Ξεχνάς, Αντώνη

Αφορμή για τούτη την ανάρτηση στάθηκε το κείμενο του κ. Αντώνη Δαρζέντα που έχει τη μορφή ανοιχτής επιστολής στον Γιάννη Αντετοκούνμπο, σχετικά με τις δηλώσεις του στο ντοκιμαντέρ «Bleacher Report» . Οι δηλώσεις αυτές του Γιάννη, όπως ίσως θα γνωρίζουν οι περισσότεροι, προκάλεσαν τα ακραία, εμετικά ρατσιστικά σχόλια του καθηγητή του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνου Καλέμη στο Twitter, σχόλια τα οποία του κόστισαν την θέση του Συντονιστή Εκπαίδευσης Προσφύγων του Κέντρου Φιλοξενίας Προσφύγων Μαλακάσας, που ένας Θεός μόνο ξέρει πώς κατείχε.

Σκόπιμα είχα αποφασίσει να μην σχολιάσω το θέμα, γιατί έσπευσαν πολλοί να το πράξουν, με διάφορους τρόπους και σε όλη την πιθανή κλίμακα. Από πού να το πιάσει κανείς, άλλωστε; Από την απόδειξη για το πόσο μικρόνους είναι ένας ρατσιστής (ακόμα και ακαδημαϊκός) όταν δεν αντιλαμβάνεται ότι τέτοια δημόσια σχόλια θα έβλαπταν καταρχήν τον ίδιο και θα του κόστιζαν τη θέση του; Ο κ. Καλέμης υποθέτω ότι ως Συντονιστής Εκπαίδευσης Προσφύγων θα πρέπει να θεωρούσε εαυτόν κάτι σαν θηριοδαμαστή που εκπαίδευε μαϊμούδες. Ακόμα χειρότερα, δεν κατάλαβε ότι ο Γιάννης μίλησε για ρατσισμό στην Ελλάδα (που υφίσταται παράλληλα με ανθρώπους που τον στήριξαν και τον βοήθησαν, όπως φροντίζει κάθε στιγμή να λέει ο ίδιος) και πως με τις δηλώσεις του το επιβεβαίωσε κατά 1500%. Διότι αν ο καθηγητής Καλέμης που έχει βγάλει και δύο-τρία πανεπιστήμια μπορεί να είναι τόσο απερίφραστα ρατσιστής και μισάνθρωπος, τι να πει ο Χ ή ο Ψ μέσος άνθρωπος που δεν έχει καν το θεωρητικό όπλο της μόρφωσης στα χέρια του για να ανοίξει τους ορίζοντές του;

Φυσικά, στην πραγματικότητα τα πτυχία δεν σε κάνουν άνθρωπο. Ας μην ξεχνάμε ότι το ναζιστικό καθεστώς είχε πολλούς μορφωμένους ανθρώπους στις τάξεις του.

Αυτό που με έσπρωξε σε αυτή την ανάρτηση-απάντηση είναι, όπως είπα, το άρθρο του Αντώνη Δαρζέντα στην Athens Voice, το οποίο παρόλο που πλέκει το εγκώμιο του Γιάννη Αντετοκούνμπο, φρόντίζει να τον… επαναφέρει στην τάξη θυμίζοντάς του την Ιστορία του.

Αλλά ξέχασες, Γιάννη, την ιστορία του τόπου σου. Ή ίσως παρασυρμένος από τη μόδα της εποχής την ξέχασες.

Αγαπητέ Αντώνη, καλά τα γράφεις για την Τουρκοκρατία και όσα πέρασε ο λαός μας κατά την διάρκειά της. Μπορεί να μην ήμασταν σκλάβοι με την απόλυτη έννοια που ήταν οι μαύροι στις φυτείες του Νότου της Αμερικής, αλλά σίγουρα ήμασταν υπόδουλοι επί τέσσερις αιώνες. Τέσσερις αιώνες κατά τους οποίους η Ευρώπη γνώρισε πρωτοφανή πρόοδο χάρη, σε μεγάλο βαθμό, στα φώτα που έλαβε από τον ελληνικό πολιτισμό. Και από τότε πασχίζουμε να προλάβουμε, να κατανοήσουμε το νόημα όλων αυτών των πραγμάτων, του Διαφωτισμού, του ουμανισμού, έννοιες οι οποίες προφανώς είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με εκείνες της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και του ρατσισμού για τον οποίο τόλμησε να μιλήσει ο Γιάννης.

Ξέχασες, του λες, την ιστορία του τόπου σου, λες και η Τουρκοκρατία μπορεί να μας δώσει συγχωροχάρτι για τα πάντα. Ναι, εξηγεί πολλά για την πορεία της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας, ασφαλώς. Αλλά όχι τον ρατσισμό. Ο οποίος υπάρχει, όπως παραδέχεσαι και συ, και για τον οποίο οφείλουμε να μιλάμε και δεν μπορούμε να ζητάμε από όσους τον έχουν βιώσει να σιωπούν.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι εσύ ξεχνάς, Αντώνη, τη σύγχρονη ιστορία του τόπου σου. Ή, σκόπιμα, την παραβλέπεις. Γιατί μπορεί να μην είχαμε φυτείες με μαύρους τον 19ο αιώνα, αλλά έχουμε τώρα Μανωλάδες και διάφορα παραπήγματα σε κάθε γωνιά της χώρας, όπου μετανάστες και πρόσφυγες δουλεύουν για ψίχουλα για να κερδίζουν άλλοι.

Και, όχι, αυτά δεν είναι… αρχαία ιστορία του 2013, αλλά η πυρκαγιά που έκαψε αγρόκτημα με παραπήγματα το 2018 έδειξε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στο μεταξύ. Παρά το εμπάργκο του κόσμου και παρά τις διαμαρτυρίες. Γράφεις «εσείς παραβιάσατε σύνορα, εσείς ήρθατε σε μια χώρα που δεν σας φώναξε και δεν ήθελε να εκμεταλλευθεί κανέναν». Ναι, δεν ήθελε η Ελλάδα να εκμεταλλευθεί κανέναν, αλλά το έκανε.

Ξεχνάς, Αντώνη, τι έγινε την δεκαετία του ’90, όταν οι «βρωμεροί και άθλιοι εγκληματίες» Αλβανοί πέρασαν τα σύνορα, δούλεψαν για ένα κομμάτι ψωμί, έκαναν τις δουλειές που δεν ήθελαν να κάνουν οι Έλληνες και όσοι από αυτούς νομιμοποιήθηκαν έδωσαν παράταση ζωής σε ένα ημιθανές ασφαλιστικό σύστημα.

Ξεχνάς, Αντώνη, ότι άνθρωποι σαν τον Γιάννη, αλλά και άλλοι, διαφορετικών αποχρώσεων είναι ακόμα και σήμερα θύματα εκμετάλλευσης σε «σκοτεινές» γωνιές της χώρας σαν την Μανωλάδα ή σε κολαστήρια, όπως η Μόρια, όπου φυτοζοούν επειδή γύρω τους περιστρέφονται οικονομικά συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες με τις οποίες καμία σχέση δεν έχουν.

Κανείς δεν τους ζήτησε να έρθουν, σίγουρα, πολλοί όμως τους εκμεταλλεύτηκαν, τους λοιδώρησαν, τους χτύπησαν, τους σκότωσαν. Και, όπως παραδέχεσαι, και μεις το ίδιο θα κάναμε στη θέση τους, αν είμασταν φτωχοί και απελπισμένοι. Όπως και το κάναμε, τότε, στην Αυστραλία, στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αμερική. Όπου, όπως γίνεται πάντοτε, ορισμένοι στράφηκαν στην παρανομία και οδήγησαν και τους υπόλοιπους να πάρουν τη «ρετσινιά» του βρωμο-Έλληνα. Βλέπεις, φίλε Αντώνη, το πρώτο συνθετικό είναι σταθερό, το δεύτερο αλλάζει αναλόγως με την εποχή, τη χώρα, το χρώμα.

Είναι όλα αυτά τα οποία «άνθρωποι» όπως ο κ. Καλέμης φροντίζουν να ξεχνούν. Και φαίνεται ότι τα ξέχασες και συ. Ιστορία του τόπου, Αντώνη, δεν είναι μόνο η Τουρκοκρατία ή τα αρχαία χρόνια. Ιστορία μας είναι και όσα έγιναν πριν από έναν αιώνα και όσα έγιναν το ’90, το ’13 και αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Και δεν πρέπει να το ξεχνάς.

Παρελογισμός

Πέρασαν αρκετές μέρες από την παρέλαση; Ηρεμήσαμε λίγο; Μήπως θα μπορούσαμε να συζητήσουμε λίγο ψύχραιμα, σαν ενήλικες;

Θαυμάσια. Για κάποιο λόγο κάθε χρονιά στις μαθητικές παρελάσεις (και ειδικά της 28ης Οκτωβρίου) δημιουργείται κάποιο θέμα. Συνήθως έχει να κάνει με τα παιδιά μεταναστών και προσφύγων που έχουν το θράσος να σηκώσουν τη σημαία. Το γεγονός αυτό φαίνεται να μας ενοχλεί είτε τα παιδιά αυτά αριστεύουν στα σχολεία μας και κερδίζουν, άρα, το δικαίωμα με το σπαθί τους είτε κληρωθούν σύμφωνα με την τακτική της προηγούμενης κυβέρνησης.

Με άλλα λόγια θέλουμε να επιβραβεύονται οι άριστοι, αρκεί βέβαια να έχουν το «σωστό» χρώμα.

Την ίδια στιγμή που συμβαίνουν αυτά στην χώρα η οποία γέννησε τον Δυτικό πολιτισμό, στις ΗΠΑ υπάρχει σχολείο που διδάσκει φυσική και μαθηματικά στα Ελληνικά σε μαθητές κάθε καταγωγής και χρώματος. Τα παιδιά που φοιτούν μαθαίνουν ελληνικούς χορούς και εκτιμούν τον πολιτισμό μας με τρόπους τους οποίους θα ζήλευαν και οι «γνήσιοι» Έλληνες. Όλα αυτά είναι καλά, αρκεί βέβαια μην τολμήσει κανένας ξένος να κάνει το ίδιο στην Ελλάδα, σωστά;

parelasi nea filadelfia

Το βραχυκύκλωμα στο μυαλό των δογματικών συνέβη φέτος όταν κάποια κορίτσια θεώρησαν σωστό να προβούν σε μια διαμαρτυρία μετατρέποντας το στρατιωτικό βήμα της παρέλασης στο silly walk των Monty Python, ενώ οι αλλόθρησκοι και άλλου χρώματος σημαιοφόροι κρατούσαν τη σημαία μας με υπερηφάνεια. Τώρα τι γίνεται;

ΑΘΗΝΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ

Τι γίνεται όταν οι «ξένοι» τιμούν περισσότερο την σημαία και την εθνική μας εορτή από τα «γνήσια» Ελληνάκια μας;

Δεν ξέρω από πού πρέπει να αρχίσουμε και πού να τελειώσουμε. Από το γεγονός ότι εκτός από Έλληνες έχουν χύσει και ξένοι το αίμα τους για αυτή τη χώρα; Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πολέμησαν στην Ελλάδα μέχρι και Μαορί από τη Νέα Ζηλανδία, την Πολυνησία και τα νησιά Κουκ, μαζί με Αυστραλούς, λευκούς Νεοζηλανδούς και Βρετανούς.

Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Να πούμε για τους τόσους και τόσους φιλέλληνες της Επανάστασης; Να θυμίσουμε ότι χωρίς τις ξένες δυνάμεις (και κυρίως εξαιτίας της πίεσης της φιλελληνικής κοινής γνώμης) η Επανάσταση του ’21 θα είχε σβήσει και Ελληνικό κράτος ίσως να μην υπήρχε ποτέ; Ή μήπως να πούμε για την μακρινή «μαύρη» Αϊτή, που ήταν το πρώτο κράτος το οποίο μας αναγνώρισε;

Προσπαθώ να σας καταλάβω, ειλικρινά. Θέλουμε οι «ξένοι» να εκτιμούν τον πολιτισμό μας, να μαθαίνουν τα γράμματά μας, να αναγνωρίζουν την αθάνατη λάμψη του Ελληνικού πνεύματος αρκεί να το κάνουν έξω από τη χώρα μας;

Μήπως το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» πρέπει λίγο να αναθεωρηθεί; Μήπως πρέπει να θεωρείται Έλληνας όποιος μεγαλώνει και σπουδάζει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το αν διακρίνεται στο NBA ή οπουδήποτε αλλού; Ή μήπως δεν έχουν ενσωματωθεί εκατομμύρια Έλληνες σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, οι οποίες δεν τους αντιμετωπίζουν (πια) ως εισβολείς και παρείσακτους; Υπερηφανευόμαστε για  τους Έλληνες της διασποράς που διαπρέπουν (και θεωρούνται στις χώρες τους ισότιμοι πολίτες), αλλά εδώ για κάποιον λόγο δεν μπορεί να διαπρέπει κανένας «ξένος». Μήπως τα θέλουμε όλα δικά μας;

Εάν δεν μπορούμε να τα δεχτούμε όλα αυτά, τότε ας αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε να είμαστε μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα όπου ισχύει η ανεξιθρησκεία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ας μην προσποιούμαστε ότι λέμε «ΝΑΙ» στην Ευρώπη, ενώ στην πραγματικότητα θέλουμε να είμαστε ένα κράτος σε απομόνωση, που ζει με το όραμα της φυλετικής και θρησκευτικής «καθαρότητας». Πρόβλημα σε μία χώρα μπορούν να προκαλέσουν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που δεν αφομοιώνονται και δεν εκπαιδεύονται. Αυτοί που στοιβάζονται σε απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή εξυπηρετούνται έτσι οικονομικά συμφέροντα (ό,τι και να λέει η εκάστοτε κυβέρνηση, αλλάζει μόνο η ταμπέλα, η πολιτική ελάχιστα διαφέρει).

Οι οικογένειες που στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία θέλουν να ζήσουν και να γίνουν μέρος της κοινωνίας μας, όχι να μας «κατακτήσουν» ή να «μολύνουν» την φυλετική και θρησκευτική μας καθαρότητα. Προσέξτε το αυτό, γιατί είναι ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούσε ο Αδόλφος Χίτλερ την δεκαετία του ’30 για να μετατρέψει τη Γερμανία σε ναζιστικό κράτος. Τιμάμε αλήθεια έτσι την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου;

Και μιας και αναφέραμε τον Χίτλερ, ας δούμε τι δήλωσε γνωστός δημοκράτης Έλληνας πολιτικός για το συμβάν με τα κορίτσια.

EIMIj4jXkAAXy-1

72482905_10158017581258641_4541569887046205440_n

Όλα αυτά εν μέσω διαφόρων κραυγών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από ένθερμους πατριώτες για αίμα, ξυλοδαρμούς, δημόσιους λιθοβολισμούς, βιασμούς και δεν ξέρω εγώ τι άλλο για τις κοπέλες αυτές που όπως φαίνεται δεν είναι καν μαθήτριες ή και αν είναι δεν αποτελούσαν στην πραγματικότητα κανονικό μέρος της παρέλασης. Αν ήταν μαθήτριες φυσικά θα μπορούσαν να αποβληθούν, για ασέβεια προς την παρέλαση, σίγουρα όχι να λιθοβοληθούν ή να λυντσαριστούν γιατί δεν βρισκόμαστε στη Σαουδική Αραβία, ας πούμε ένα τυχαίο παράδειγμα. Εάν δεν είναι μαθήτριες στην πραγματικότητα δεν παραβίασαν κανέναν απολύτως νόμο και άρα δεν μπορούν να τιμωρηθούν. Σε αντίθεση με απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας του οποιουδήποτε, φυσικά.

Το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τον σκοπό ή τον τρόπο της διαμαρτυρίας είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Εκεί έπεσαν στην παγίδα άτομα που ανήκουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, καθώς λέχθηκαν διάφορα για το σκετσάκι των Monty Python (Ministry of Silly Walks) που ήταν η έμπνευση για το δρώμενο. Στην πραγματικότητα το σκετς, παρά όσα αναφέρθηκαν, δεν προκύπτει από πουθενά ότι έχει σχέση με ΑΜΕΑ ή με ανάπηρους πολέμου του Α΄ Παγκοσμίου. Όπως με μεγάλο μέρος της σάτιρας της περίφημης ομάδας, σύμφωνα με τα ίδια τα μέλη της δεν υπάρχει κανένα απολύτως κρυφό νόημα, εκτός ίσως από την στηλίτευση της βρετανικής γραφειοκρατίας η οποία θα έβρισκε τρόπο να βάλει σε νόρμες και κατηγορίες ακόμα και το ηλίθιο περπάτημα, αν χρειαζόταν.

Το ζήτημα εν προκειμένω είναι η ίδια η μαθητική παρέλαση, ο σκοπός της οποίας είναι τουλάχιστον αμφισβητούμενος. Και ο λόγος βρίσκεται ακριβώς στη ρίζα του ίδιου του εορτασμού.

Όχι επειδή, όπως λένε πολλοί προοδευτικοί, η 28η Οκτωβρίου είναι η γιορτή της έναρξης του πολέμου (για την Ελλάδα) και άρα του πνεύματος του μιλιταρισμού, ενώ θα έπρεπε να γιορτάζουμε την απελευθέρωση ή το τέλος του πολέμου, όπως οι άλλες χώρες.

Ο λόγος που εορτάζουμε το «Όχι» (ή αν θέλετε το «Alor’s c’est la guerre») του Μεταξά είναι το ότι οι Έλληνες από κάθε πλευρά του πολιτικού φάσματος ενώθηκαν απέναντι σε έναν εισβολέα και τον απώθησαν, χαρίζοντας στους Συμμάχους την πρώτη νίκη κατά του Άξονα στον πόλεμο, μετά από αλλεπάλληλες συντριβές. Δυστυχώς, αυτά που επακολούθησαν, ειδικά μετά την απελευθέρωση δεν επέτρεψαν στην ηρωική αντίσταση των Ελλήνων κατά των δυνάμεων του Άξονα να λάβει την αναγνώριση που της άρμοζε. Ενώ ο υπόλοιπος κόσμος πανηγύριζε το τέλος του πολέμου, στην Ελλάδα θρηνούσαμε ήδη τα πρώτα θύματα του Εμφυλίου. Ενώ σε άλλες χώρες οι συνεργάτες των Ναζί δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, στην Ελλάδα ξεπλύθηκαν πολεμώντας κατά των κομμουνιστών και έγιναν μέρος του πολιτικού κατεστημένου.

Τίποτα από ό,τι ακολούθησε το έπος του ’40 λοιπόν δεν είναι κατάλληλο θέμα για εορτασμούς στην Ελλάδα. Προσφέρεται, όμως, για αντικειμενική ανάλυση και μελέτη. Το γεγονός ότι θάβουμε συστηματικά αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας, αγνοούμε ότι το καθεστώς του Μεταξά ήταν καθαρά φασιστικό και το ρόλο που αυτό έπαιξε στα γεγονότα που οδήγησαν στον Εμφύλιο δεν μπορεί πάρα να οδηγεί τους πιο σκεπτόμενους από εμάς στο να έχουν βάσιμες αμφιβολίες για το αν ο εξωραϊσμός της εθνικής επετείου εξυπηρετεί πραγματικά σε βάθος χρόνου όχι μόνο την ιστορική αλήθεια, αλλά και την ερμηνεία όλης της πορείας της Ελληνικής δημοκρατίας από τότε μέχρι σήμερα.

Το ότι το έπος της Αλβανίας και της Εθνικής Αντίστασης είναι αξιομνημόνευτα γεγονότα είναι αναμφισβήτητο. Το γεγονός ότι προσπαθούμε με γνώμονα αυτά να ξεχάσουμε και να θάψουμε όλα τα επακόλουθα δεν μας επιτρέπει, όμως, ούτε να καταλάβουμε το πώς φτάσαμε ως εδώ, ούτε να αξιολογήσουμε το πώς πρέπει να πορευτούμε στη συνέχεια. Και όσο κάθε χρόνο θα κουρδίζουμε τα παιδιά μας για να παρελαύνουν, θα τους κρύβουμε την Ιστορία και θα πιστεύουμε ότι όλα θα πάνε καλά, τόσο θα κάνουμε βήμα σημειωτόν και θα συζητάμε τα ίδια πράγματα.

eon2b

 

Το επίμονο ψέμα

«Αν επαναλάβεις ένα ψέμα αρκετές φορές, τότε γίνεται αλήθεια.»

Bundesarchiv_Bild_183-1989-0821-502,_Joseph_Goebbels

Το διάσημο αυτό απόφθεγμα είναι -τι ειρωνεία- και αυτό προϊόν ψέματος: αποδίδεται εσφαλμένα στο διαβόητο Joseph Goebbels, υπουργό προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Στην ουσία αποτελεί μια ελεύθερη απόδοση της ιδέας του Μεγάλου Ψέματος, όπως την εξέθεσε ο Αδόλφος Χίτλερ στο βιβλίο ο Αγών μου. Ο ίδιος απέδιδε το Μεγάλο Ψέμα στους Εβραίους, ενώ στην πραγματικότητα περιέγραφε ακριβώς την τακτική που ακολούθησαν οι Ναζί για να τους δαιμονοποιήσουν και να τους οδηγήσουν αρχικά στο περιθώριο και στη συνέχεια στο κρεματόριο.

Όπως και να έχει, το απόφευγμα ισχύει. Θέλετε ένα παράδειγμα; Κάθε χρόνο στη χώρα μας τέτοιες μέρες ακούμε τα ίδια: δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο.

Φέτος την τιμή είχε ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής κ. Λαγός:

Ο κ. Λαγός φυσικά χρησιμοποιεί μια άλλη προσφιλή τακτική προπαγάνδας: κρύβει το ψέμα μέσα σε μια αλήθεια. Όπως είπε δεν υπήρξε νεκρός μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου, πράγμα που ισχύει. Όπως τουλάχιστον καταγράφεται και στο πόρισμα της πιο έγκυρης μέχρι σήμερα έρευνας πάνω στο θέμα, εκείνης του κ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη που δημοσιεύτηκε το 2004, οι 23 επιβεβαιωμένοι νεκροί των γεγονότων του Πολυτεχνείου δέχθηκαν πυρά ή επιθέσεις από τις 16-18/11/1973 και είτε πέθαναν ακαριαία, είτε έως και τον Δεκέμβριο του 1973 σε κάποιο νοσοκομείο. Ο 24ος δεν είναι εξακριβωμένο αν σκοτώθηκε στην Αθήνα ή στην ταυτόχρονη κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Και ο κατάλογος αυτός δεν είναι απαραίτητα πλήρης γιατί όπως γνωρίζουμε η αλήθεια και ένα δικτατορικό καθεστώς δεν έχουν τις καλύτερες σχέσεις.

Κατά μία έννοια, λοιπόν, ο κ. Λαγός έχει δίκιο. Δεν σκοτώθηκε κανείς μέσα στο Πολυτεχνείο. Οι νεκροί δεν ήταν καν απαραίτητα φοιτητές. Κάποιοι ήταν απλοί άνθρωποι που εξέφρασαν την συμπαράστασή τους στους καταληψίες, άλλοι απλώς παρακολουθούσαν τα γεγονότα από κάποια ταράτσα ή μπαλκόνι. Αυτό που δεν μας εξηγούν οι νοσταλγοί και απολογητές της Χούντας όλα αυτά τα χρόνια είναι το τι σημασία έχει πού σκοτώθηκαν οι άνθρωποι αυτοί. Σημασία έχει το ότι άρματα μάχης, ακροβολιστές και ένοπλοι στρατιώτες και αστυνομικοί έσπειραν το θάνατο επί τρεις ημέρες, προκειμένου να καταστείλουν μια ειρηνική διαμαρτυρία κατά του φασισμού.

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοτωθεί κανείς, ακόμα κι αν είχαν «απλά» συρθεί στα υπόγεια της ΕΑΤ-ΕΣΑ για να «ανακριθούν» από την Αστυνομία με τους γνωστούς σε όλους μας τρόπους, θα ήταν άραγε αυτό άλλοθι για τη Δικτατορία; Βέβαια, οι νεκροί δεν συγκαλύπτονται το ίδιο εύκολα. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ακόμα και το 2018, 45 χρόνια μετά τα μοιραία γεγονότα, συζητάμε ακόμα το θέμα αυτό, αποδεικνύει ένα πράγμα: δε θα πάψουν ποτέ.

Δε θα πάψουν ποτέ να επαναλαμβάνουν το ψέμα. Θα το επαναλαμβάνουν μέχρι να το πιστέψουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Μέχρι να μην υπάρχει πια κανείς που να ενδιαφέρεται να ψάξει την αλήθεια. Και τότε το ψέμα τους αυτομάτως θα μετατραπεί σε Ιστορία.

Κάθε χρόνος που περνά μας απομακρύνει από τα γεγονότα. Η στεγνή, μονότονη επανάληψη των ίδιων επίσημων τελετών μάς κάνει αδιάφορους. Τα ντοκουμέντα ξεθωριάζουν και φαίνονται ανούσια και βαρετά μπροστά στα καθημερινά προβλήματα, μπροστά στην αποτυχία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, μπροστά στην εξαργύρωση του αντιδικτατορικού αγώνα από ορισμένους σε αστραφτερό πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο βούτηξε μοιραία στη λάσπη και έχασε κάθε αξία.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν έχει πραγματικά σημασία. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε, κάθε χρόνο, κάθε μέρα αν γίνεται, είναι ότι πολλοί αθώοι άνθρωποι έδωσαν κάποτε το αίμα τους, όπως έχει γίνει πολλές φορές μέσα στην Ιστορία, ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να εκφραζόμαστε και να ζούμε ελεύθεροι. Κατά το δυνατόν.

Ειδικά αυτή τη στιγμή, στην οποία ο ολοκληρωτισμός βρίσκεται σε άνοδο παγκοσμίως, πρέπει να θυμόμαστε ποια είναι η αλήθεια και ποιο είναι το μεγάλο, επίμονο ψέμα. Και ποιοι είναι αυτοί που το επαναλαμβάνουν.

Όπως κάποτε ο κ. Γεωργιάδης, όταν δεν είχε λόγους να κρύβεται.

Το Τείχος

Berlin-Wall-piece

Το 1989, πριν από 30 χρόνια σχεδόν -μία ολόκληρη γενιά- κατεδαφίστηκε το Τείχος του Βερολίνου. Ήταν το συμβολικό τέλος μιας μακράς περιόδου ειρήνης, η οποία είχε βασιστεί στον τρόμο. Σήμερα το Τείχος κοσμεί εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια σαν σουβενίρ, μικρά κομμάτια Ιστορίας σαν τρόπαια ενός γιγάντιου κτήνους που επιτέλους νικήθηκε. Λογικό να κρατάμε κάτι τέτοιο σαν ανάμνηση, καθώς η σκέψη ότι μπορεί να νικηθεί ένα τόσο τρομακτικό θηρίο μάς γεμίζει με αισιοδοξία. Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος φαινόταν έτοιμος για μια νέα εποχή πραγματικής ειρήνης και αλληλοκατανόησης το 1989.

Ωστόσο το Τείχος είναι μια ιδέα και οι ιδέες, όπως γνωρίζουμε, δεν πεθαίνουν εύκολα. Είτε είναι καλές, είτε είναι κακές.

Η ιδέα αυτή μπορούμε να φανταστούμε πως είναι η ασφάλεια. Ένα τείχος, εξάλλου, έχει σκοπό να μας προστατεύει από τους κινδύνους του κόσμου έξω από αυτό. Ωστόσο η ασφάλεια είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Το έναυσμα πίσω από ένα τείχος είναι ο φόβος, καθώς η ασφάλεια ως έννοια δεν υφίσταται χωρίς αυτόν.

Ο φόβος του εχθρού, ο φόβος του διαφορετικού, ο φόβος του αγνώστου. Ο φόβος ως ένστικτο υπάρχει για να μας προστατεύει από τους κινδύνους, έχει όμως ένα σημαντικό μειονέκτημα: εξισώνει απόλυτα τις τρεις αυτές έννοιες. Τον εχθρό, το διαφορετικό και το άγνωστο.

Και όταν οτιδήποτε ξένο και διαφορετικό από εμάς γίνεται ο εχθρός και η απάντησή μας σε αυτό είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα τείχος, τότε χάνουμε αυτομάτως τη δυνατότητα να το γνωρίσουμε. Στο σημείο αυτό δεν έχει πλέον σημασία αν οτιδήποτε εκτός του τείχους είναι όντως επικίνδυνο ή όχι: ό,τι βρίσκεται «εκεί έξω» είναι εχθρικό.

Το τείχος μπορεί να μας προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα μας φυλακίζει. Ακόμα και ο ίδιος ο διαχωρισμός του «έξω» από το «μέσα» είναι ανύπαρκτος χωρίς ένα τείχος. Στην πράξη παίρνουμε κάτι το οποίο ήταν άλλοτε ανοιχτό και ελεύθερο και το περικυκλώνουμε με μια μάζα από μπετόν και τούβλα, κλεινόμαστε μέσα του για να είμαστε ασφαλείς και χάνουμε αμέσως την επαφή μας με ό,τι βρίσκεται εκτός.

Οι εκάστοτε κρατούντες αγαπούν τα τείχη, καθώς αποτελούν ένα έμπρακτο δείγμα της αφοσίωσής τους στην προστασία του συνόλου, αλλά κυρίως ένα θαυμάσιο μέσο ελέγχου. Το Τείχος του Βερολίνου ονομαζόταν Antifaschistischer Schutzwall, δηλαδή Αντι-Φασιστικό Οχύρωμα Προστασίας. Το υπονοούμενο ήταν πως το Δυτικό Βερολίνο ήταν καταφύγιο φασιστών του Β’ Παγκοσμίου υπό την προστασία του ΝΑΤΟ.

Όχι πώς η ακραία κομουνιστοφοβία και ο μακαρθισμός αποτελούσαν υπόδειγμα δημοκρατίας, κάθε άλλο, αλλά στην πραγματικότητα η δικτατορία του προλεταριάτου και ειδικά το καθεστώς κατοχής που επικρατούσε στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ προσέγγιζε πολύ περισσότερο ένα ολοκληρωτικό καθεστώς απ’ ότι η ομολογουμένως ρατσιστική, ελαττωματική δημοκρατία της Δύσης.

Αυτό δεν είχε σημασία, ωστόσο. Σημασία είχε ότι πριν από την ανέγερση του Τείχους 3,5 εκατομμύρια είχαν περάσει στη Δυτική Γερμανία, ενώ έπειτα από αυτή 100.000 άτομα επιχείρησαν να δραπετεύσουν, αλλά μόλις 5.000 τα κατάφεραν ως το 1989.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς, λοιπόν, ποιος ήταν ο σκοπός ύπαρξης του Τείχους. Δεν ήταν ούτε η προστασία από το φασισμό, ούτε η ασφάλεια, αλλά η κράτηση του πληθυσμού δια της βίας σε μια χώρα όπου δεν ήθελαν να ζουν. Η πτώση του άρα ήταν νομοτελειακή. Όπως ήταν και η κατάρρευση ολόκληρου  του Ανατολικού Μπλοκ.

Χτίστηκαν κι άλλα τείχη μετά το ’89, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο του Ισραήλ. Ωστόσο στην πλειοψηφία τους τα τείχη που ανεγείρουν πλέον οι κρατούντες είναι νομικά και ιδεολογικά, όχι πραγματικά. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ έκανε αναγκαία την εμφάνιση ενός νέου εχθρού και αυτός δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά στην αυγή της νέας χιλιετηρίδας.

Η τρομοκρατία δεν ανακόπτεται με τσιμεντένια τείχη, κι έτσι χρειάστηκε η ανέγερση νέων, ιδεολογικών τειχών που θα διαχώριζαν για πάντα τη χριστιανική Δύση από τη μουσουλμανική Ανατολή, το Διαφωτισμό από τον Φονταμενταλισμό, τον πολιτισμό από τον σκοταδισμό.

Έτσι, εύκολα και βολικά, το γκρίζο έγινε ξανά ασπρόμαυρο και δόθηκε το ελεύθερο στη Δύση να ισοπεδώσει χώρες και καθεστώτα για την «ασφάλεια και την ελευθερία», αφήνοντας πίσω συντρίμμια τα οποία το μόνο που θα μπορούσαν να γεννήσουν είναι ο φανατισμός, το μίσος και η δίψα για εκδίκηση.

Τα πραγματικά τείχη ήρθαν ξανά στο προσκήνιο με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος διατυμπάνιζε ότι το ανέφικτο πρακτικά και οικονομικά τείχος στα σύνορα με το Μεξικό θα έλυνε το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ, το οποίο είναι κατά τα λεγόμενά του οι παράνομοι μετανάστες.

Δεν έχει σημασία αν θα κτιστεί το τείχος ή όχι. Σημασία έχει ότι με την ιδέα και μόνο στοχοποιείται ο εχθρός, γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ των δικών μας, καλών ανθρώπων και των κακών που βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Μεταξύ των πολιτισμένων και των μαυριδερών, άπλυτων που θέλουν τα αγαθά μας.

Τι κι αν τα «αγαθά» αυτά έχουν εξανεμιστεί εδώ και χρόνια και τελικά το μόνο που μας μένει είναι ο διαχωρισμός μεταξύ μας: εμείς είμαστε καλύτεροι από αυτούς, αυτοί δεν έχουν τείχος. Ο καλύτερος τρόπος για να μην διαμαρτυρηθείς, όταν λίγο-λίγο χάνεις όλα όσα θεωρούσες αυτονόητα, είναι η απειλή ότι θα τα χάσεις όλα, ότι θα στα πάρει «ο ξένος».

Αφορμή για να βγάλω το ιστολόγιό μου από τη ναφθαλίνη ήταν ένα εξαιρετικό τραγούδι, το οποίο ανακάλυψα πριν από αρκετό καιρό και το οποίο γυρίζει από τότε στο μυαλό μου. Είναι προγενέστερο από τον Τραμπ, καθώς είχε γραφτεί από την Anais Mitchell για το concept album Hadestown του 2010, ωστόσο αφού αυτός ξεκίνησε την προεκλογική του εκστρατεία και άρχισε να διαλαλεί την πρόθεσή του να χτίσει το τείχος του, ξαφνικά έγινε φοβερά επίκαιρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν παύει ποτέ να είναι επίκαιρο.

Το σκηνικό είναι μια σύγχρονη μεταφορά του κλασικού μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ο Ορφέας ταξιδεύει στον κάτω κόσμο για να σώσει τη γυναίκα του, η οποία κατοικεί στην Hadestown, την υπόγεια βιομηχανική πόλη του Άδη. Η πόλη προστατεύεται από ένα τείχος, το οποίο ο Άδης πείθει τους κατοίκους να χτίζουν με τα χέρια τους για να προστατευτούν από τη φτώχεια.

Ωστόσο, το έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ο «πόλεμος» κατά  της φτώχειας είναι αέναος και έτσι οι κάτοικοι της Hadestown άθελά τους φυλακίζουν τον εαυτό τους και αγνοούν το γεγονός ότι ο Άδης τους εκμεταλλεύεται για ψίχουλα.

[HADES]

Why do we build the wall, my children, my children?
Why do we build the wall?

[ALL TOGETHER]
Why do we build the wall?
We build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
How does the wall keep us free, my children, my children?
How does the wall keep us free?

[ALL TOGETHER]
How does the wall keep us free?
The wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Who do we call the enemy, my children, my children?
Who do we call the enemy?

[ALL TOGETHER]
Who do we call the enemy?
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Because we have and they have not, my children, my children
Because they want what we have got

[ALL TOGETHER]
Because we have and they have not
Because they want what we have got
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
What do we have that they should want, my children, my children?
What do we have that they should want?

[ALL TOGETHER]
What do we have that they should want?
We have a wall to work upon
We have work and they have none
And our work is never done
My children, my children
And the war is never won
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free
We build the wall to keep us free

 

ΟΧΙ – Υστερόγραφο για το τελεσίγραφο

Η Καθημερινή 28/10/1940

Σαν υστερόγραφο στη χθεσινή μου ανάρτηση και αφού διάβασα αρκετά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το θέμα, πιστεύω ότι είναι σκόπιμο να καταρρίψω ένα μύθο που δημιουργήθηκε για να… καταρρίψει έναν άλλο μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν και διατηρούν ιστορικούς μύθους, ακόμα και σχετικά νέα έθνη όπως οι ΗΠΑ, πόσω μάλλον η Ελλάδα της οποίας η ιστορία μετρά χιλιετηρίδες και όχι αιώνες. Αυτό δεν είναι κάτι μεμπτό ή περίεργο.

Το μεμπτό είναι να καταφεύγουμε στη διάψευση των πάντων χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να κάνουμε την προσωπική μας έρευνα ή να βασιστούμε σε κάποια αξιόπιστη πηγή.

Εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με το περίφημο «ΟΧΙ» του Μεταξά. Μια γρήγορη αναδρομή στη Wikipedia μάς αποκαλύπτει ότι η απάντηση του δικτάτορα στον Ιταλό πρέσβη, Εμμανουέλε Γκράτσι, ήταν στα Γαλλικά: «Alors, c’est la guerre» (ή όπως αποδίδεται στα Ελληνικά «Αυτό σημαίνει πόλεμος»).

Πολλοί, λοιπόν, στο πνεύμα των ημερών σπεύδουν να… καταδικάσουν το «όχι» απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Ωστόσο, η συζήτηση των δύο ανδρών δεν ολοκληρώθηκε εκεί. Το απόσπασμα από το βιβλίο του ίδιου του Γκράτσι «Η αρχή του τέλους – η επιχείρηση κατά της Ελλάδος» είναι διαφωτιστικό:

Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να του εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε:
-Μεταξάς: Λοιπόν έχουμε πόλεμο.
-Γκράτσι: Όχι απαραίτητα Εξοχότατε. Η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι θα δεχθείτε την αξίωσίν της και θ’ αφήσετε τα ιταλικά στρατεύματα να διέλθουν δια να καταλάβουν τα στρατηγικά σημεία της χώρας.
-Μεταξάς: Και ποια είναι τα στρατηγικά αυτά σημεία, περί των οποίων ομιλεί η διακοίνωσις;
-Γκράτσι: Δεν είμαι εις θέσιν να σας είπω, Εξοχότατε. Η Κυβέρνησίς μου δεν με ενημέρωσε… Γνωρίζω μόνον ότι το τελεσίγραφο εκπνέει εις τας 6 το πρωί.
-Μεταξάς: Εν τοιαύτη περιπτώσει η διακοίνωσις αυτή αποτελεί κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
-Γκράτσι: Όχι, Εξοχότατε. Είναι τελεσίγραφον.
-Μεταξάς: Ισοδύναμον προς κήρυξιν πολέμου.
-Γκράτσι: Ασφαλώς όχι, διότι πιστεύω ότι θα παράσχετε τας διευκολύνσεις, τας οποίας ζητεί η κυβέρνησίς μου.
-Μεταξάς: ΟΧΙ! Ούτε λόγος δύναται να γίνη περί ελευθέρας διελεύσεως. Ακόμη όμως και αν υπετίθετο ότι θα έδιδα μια τοιαύτην διαταγήν (την οποίαν δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω), είναι τώρα τρεις το πρωί. Πρέπει να ετοιμασθώ,να κατέβω εις τας Αθήνας, να ξυπνήσω τον Βασιλέα, να καλέσω τον Υπουργόν των Στρατιωτικών και τον αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου, να θέσω εις κίνησιν όλες τος στρατιωτικές τηλεγραφικές υπηρεσίες, έτσι που μια τέτοια απόφασις να γίνει γνωστή στα πλέον προκεχωρημένα τμήματα των συνόρων. Όλα αυτά είναι πρακτικώς αδύνατα. Η Ιταλία, η οποία δε μας παρέχει καν τη δυνατότητα να εκλέξωμε μεταξύ πολέμου και ειρήνης, κηρύσσει ουσιαστικώς τον πόλεμον εναντίον της Ελλάδος.
(μετά από μια σύντομη παύση)
-Μεταξάς: Πολύ καλά λοιπόν, έχομεν πόλεμον.

Νομίζω πως η «επέτειος του Όχι» είναι πιο πρακτική σαν ονομασία από την «επέτειο του Αλόρ, σε λα γκερ». Ίσως για αυτό δεν μνημονεύεται η πρώτη απάντηση του Μεταξά και έμεινε στην Ιστορία το εμφατικό «όχι» που ακολούθησε.

Κάτι άλλο που διάβασα επίσης είναι ότι μόνο στην Ελλάδα γιορτάζουμε την είσοδό μας στον πόλεμο και όχι το τέλος του. Αυτό είναι όντως αξιοσημείωτο, ωστόσο έχει εξήγηση. Η ημέρα που η Ελλάδα, δια στόματος ενός δικτάτορα, είπε όχι στις απαιτήσεις ενός άλλου δικτάτορα, δεν σηματοδότησε μόνο την περήφανη στάση μιας μικρής χώρας απέναντι σε μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη. Ήταν επίσης η αρχή της πρώτης ήττας του Άξονα στον Β’ Παγκόσμιο, με ψυχολογικές και στρατηγικές συνέπειες που είναι δύσκολο να εκτιμηθούν πλήρως. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου του Γκράτσι, οι φιλοδοξίες και το γόητρο του Μουσολίνι (καθώς και μεγάλο μέρος του στρατού του) δέχθηκαν τεράστιο πλήγμα. Ήταν ακόμα η αφορμή για να ενωθεί, έστω και για λίγα χρόνια, μια διχασμένη Ελλάδα για έναν ιερό σκοπό.

Για να μιλήσουμε και με εντελώς πρακτικούς όρους, η ήττα των Ιταλών δεν σφραγίστηκε σε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Η «εαρινή επίθεσή» τους απέτυχε παταγωδώς και ατόνησε σιγά-σιγά μέχρι να ανανεωθεί, αφού πια οι Γερμανοί είχαν αποκόψει τον ελληνικό στρατό και δεν υπήρχε άλλη λύση από την παράδοση. Δεν υπήρχε, λοιπόν, κάποια πιο ταιριαστή ημερομηνία για εορτασμό από την 28η. Η οποία, μάλιστα, γιορτάστηκε ήδη από την επόμενη χρονιά, το 1941, αψηφώντας τις δυνάμεις κατοχής και κάθε χρονιά έκτοτε μέχρι σήμερα.

Το σύνθημα του "Όχι" είχε επικρατήσει ήδη από την Άνοιξη του '41, με την επίθεση των Γερμανών.

Το σύνθημα του «Όχι» είχε επικρατήσει ήδη από την Άνοιξη του ’41, με την επίθεση των Γερμανών.

Ίσως την καλύτερη και απλούστερη ερμηνεία για τη σημασία της επετείου, να την έδωσε ο Γιώργος Σεφέρης:
«Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου»

Διάλειμμα #45

Γιατί όχι;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο θρόνο του. Ε όχι.

Και να που η πολιτική ηγεσία του «ναι σε όλα» γιορτάζει και πάλι το «όχι». Η ζωή (άρα και η Ιστορία) είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές και μεγάλες ειρωνείες. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σοβαρά τι θα έκαναν οι τιμημένοι ηγέτες του έθνους που βρίσκεται σήμερα στο έλεος της κρίσης, εάν ήταν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά το 1940. Πιστεύετε πραγματικά ότι θα έλεγαν το «όχι»; Η απάντηση ίσως δεν είναι και τόσο απλή.

Υπάρχει λόγος σοβαρός που η εκάστοτε κυβέρνηση δεν νιώθει καμία τύψη όταν πρόκειται να κόψει κονδύλια από την Παιδεία, όταν προωθεί ερμηνείες της Ιστορίας δήθεν προοδευτικές  και δεν αφήνει περιθώρια για μια πιο ορθολογική, αλλά όχι ισοπεδωτική μελέτη και διδασκαλία της. Ο λόγος είναι ότι η σωστή διδασκαλία της Ιστορίας σε βοηθά να μαθαίνεις να σκέφτεσαι και, κυρίως, να αμφισβητείς. Αντίθετα, οι ψευτοπροοδευτικοί αριστεροί σαν την κα. Ρεπούση, προτιμούν να θάβουν ό,τι μας ενοχλεί κάτω από το χαλί στο όνομα τίνος, άραγε; Της φιλίας των λαών; Αν έχω μάθει κάτι σε αυτή τη ζωή είναι ότι η φιλία που βασίζεται στο ψέμα δεν μπορεί να έχει καλό τέλος.

Μόνο αν έρθουμε αντιμέτωποι με τα γεγονότα και αναζητήσουμε την αλήθεια, απαλλαγμένοι όσο γίνεται από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, μπορούμε να μάθουμε κάτι χρήσιμο για την ταυτότητά μας και για τη θέση μας στον κόσμο. Διαφορετικά, θα ζούμε ο καθένας στο χρωματιστό συννεφάκι της επιλογής του και θα πέφτουμε από αυτό με κάθε ευκαιρία. Ας επανέλθουμε στην Ιστορία, λοιπόν.

Όταν ήμασταν παιδιά μας έμαθαν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το περήφανο «όχι» στις δυνάμεις του Άξονα. Κανείς δεν μας ανέφερε τότε τι ακριβώς ήταν ο Μεταξάς, ούτε τους λόγους που τον οδήγησαν στην ιστορική απάντηση. Γίνεται ένας κατά τεκμήριο γερμανόφιλος δικτάτορας, ένας φασίστας, να πει «όχι» στους ομοίους του; Γίνεται. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά δεν ήταν ηλίθιος (όπως κάποιοι άλλοι της συνομοταξίας του, τους οποίους μερικοί μνημονεύουν ακόμα).

Πρώτον, γνώριζε ότι ο στρατός στο μεγαλύτερο μέρος του διαφωνούσε με την αποδοχή της απαίτησης του Μουσολίνι. Ακόμα και όσοι είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τον ίδιο θα δυσκολεύονταν να καταπιούν την απίστευτη πρόκληση των Ιταλών με τον τορπιλισμό της Έλλης (και την ακόλουθη απόπειρα τορπιλισμού δύο επιβατικών πλοίων) το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για την κοινή γνώμη.

Δεύτερον, ο Μεταξάς ήταν στρατιωτικός με μεγάλη αντίληψη της στρατηγικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Μπορεί ο ίδιος να ήθελε την Ελλάδα να στηρίζει το Γ’ Ράιχ, αλλά πίστευε ότι ως ναυτική δύναμη ανήκε αναγκαστικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτοί είναι εν συντομία οι λόγοι που οδήγησαν τον Μεταξά στην ιστορική απόφαση και όχι ο υπέρμετρος ηρωισμός του. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι καθόλου ρομαντικά και ίσως να μην ικανοποιούν όποιον ντε και καλά θέλει να τα βάφει όλα άσπρα-μαύρα. Τίποτα, όμως, δεν είναι απόλυτο, ούτε καν οι λόγοι που οδηγούν σε ένα μονολεκτικό, κάθετο «όχι».

Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αν αποδεχθούμε ότι ένας φασίστας μπορεί να πάρει μια έντιμη, ηθική, γενναία απόφαση (έστω και αναγκαστικά), γυρίζοντας το νόμισμα αντιλαμβανόμαστε ότι εξίσου εύκολα ένας δημοκράτης μπορεί να πάρει τις χειρότερες αποφάσεις με την πρόφαση της «λαϊκής εντολής». Και τι θα γίνει αν ξαφνικά ο καθένας το συνειδητοποιήσει κι αρχίσει να κρίνει τα πράγματα όχι από τις ταμπέλες που τους κολλάμε, αλλά από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα;

Τι θα γίνει εάν αρχίσει να σκέφτεται;

Διάλειμμα #44

Αντί για μουσικό διάλειμμα προτίμησα αυτή τη φορά ένα αφιέρωμα σε ένα σχετικά άγνωστο επεισόδιο του Ελληνοϊταλικού πολέμου που μου επισήμανε μια φίλη. Αξίζει πολύ περισσότερο να αφιερώσετε εδώ μια ώρα αντί να παρακολουθήσετε μια ακόμα κενή, πριβέ παρέλαση από το θίασο που κυβερνά αυτή τη χώρα:

3ης Σεπτεμβρίου, γωνία

Η Επανάσταση της 3ης ΣεπτεμβρίουΈνας φίλος μου φρόντισε να μου θυμίσει προχθές το νόημα της επετείου της ημέρας. Ντράπηκα λίγο, είναι η αλήθεια. Για κάποιον που ενδιαφέρεται για την Ιστορία, απέτυχα παταγωδώς να εστιάσω στο πραγματικά ιστορικό γεγονός, πέφτοντας ακόμα και μετά από τόσα χρόνια στην παγίδα που έστησε περίτεχνα ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ήταν αναμφισβήτητα ένας χαρισματικός και πανούργος πολιτικός. Μία ένδειξη αυτής της πανουργίας αποτελεί και ο σφετερισμός μιας ιστορικής επετείου, παραγκωνισμένης έτσι κι αλλιώς στις μέρες μας, προς όφελος του κόμματός του το οποίο έμελλε να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της χώρας επί σχεδόν 40 χρόνια.

Η 3η Σεπτεμβρίου δεν είναι απλά η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Η 3η Σεπτεμβρίου είναι η επέτειος του κινήματος που έφερε ξανά στην Ελλάδα τη Δημοκρατία, Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης το 1840 και κατάφερε να ενώσει τους αρχηγούς δύο αντίπαλων κομμάτων (Μεταξά και Λόντο), έναν στρατιωτικό (Καλλέργη) και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής για τη διεκδίκηση αυτού που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ενώ χάνεται μέσα από τα χέρια μας κάθε μέρα.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης έφερε τη Δημοκρατία πίσω στη χώρα που τη γέννησε.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Παπανδρέου την ευτέλισε σε απόλυτο βαθμό.

Όχι μόνο του, φυσικά.

Πάτησε πάνω στο διχασμό που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος και ο οποίος επί τριάντα χρόνια διατηρούσε ανοιχτές πληγές. Πληγές τις οποίες η χούντα μόνο χειροτέρευσε. Ήταν πολύ εύκολο, λοιπόν, για τον κόσμο να πιστέψει σε έναν χαρισματικό άνθρωπο που του υποσχέθηκε τα πάντα. Που του έταξε ότι επιτέλους θα έπαιρνε το αίμα του πίσω από τη Δεξιά. Τα ψίχουλα που μοίρασε ήταν αρκετά για να τον διατηρήσουν στην εξουσία μέχρι το τέλος.

Από την άλλη, το αντίπαλο δέος του ΠΑΣΟΚ αρκέστηκε στη σπασμωδική απόπειρα εφαρμογής ορισμένων δήθεν «εκσυγχρονιστικών» μέτρων, χωρίς ποτέ να χτυπήσει τα προβλήματα στη ρίζα τους. Αντί να αλλάξει τα πράγματα, προτίμησε να αλλάξει τα πράσινα ανθρωπάκια με γαλάζια. Έπαιξε το ίδιο παιχνίδι και έχασε.

Όσο, λοιπόν, ο κόσμος καθόταν στις κερκίδες και παρακολουθούσε ανεμίζοντας σημαιούλες τα πράσινα και γαλάζια ανθρωπάκια να παίζουν έναν κάκιστο αγώνα ποδοσφαίρου, το έδαφος χανόταν κάτω από τα πόδια του.

Στο τέλος, η δεύτερη γενιά πολιτικών της μεταπολίτευσης δεν μπόρεσε καν να κρατήσει μάσκες και προσχήματα. Προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, έβαλε στην άκρη τις όποιες «ιδεολογικές» διαφορές (σημειολογικές θα τις έλεγα εγώ, πια) και συμμάχησε για το κοινό καλό. Το δικό τους κοινό καλό βέβαια.

Ο σκοπός της ιστορικής αναδρομής δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες και να καταριόμαστε όσους μας έφεραν ως εδώ. Ούτε να αυτομαστιγωνόμαστε για τις αμαρτίες μας, ενώ οι αυτόχριστοι σωτήρες και εξομολόγοι μας τιμωρούν με απάνθρωπα και αδιέξοδα μέτρα.

Γιατί δεν το αξίζουμε. Κανένας λαός δεν αξίζει να εξευτελίζεται με αυτόν τον τρόπο.

Ο σκοπός είναι να μάθουμε από το παρελθόν. Και αυτό που μας διδάσκει είναι ότι οι Έλληνες μεγαλουργούσαν όταν ήταν ενωμένοι για έναν κοινό σκοπό.

Το χάσμα πλέον μεταξύ των πολιτικών και του λαού είναι τόσο έντονο και ξεκάθαρο όσο ήταν το 1840 το χάσμα μεταξύ ενός Βαυαρού ηγεμόνα που ήρθε «φυτευτός» στη χώρα και των Ελλήνων που μόλις είχαν αποκτήσει ξανά την ελευθερία τους. Και τότε, όπως και τώρα, ο εθνικός διχασμός είχε δώσει την ευκαιρία στους ξένους συμμάχους να επέμβουν στα εσωτερικά της χώρας. Το πρόσχημα ήταν η σωτηρία της, αλλά ο σκοπός ήταν ο έλεγχός της.

Τότε δεν υπήρχε καν Κοινοβούλιο. Η πλατεία Συντάγματος ήταν η πλατεία των Ανακτόρων. Σήμερα μπορεί να υπάρχει, αλλά είναι διακοσμητικό. Οι ουσιαστικές αποφάσεις δεν παίρνονται πια εδώ και, το χειρότερο, δεν υπάρχει κανένα κόμμα στη Βουλή το οποίο να είναι ειλικρινές στις προθέσεις του. Η λύση φαίνεται απίθανο να βρεθεί εντός των ορίων του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Έχω την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ξανά σε ένα σταυροδρόμι. 3ης Σεπτεμβρίου γωνία.