κλιματικής αλλαγής και καταπόνησης του περιβάλλοντος και των γεωπολιτικών συνεπειών όλων των παραπάνω είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγήσει τον πολιτισμό μας σε ολική κατάρρευση μέσα στις επόμενες δεκαετίες, εκτός και αν λάβουμε άμεσα μέτρα σε όλα τα επίπεδα.

Μπροστά στην άμεση και αναγνωρίσιμη πλέον απειλή για την ύπαρξή μας, οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας μοιάζουν με τεχνική λεπτομέρεια, όσο κι αν μας επηρεάζουν άμεσα. Ποιος, όμως, είναι διατεθημένος να τα ακούσει ή να τα διαβάσει όλα αυτά μέσα στην κρίση, η οποία συνεχίζεται παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης για το αντίθετο; Ελάχιστοι.

Συν τοις άλλοις πιστεύω ότι το κοινωνικό, πολιτικό και, τελικά, οικονομικό τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε μας καθιστά ανίκανους να αλλάξουμε σημαντικά την κατάστασή μας (προς το καλύτερο) σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οποιοδήποτε καταλυτικό γεγονός είναι σε θέση να αλλάξει το οτιδήποτε στην Ελλάδα θα προέλθει, μοιραία, απέξω.

Βρισκόμαστε, έτσι, σε κατάσταση αναμονής, προσποιούμενοι εντωμεταξύ ότι κάτι γίνεται. Βγαίνουμε, υποτίθεται, από τα μνημόνια, περιμένουμε τις εκλογές οι οποίες υποτίθεται πως θα αλλάξουν κάτι περισσότερο από τα ονόματα σε μπρούτζινες διακοσμητικές πλάκες, περιμένουμε το επόμενο μεγάλο συμβάν, είτε θα είναι πυρκαγιά, είτε πλημμύρα, είτε σεισμός, το οποίο θα εκθέσει και πάλι το πόσο ανέτοιμος είναι ο κρατικός μηχανισμός να το αντιμετωπίσει. Και θα συνεχίσει να είναι στο μεγαλύτερο βαθμό, ακόμα και μετά τις εκλογές.

Γενικώς αναμένουμε.

Μια φαινομενικά αναπόφευκτη πτώση.

Η αρχή του τέλους;

12324-itok=LQ0Ks41a

Τα πράγματα δεν είναι απλά. Και με αυτό δεν εννοώ αυτό που θα ακολουθήσει μετά το ιστορικής σημασίας δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας για την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα επακόλουθα σίγουρα δεν είναι απλά, ακόμα και αν πάμε σε ένα, θεωρητικά λιγότερο επώδυνο, ενδεχόμενο «ντρίπλας» σαν εκείνη που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το δικό μας αντίστοιχο δημοψήφισμα.

Και αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει γιατί, όπως επισημάνθηκε από τον Independent, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν έχει ουσιαστικά νομική ισχύ. Μπορεί, λοιπόν, κάλλιστα να «κολλήσει» στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, πράγμα που πολύ θα βολέψει για να βγει η Αγγλία από την εξαιρετικά άβολη θέση που τη φέρνει, μεταξύ άλλων, το δικό της «έξω» με το «μέσα» της Σκωτίας. Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι, «απλώς», το κύρος της δημοκρατίας.

Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε μια εξαιρετικά εκτεταμένη παρένθεση και να φιλοσοφήσουμε πάνω στη φύση και τις αδυναμίες της δημοκρατίας, αλλά το αποτέλεσμα θα παραμείνει το ίδιο: η Μεγάλη Βρετανία συνολικά αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα είναι να εντοπιστούν οι λόγοι που οδήγησαν εδώ. Λυπάμαι αν σας χαλάω την απλή και βολική σας εξήγηση, αλλά δε φταίνε ούτε οι «γέροι», ούτε οι ακροδεξιοί, ούτε οι αμόρφωτοι. Φυσικά, οι μεγάλες ηλικίες όντως προτίμησαν το «Brexit», όπως έγινε ασφαλώς και με τους ακροδεξιούς οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι και άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Αλλά η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο. Ποτέ δεν είναι. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που περιορίζεται μόνο στη Βρετανία ή στην Ελλάδα. Είναι πανευρωπαϊκό. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το φαινόμενο Τραμπ, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα είναι μάλλον παγκόσμιο. Ας παραμείνουμε, όμως, στην Ευρώπη.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένωση περισσότερο στο όνομα, παρά στην πράξη. Το εγχείρημα «κόλλησε» στο φιάσκο του Ευρωσυντάγματος καθώς, όπως μας έχουν επισημάνει αρκετές φορές οι φίλοι μας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι αδύνατον να υπάρξει νομισματική ένωση, χωρίς πολιτική ένωση. Η Ε.Ε. αποτελείτο μέχρι χθες από 28 μέλη, 19 εκ των οποίων έχουν κοινό νόμισμα. Από κει και πέρα όμως;

Δε χρειάζεται να διαθέτει κανείς εις βάθος γνώση των διεθνών σχέσεων για να καταλάβει ότι η προσφυγική κρίση ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα της αποτυχίας της Ε.Ε. να δείξει ουσιαστική ενότητα και αλληλεγγύη. Για να το αντιληφθούμε αυτό, αρκεί να φανταστούμε ότι η Ελλάδα αποτελείται από ομόσπονδα κρατίδια. Με το που φθάνουν οι πρόσφυγες ας πούμε στη Λέσβο, τα υπόλοιπα κρατίδια αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορά τους και να αφήσουν τους πρόσφυγες εγκλωβισμένους στο νησί. Ταυτόχρονα και ενώ η Λέσβος είναι εν γνώσει τους σε κακή οικονομική κατάσταση, κυριολεκτικά πετούν χρήματα στην Τουρκία για να εξασφαλίσουν ότι θα περιορίσει την ροή των μεταναστών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή εγγύηση για αυτό. Η Αθήνα μπορεί να διατυμπανίζει ότι έχει τις πόρτες της ανοιχτές στους πρόσφυγες, αλλά εφόσον αυτοί δεν μπορούν να φύγουν από τη Λέσβο, η δήλωση αυτή έχει μάλλον θεωρητικό χαρακτήρα. Θα είχε αυτή η κατάσταση νόημα σε μια ενωμένη χώρα; Σίγουρα όχι. Πώς μπορεί, λοιπόν, να έχει νόημα σε μια πραγματική ένωση κρατών;

Πώς γίνεται σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει, υποτίθεται, κοινά σύνορα να επιτρέπεται σε μεμονωμένα μέλη να τα κλείνουν κατά βούληση, συνάπτοντας μάλιστα συμφωνίες με μη μέλη και αστυνομεύοντας τα σύνορά τους; Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή κύρωση ή, έστω, μια αντίδραση ανάλογη της σοβαρότητας του ατοπήματος αυτού. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Ιρλανδία παραμένουν μέχρι σήμερα εκτός ζώνης Σένγκεν.

Πώς εξηγείται σε μια οικονομική ένωση σε πορεία νομισματικής ενοποίησης η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία να αρνείται να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα; Πέρα από τη Μεγάλη Βρετανία, εκτός παραμένουν οικειοθελώς η Σουηδία (7η σε μέγεθος στην Ε.Ε.), η Πολωνία (8η), η Δανία (11η) και η Τσεχία (16η). Η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία είχαν πάρει… χαρτί από γιατρό και δεν υποχρεούνταν να μπουν στο Ευρώ παρά μόνο εάν το ζητούσαν. Οι υπόλοιπες χώρες υποτίθεται ότι έχουν υποχρέωση, αλλά μόνο αν δεχθούν να μπουν στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών II, κίνηση που είναι προαιρετική. Η Σουηδία παίζει με αυτόν τον τρόπο τις «καθυστερήσεις» από το 2003, οπότε απέρριψε το Ευρώ με δημοψήφισμα. Και αυτό έγινε στις εποχές των παχιών αγελάδων…

Δεν ξέρω αν έχετε την ίδια αίσθηση με μένα, αλλά στην αντίληψή μου η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια χώρα μονίμως με το ένα πόδι έξω από την Ε.Ε. Αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να αποχωρήσει πραγματικά μια χώρα από την Ένωση ποια θα ήταν η πιο πιθανή υποψήφια;

Μία άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η συστημική χειραγώγηση των ΜΜΕ (ένα από τα πολλά επιτεύγματα το οποίο δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστικότητα της Ελλάδας). Όπως εδώ, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρό προβάδισμα του Bremain με 7 μονάδες. Πολλοί πίστεψαν ότι η παραμονή ήταν σίγουρη και ψήφισαν Brexit, έτσι για να μην τους έχουν οι Ευρωπαίοι για δεδομένους. Ή επειδή κατά βάθος θα προτιμούσαν να είναι μόνοι στο νησί τους, αλλά χωρίς να θέλουν στα σοβαρά το ρίσκο του Brexit. Μόνο και μόνο για να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη.

Όπως και να έχει, το πρόβλημα είναι ότι η Ε.Ε. δεν έχει πείσει ότι αποτέλεί πραγματικά το δρόμο προς την ευημερία. Όσο η Γερμανία πιέζει για περισσότερη λιτότητα και βάζει την προστασία της Bundesbank πάνω από την ευημερία των πολιτών της Ευρώπης, όσο το οικονομικό μοντέλο που προωθείται είναι εκείνο της ανταγωνιστικότητας χωρίς να εξετάζεται η βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου, με λίγα λόγια όσο ο στόχος είναι να εξυπηρετούνται οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι, τόσο οι ακραίες τάσεις θα ενισχύονται, τόσο θα ωθούνται οι ψηφοφόροι προς τα λαϊκίστικα κόμματα και τόσο πιο κοντά θα βαδίζουμε στο γκρεμό, είτε αυτός εκδηλωθεί με έναν ακόμα πόλεμο, είτε με κάποιο ολοκληρωτικό μόρφωμα. Είτε και στα δύο μαζί, κατά σειρά.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία χάνουμε εστιάζοντας αποκλειστικά στους «αμόρφωτους γεροφασίστες» που ψήφισαν υπέρ του Brexit. Πρώτον: τι ακριβώς εννοεί η Μέρκελ όταν δηλώνει το εξής:

«Ακόμη και αν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς για μας, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν μια ιδέα ειρήνης. Βλέπουμε όλοι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Η ειρήνη που έχουμε στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια, δεν είναι αυτονόητη.»

Δεύτερον, ήταν πραγματικά τόσο σημαντικός λόγος η ενδοκομματική διαμάχη για τον Κάμερον ώστε να πάρει το ρίσκο ενός τέτοιου δημοψηφίσματος; Είναι άραγε εγκληματικά ηλίθιος ή υπάρχει κάποια άλλη σκοπιμότητα;

Και τρίτον: ποιος είναι ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το παιχνίδι και με ποιον τρόπο σκοπεύει να συσφίξει τις σχέσεις της με μια απομονωμένη Αγγλία, η οποία κινδυνεύει ακόμα και να χάσει τη Σκωτία και την Ιρλανδία;

Η Ε.Ε. δεν γεννήθηκε απλώς και μόνο για να πάρει τη μορφή μιας ενιαίας και ομοιόμορφης αγοράς. Ο βαθύτερος και ουσιαστικός λόγος ήταν να αποφευχθεί η γένεση μιας ακόμα, τρίτης καταστροφικής παγκόσμιας σύρραξης. Παρόλα αυτά, οι ηγέτες της Ευρώπης φαίνεται να το ξεχνούν αυτό και ενώ ακολουθούν πολιτικές, οι οποίες σταδιακά εξαθλιώνουν τους πολίτες τους και υποβαθμίζουν άμεσα τη δημοκρατία (βλ. TTIP, CETA), απορούν όταν οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων δεν είναι λογικές ή ψύχραιμες.

Αυτό δεν αφορά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς. Αυτό αφορά και την Ελλάδα και τις πλείστες όσες παθογένειές της, οι οποίες ωστόσο δεν πρόκειται ποτέ να εξαλειφθούν με τη θεραπεία-σοκ στην οποία επιμένει η γερμανική κυβέρνηση. Αφορά και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία η ακροδεξιά ανεβαίνει συνεχώς.

Δύο είναι τα πιο σημαντικά μαθήματα που οφείλουμε να αποκομίσουμε από αυτή τη συγκυρία: πρώτον, ότι δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ούτε η αρχή, ούτε το τέλος των προβλημάτων της Ε.Ε. Πέρσι τέτοια εποχή μιλούσαν όλοι για την Ελλάδα μεν, αλλά φέτος το show αναμένεται πολύ πιο συναρπαστικό κι ενδιαφέρον. Δεύτερον, αδαείς, ανενημέρωτους και ευκολόπιστους πολίτες έχουν κι αλλού, ακόμα και στην «καλλιεργημένη» Μεγάλη Βρετανία και είναι, μάλιστα, πολύ περισσότεροι απ’ ότι νομίζαμε.

Αν θέλουμε κάποια στιγμή να λύσουμε τα δικά μας θέματα, τότε θα πρέπει να πάψουμε να ταλαντευόμαστε σαν εκκρεμή από τον απόλυτο εγωκεντρισμό στην απόλυτη αυτό-απαξίωση και να δούμε τα πράγματα κάπως αντικειμενικά.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση… μακάρι να είχα κάτι καλό να σας πω. Το Brexit, εάν τελικά πραγματοποιηθεί, μοιάζει πραγματικά να σφραγίζει την αρχή του τέλους της Ε.Ε.

 

Μουσικό Διάλειμμα #63

 

Πολύ σκληρός για να αποφασίσει

Jesus facepalm

Τους βαρέθηκα.

Όχι μόνο εγώ, φυσικά, αλλά κι εγώ μαζί με εκατομμύρια άλλους. Τα κανάλια βρήκαν και έναν κομψό όρο για να μας χαρακτηρίσουν. Είμαστε, λέει, «σκληροί αναποφάσιστοι». Για την ακρίβεια, ο όρος δεν είναι και πολύ νέος. Ο κόσμος απλά σκλήρυνε και το δημογραφικό σύνολο αυξήθηκε. Και το «σκλήρυνε» δε λέει και πολλά: ο Έλληνας μάλλον έμεινε από εναλλακτικές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε. Όχι μόνο στη διαπραγμάτευση. Με δεδομένη την ακραία στάση της Γερμανίας που ξεπέρασε κάθε όριο θράσους και μας πρότεινε να βγούμε για λίγο, να υποστούμε όλες τις συνέπειες ενός GRexit και μετά να επιστρέψουμε στη μέγγενη του Ευρώ, η αποτυχία ήταν σχεδόν βέβαιη, πέρα από την απειρία και τους όποιους άστοχους χειρισμούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε επειδή δεν έκανε ούτε το ελάχιστο απ’ όσα θα περίμενε κανείς. Αν, ας πούμε το άνοιγμα της ΕΡΤ θεωρηθεί ως μια χαρακτηριστική κίνηση της κυβέρνησης, τότε αυτό που έκανε γενικά ήταν να διορθώσει ένα λάθος με άλλο ένα λάθος.

Το όνειρο του διαχωρισμού κράτους-Εκκλησίας, το οποίο φυσικά και θα απέφερε μεγάλο δημοσιονομικό όφελος στο κράτος και το οποίο είναι κάτι που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς από την «πρώτη φορά Αριστερή» κυβέρνηση, πέθανε πολύ νωρίς, πριν από τις τελευταίες εκλογές. Αλλά ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης; Συνειδητοποιούμε, βέβαια, ότι το δεύτερο μάλλον προσέκρουσε στις δεξιές ευαισθησίες του Πάνου Καμμένου, όπως ίσως και αρκετά άλλα. Τον καταλαβαίνω, βέβαια, τον Πάνο. Αν ήμουν γυναίκα και ήταν η μόνη μου επιλογή από το «ισχυρό» φύλο, μάλλον θα άλλαζα στρατόπεδο. Πρέπει κι αυτός να προστατέψει λοιπόν την υφαλοκρηπίδα του.

Ούτε καν στο μείζον θέμα του μεταναστευτικού δεν έγινε κάτι. Εκτός από το ότι μάθαμε πως οι πρόσφυγες από τη Συρία έρχονται για να λιαστούν στην Ελλάδα. Ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κλείσιμο των συνόρων δεν είναι λύση. Λύση, όμως, δεν είναι και η απόλυτη απραξία.

Η ουσία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό, με μόνη λαμπρή εξαίρεση τη συνετή στάση που εμπόδισε περαιτέρω μέτρα κατά της Ρωσίας από την ΕΕ, συμβάλλοντας ίσως έτσι στο να μη περάσουμε το πιο θερμό καλοκαίρι από καταβολής κόσμου. Ο κίνδυνος δεν απετράπηκε εντελώς, βέβαια. Όσοι ενδιαφέρονται να εξαφανιστεί αυτό το περίεργο δίποδο που καταπατεί τον θαυμαστό γαλάζιο μας πλανήτη θα έχουν κι άλλες ευκαιρίες για να πραγματοποιηθεί η ευχή τους.

Η ΝΔ ξεφορτώθηκε την ακροδεξιά πέτρα που είχε γύρω από το λαιμό της τα τελευταία χρόνια. Οποιοσδήποτε ακολουθούσε τον Αντώνη Σαμαρά, με εξαίρεση τα φασιστοειδή πουλέν Βορίδη και Γεωργιάδη, θα ήταν βελτίωση. Και βέβαια ο ακροδεξιός πυρήνας βρίσκεται ακόμα εκεί, δίπλα-δίπλα με τον παλιό, καλό παλαιοκομματικό μηχανισμό της ΝΔ. Αλλά ο Βαγγέλας δεν κάνει για πρωθυπουργός, παιδιά, ούτε καν των νησιών Φερόες. Και ποιος κάνει, θα μου πείτε. Ας αλλάξουμε κατηγορία, να πάμε…

ΠΑΣΟΚ. Φώφη Γεννηματά. Ο πατέρας της θα γυρίζει στον τάφο του με αυτά που βλέπει. Στο ΠΑΣΟΚ του ’80 έλυναν το πρόβλημα των πιο αξιοπρεπών στελεχών ξεκάνοντάς τους. Όχι, δεν εννοώ τον Κουτσόγιωργα. Το αποτέλεσμα αυτής της παρά φύσει επιλογής είναι καταφανές σήμερα. Και δε μου λείπει ο Βενιζέλος, καθόλου. Από πολλές απόψεις έμοιαζε με μια παραφουσκωμένη εκδοχή του Ανδρέα. Ικανότατος, δεινός ρήτορας, πανέξυπνος, χωρίς τη χαρισματικότητα του Παπανδρέου, αλλά με εξίσου έντονη επιθυμία να κυβερνήσει και να κάνει καλό μόνο στον εαυτό του. Και να προσφέρει πλήρη ασυλία σε κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά θα βάλει το χέρι της στο μέλι. Στην περίπτωση αυτή η Φώφη αποτελεί βελτίωση υπό την έννοια ότι μπορεί επιτέλους να στείλει το ΠΑΣΟΚ στο τελευταίο του ραντεβού με την Ιστορία.

ΚΚΕ. Μιας και μιλάμε για Ιστορία να πάμε και στο πλέον ανιστόρητο κόμμα της ελληνικής Βουλής, το οποίο ακόμα μουρμουράει μέσα από τα δόντια του όταν αναφέρεται ο Στάλιν και ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι το μοναδικό καθαρό «πρότυπο» του μοντέλου που υποστηρίζει είναι η Βόρεια Κορέα. Και μπορεί ο κ. Κουτσούμπας να μην είναι τόσο αχώνευτος όσο ο Κιμ Γιόνγκ-ουν, αλλά αυτό ποσώς θα μας ενδιαφέρει αν ποτέ πραγματοποιηθεί το απόλυτα απευκταίο ενδεχόμενο, ακόμα και για το ίδιο το ΚΚΕ: όχι να ανέβει η Χ.Α., αλλά να κυβερνήσει το ίδιο.

ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. Πώς μ’αρέσει η ειρωνεία. Να διαλύεις ένα κόμμα και να βγάζεις το δικό σου που αποσχίστηκε ΕΝΟΤΗΤΑ. Ο Λαφαζάνης είναι, αν μη τι άλλο, σπουδαίος κωμικός. Η δεύτερη απόδειξη είναι ότι συνεργάζεται με τη Ζωή.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα

ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ. Ο Βασίλης Λεβέντης τώρα δικαιώνεται. Σκεφθείτε λίγο τις αφίσες του, που κόσμησαν την Αθήνα σε αυτή την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη προεκλογική περίοδο που μας φόρτωσαν. Η ερώτηση που πρέπει να γίνει είναι: πού βρέθηκαν τα λεφτά; Ο κ. Λεβέντης αναζητούσε επί 20 χρόνια σπόνσορα, χτυπώντας την πόρτα σχεδόν κάθε επιχείρησης του Λεκανοπεδίου. Εκτός κι αν βρήκε την κρυψώνα του Γιωργάκη «λεφτά υπάρχουν», κάποιος άλλος πρέπει να ενδιαφέρθηκε να τον στηρίξει. Αναρωτιέμαι τι να λέει ο ΣΚΑΙ για αυτό.

ΑΝΕΛ. Α ναι είναι και αυτοί. Η συνεισφορά τους στην απραξία και αναποτελεσματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα τα επίπεδα ήταν καθοριστική. Είμαι βέβαιος ότι ο λαός θα τους δώσει τη θέση που τους αξίζει.

ΠΟΤΑΜΙ. Άφησα το Ποτάμι για το τέλος. Σε ένα γενικά εύστοχο κείμενό του ο κ. Γεωργακόπουλος περιγράφει γλαφυρά την πολιτική κατάσταση της χώρας. Εκεί που, για μένα, το χαλάει αρκετά είναι το Ποτάμι. Ιδέα δεν έχει λέει ο συνάδελφος blogger (ναι, γράφω πλέον μια φορά το δίμηνο και είμαι και blogger, τρομάρα μου) γιατί δεν πάει καλά το Ποτάμι. Επιτρέψτε μου να σας διαφωτίσω, λοιπόν. Το Ποτάμι δεν μετακινείται από το 6% επειδή οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονται τον Σταύρο Θεοδωράκη. Γνωρίζουν τις στενές του σχέσεις με την οικογένεια Παπανδρέου (και Σημίτη) κατά το παρελθόν, όπως και τις πολύ πιο στενές του σχέσεις με τον κ. Μπόμπολα. Βλέπετε, για το χάλι που έχουμε σήμερα δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί και οι πολίτες που τους ψήφιζαν, αλλά σε εξίσου μεγάλο βαθμό και το καρτέλ των ΜΜΕ, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια κατευθύνει συστηματικά την κοινή γνώμη. Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που εγώ δεν ρίχνω το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στον Έλληνα πολίτη για το χάος που συστηματικά παραλαμβάνει κάθε κυβέρνηση από το 1981 και μετά.

Στην Ελλάδα σήμερα και οι τέσσερις εξουσίες είναι χωμένες στη διαφθορά και το έργο του Τύπου είναι να κατευθύνει τα πρόβατα στον επόμενο λύκο. Αυτό, λοιπόν, είναι το πρόβλημα του Ποταμιού. Και επειδή εγώ και πολλοί άλλοι δεν έχουμε καμία όρεξη να ψηφίσουμε κάποιον μηντιάρχη βρισκόμαστε κάτω από την αμφιβόλου ποιότητας ταμπέλα του «σκληρού αναποφάσιστου».

Και τι κάνουμε τώρα; Κι άλλη υπομονή;

Υ.Γ.:

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Αχ, αυτές οι νεανικές τρέλες που δεν ξεπερνιούνται ποτέ…

Sieg Geil

Ζιγκ Χάιλ.

Μουσικό Διάλειμμα #61

Διχασμός

Division Bell

To 1994 οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν το 14ο τους άλμπουμ με τίτλο Division Bell. Η έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από το ομώνυμο καμπανάκι το οποίο ηχεί όποτε καλούνται να ψηφίσουν τα μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου ή της Βουλής των Λόρδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί αναγνωρίζουν με τον τρόπο αυτό ότι κάθε ψηφοφορία ή απόφαση δημιουργεί αυτομάτως διχασμό.

Το βασικό θέμα του άλμπουμ επικεντρώνεται στη δυνατότητα (και επιλογή) των ανθρώπων να λύνουν τα προβλήματά τους συζητώντας τα, παρόλο που οι απόψεις και οι επιλογές τους μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετες. Το ίδιο το εξώφυλλο, με τα πανομοιότυπα πρόσωπα, το ένα απέναντι από το άλλο σαν αντανακλάσεις, συμβολίζει ακριβώς αυτό: ότι παρά τις διαφορές μας είμαστε ίδιοι με τους συνανθρώπους μας και το μόνο που μας χωρίζει είναι η πλευρά της πραγματικότητας που επιλέγουμε. Ακόμα καλύτερα, η ερμηνεία που της δίνουμε εμείς.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι τα πρόσωπα, μισά και δισδιάστατα όπως φαίνονται στο προφίλ τους, αν ενωθούν θα σχηματίσουν ένα ολοκληρωμένο τρισδιάστατο σύνολο. Αυτό που μπορεί να τα ενώσει είναι η φωτεινή γραμμή της επικοινωνίας. Όχι η απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει το ένα το άλλο ότι η δική του πλευρά είναι η «σωστή», αλλά η κοινή προσπάθεια για προσέγγιση της αλήθειας και από τις δύο πλευρές.

Αυτό δε θα βοηθούσε μόνο εμάς που διχαζόμαστε στην Ελλάδα για το «ΝΑΙ» ή για το «ΟΧΙ», αλλά και για το διάλογο μεταξύ Ελλάδας και εταίρων. Να αναγνωριστούν τα αμοιβαία λάθη και να υπάρξει προσπάθεια για μια λύση. Φυσικά, αυτό γίνεται δύσκολο έως αδύνατον όταν το ένα από τα δύο μέρη είτε δεν έχει πραγματική βούληση για συνεννόηση είτε θεωρεί ότι ο φταίχτης είναι πάντοτε ο «απέναντι».

Σε πρώτη φάση, λοιπόν, αυτό που θα βοηθούσε εμάς εδώ είναι να αναγνωρίσουμε ότι καμία από τις δύο πλευρές δε στερείται επιχειρημάτων. Ασχέτως από το αν συμφωνούμε με αυτά οφείλουμε να σεβόμαστε τον απέναντί μας. Έχω διαβάσει, όπως οι περισσότεροι αυτές τις μέρες, άπειρες απόψεις, αναλύσεις, άρθρα ειδικών και ανειδίκευτων, έχω παρακολουθήσει ομιλίες, διαγγέλματα, έχω ακούσει ψέμματα και αλήθειες.

Όσο κι αν το θέλουν κάποιοι δεν υπάρχουν «καλοί» Ευρωπαίοι και «κακοί» Έλληνες. Ούτε το αντίθετο ισχύει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το σύστημα «χωλαίνει», εντός και εκτός συνόρων. Αυτό έχει γίνει αποδεκτό από όλους σε κάποιο βαθμό. Μπορούμε να το αλλάξουμε μόνοι μας; Μπορούμε να εμπιστευτούμε μια κυβέρνηση που έχει προέλθει λίγο-πολύ από το ίδιο πολιτικό σύστημα που έχει προκαλέσει το δικό μας μερίδιο της ζημιάς; Μπορούμε να εμπιστευτούμε τους θεσμούς που φαίνεται να αγνοούν τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία εκπροσωπούν; Πρέπει να πάρουμε ρίσκο ή πρέπει να το πάμε «εκ του ασφαλούς»; Υπάρχει, σε τελική ανάλυση, ασφαλής επιλογή;

Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση σε καθένα από τα παραπάνω ερωτήματα. Το ζητούμενο είναι να μην μετατρέψουμε τις απαντήσεις αυτές σε δόγμα, προσπαθώντας να συντρίψουμε με αυτό κάθε διαφωνία, να βάψουμε κάθε αντίθετη άποψη με το μαύρο της «προδοσίας».

Έχουμε επιδοθεί δε σε ένα ανόητο παιχνίδι συγκρίσεων μεταξύ των υποστηρικτών του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ», όπως παίζαμε κάποτε σαν παιδιά με κάρτες με αυτοκίνητα και πλοία «ΑΤΟΥ» και «ΥΠΕΡΑΤΟΥ». «-Εγώ έχω τον Γκοτζίλα! – Και γω έχω τον Μητσοτάκη! Νίκησα!»

Φυσικά και θα δούμε σε κάθε πλευρά άτομα που ενεργούν και αποφασίζουν βάσει του προσωπικού τους συμφέροντος. Φυσικά και θα δούμε ανθρώπους οι οποίοι βρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού προσπαθούν να πείσουν όλους τους γύρω τους ότι μόνο η δική τους άποψη είναι η ορθή. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την επιλογή τους, χωρίς να την έχουν καλοσκεφθεί, ενεργώντας κυρίως με το συναίσθημα.

Δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε με όλους. Υπάρχουν, άλλωστε και αυτοί, οι οποίοι ακολουθούν σαν στρατιωτάκια τη γραμμή που κάποιοι άλλοι έχουν χαράξει για λογαριασμό τους. Αυτοί, ξέρετε για ποιους μιλώ, επιθυμούν έναν νέο Εμφύλιο. Παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς δεν τον έχουν ζήσει, έχουμε γνωρίσει ωστόσο τα αποτελέσματα αυτού του απόλυτου διχασμού. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Ο διάλογος σίγουρα δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση. Ο διχασμός, όμως, αν τον προεκτείνουμε πέρα από τον αναγκαστικό βαθμό, πέρα από τη στιγμή της ψήφου και τον τεντώσουμε μέχρι την απόδοση ευθυνών στον απέναντι, έχει αποτέλεσμα. Και αυτό είναι πάντοτε αρνητικό.

Όπως έγραψαν και πολλοί φίλοι αυτές τις μέρες, δεν πρέπει να υπάρξει σύγχυση στην ανάγκη μας για ομόνοια: όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποτελεί συγχωροχάρτι για κανέναν. Οι ευθύνες είναι υπαρκτές και θα πρέπει να αποδοθούν. Αν θέλετε τη γνώμη μου οι πολίτες θα έπρεπε να τιμωρήσουν ολόκληρο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα και να το απομακρύνουν από την εξουσία. Θα έπρεπε, σε μια ιδανική κατάσταση, να προχωρήσουμε σε μια λύση τύπου Ισλανδίας, με εντελώς νέα πρόσωπα στην πολιτική. Πρόσωπα τα οποία να μην προκαλούν περισσότερο διχασμό από αυτόν που υπάρχει ήδη.

Είναι αυτό εφικτό; Ίσως όχι. Σίγουρα όμως είναι ένας μπούσουλας για τις αποφάσεις μας στο εξής.

Σκόπιμα δεν δημοσίευσα κάποιο άρθρο υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Περίμενα ως τώρα οπότε οι περισσότερο από εμάς να έχουν ήδη ψηφίσει. Ο καθένας μας έχει υπερφορτωθεί τις μέρες αυτές από επιχειρήματα και διαφωνίες ακόμα και καβγάδες με αγαπημένα πρόσωπα.

Αυτό που έχει σημασία πάνω απ’ όλα, για μένα, είναι να μην αφήσουμε το διχασμό να μας χωρίσει.

Μουσικό Διάλειμμα #60

Together we stand
Divided we fall…

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.