Το Τείχος

Berlin-Wall-piece

Το 1989, πριν από 30 χρόνια σχεδόν -μία ολόκληρη γενιά- κατεδαφίστηκε το Τείχος του Βερολίνου. Ήταν το συμβολικό τέλος μιας μακράς περιόδου ειρήνης, η οποία είχε βασιστεί στον τρόμο. Σήμερα το Τείχος κοσμεί εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια σαν σουβενίρ, μικρά κομμάτια Ιστορίας σαν τρόπαια ενός γιγάντιου κτήνους που επιτέλους νικήθηκε. Λογικό να κρατάμε κάτι τέτοιο σαν ανάμνηση, καθώς η σκέψη ότι μπορεί να νικηθεί ένα τόσο τρομακτικό θηρίο μάς γεμίζει με αισιοδοξία. Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος φαινόταν έτοιμος για μια νέα εποχή πραγματικής ειρήνης και αλληλοκατανόησης το 1989.

Ωστόσο το Τείχος είναι μια ιδέα και οι ιδέες, όπως γνωρίζουμε, δεν πεθαίνουν εύκολα. Είτε είναι καλές, είτε είναι κακές.

Η ιδέα αυτή μπορούμε να φανταστούμε πως είναι η ασφάλεια. Ένα τείχος, εξάλλου, έχει σκοπό να μας προστατεύει από τους κινδύνους του κόσμου έξω από αυτό. Ωστόσο η ασφάλεια είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Το έναυσμα πίσω από ένα τείχος είναι ο φόβος, καθώς η ασφάλεια ως έννοια δεν υφίσταται χωρίς αυτόν.

Ο φόβος του εχθρού, ο φόβος του διαφορετικού, ο φόβος του αγνώστου. Ο φόβος ως ένστικτο υπάρχει για να μας προστατεύει από τους κινδύνους, έχει όμως ένα σημαντικό μειονέκτημα: εξισώνει απόλυτα τις τρεις αυτές έννοιες. Τον εχθρό, το διαφορετικό και το άγνωστο.

Και όταν οτιδήποτε ξένο και διαφορετικό από εμάς γίνεται ο εχθρός και η απάντησή μας σε αυτό είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα τείχος, τότε χάνουμε αυτομάτως τη δυνατότητα να το γνωρίσουμε. Στο σημείο αυτό δεν έχει πλέον σημασία αν οτιδήποτε εκτός του τείχους είναι όντως επικίνδυνο ή όχι: ό,τι βρίσκεται «εκεί έξω» είναι εχθρικό.

Το τείχος μπορεί να μας προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα μας φυλακίζει. Ακόμα και ο ίδιος ο διαχωρισμός του «έξω» από το «μέσα» είναι ανύπαρκτος χωρίς ένα τείχος. Στην πράξη παίρνουμε κάτι το οποίο ήταν άλλοτε ανοιχτό και ελεύθερο και το περικυκλώνουμε με μια μάζα από μπετόν και τούβλα, κλεινόμαστε μέσα του για να είμαστε ασφαλείς και χάνουμε αμέσως την επαφή μας με ό,τι βρίσκεται εκτός.

Οι εκάστοτε κρατούντες αγαπούν τα τείχη, καθώς αποτελούν ένα έμπρακτο δείγμα της αφοσίωσής τους στην προστασία του συνόλου, αλλά κυρίως ένα θαυμάσιο μέσο ελέγχου. Το Τείχος του Βερολίνου ονομαζόταν Antifaschistischer Schutzwall, δηλαδή Αντι-Φασιστικό Οχύρωμα Προστασίας. Το υπονοούμενο ήταν πως το Δυτικό Βερολίνο ήταν καταφύγιο φασιστών του Β’ Παγκοσμίου υπό την προστασία του ΝΑΤΟ.

Όχι πώς η ακραία κομουνιστοφοβία και ο μακαρθισμός αποτελούσαν υπόδειγμα δημοκρατίας, κάθε άλλο, αλλά στην πραγματικότητα η δικτατορία του προλεταριάτου και ειδικά το καθεστώς κατοχής που επικρατούσε στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ προσέγγιζε πολύ περισσότερο ένα ολοκληρωτικό καθεστώς απ’ ότι η ομολογουμένως ρατσιστική, ελαττωματική δημοκρατία της Δύσης.

Αυτό δεν είχε σημασία, ωστόσο. Σημασία είχε ότι πριν από την ανέγερση του Τείχους 3,5 εκατομμύρια είχαν περάσει στη Δυτική Γερμανία, ενώ έπειτα από αυτή 100.000 άτομα επιχείρησαν να δραπετεύσουν, αλλά μόλις 5.000 τα κατάφεραν ως το 1989.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς, λοιπόν, ποιος ήταν ο σκοπός ύπαρξης του Τείχους. Δεν ήταν ούτε η προστασία από το φασισμό, ούτε η ασφάλεια, αλλά η κράτηση του πληθυσμού δια της βίας σε μια χώρα όπου δεν ήθελαν να ζουν. Η πτώση του άρα ήταν νομοτελειακή. Όπως ήταν και η κατάρρευση ολόκληρου  του Ανατολικού Μπλοκ.

Χτίστηκαν κι άλλα τείχη μετά το ’89, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο του Ισραήλ. Ωστόσο στην πλειοψηφία τους τα τείχη που ανεγείρουν πλέον οι κρατούντες είναι νομικά και ιδεολογικά, όχι πραγματικά. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ έκανε αναγκαία την εμφάνιση ενός νέου εχθρού και αυτός δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά στην αυγή της νέας χιλιετηρίδας.

Η τρομοκρατία δεν ανακόπτεται με τσιμεντένια τείχη, κι έτσι χρειάστηκε η ανέγερση νέων, ιδεολογικών τειχών που θα διαχώριζαν για πάντα τη χριστιανική Δύση από τη μουσουλμανική Ανατολή, το Διαφωτισμό από τον Φονταμενταλισμό, τον πολιτισμό από τον σκοταδισμό.

Έτσι, εύκολα και βολικά, το γκρίζο έγινε ξανά ασπρόμαυρο και δόθηκε το ελεύθερο στη Δύση να ισοπεδώσει χώρες και καθεστώτα για την «ασφάλεια και την ελευθερία», αφήνοντας πίσω συντρίμμια τα οποία το μόνο που θα μπορούσαν να γεννήσουν είναι ο φανατισμός, το μίσος και η δίψα για εκδίκηση.

Τα πραγματικά τείχη ήρθαν ξανά στο προσκήνιο με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος διατυμπάνιζε ότι το ανέφικτο πρακτικά και οικονομικά τείχος στα σύνορα με το Μεξικό θα έλυνε το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ, το οποίο είναι κατά τα λεγόμενά του οι παράνομοι μετανάστες.

Δεν έχει σημασία αν θα κτιστεί το τείχος ή όχι. Σημασία έχει ότι με την ιδέα και μόνο στοχοποιείται ο εχθρός, γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ των δικών μας, καλών ανθρώπων και των κακών που βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Μεταξύ των πολιτισμένων και των μαυριδερών, άπλυτων που θέλουν τα αγαθά μας.

Τι κι αν τα «αγαθά» αυτά έχουν εξανεμιστεί εδώ και χρόνια και τελικά το μόνο που μας μένει είναι ο διαχωρισμός μεταξύ μας: εμείς είμαστε καλύτεροι από αυτούς, αυτοί δεν έχουν τείχος. Ο καλύτερος τρόπος για να μην διαμαρτυρηθείς, όταν λίγο-λίγο χάνεις όλα όσα θεωρούσες αυτονόητα, είναι η απειλή ότι θα τα χάσεις όλα, ότι θα στα πάρει «ο ξένος».

Αφορμή για να βγάλω το ιστολόγιό μου από τη ναφθαλίνη ήταν ένα εξαιρετικό τραγούδι, το οποίο ανακάλυψα πριν από αρκετό καιρό και το οποίο γυρίζει από τότε στο μυαλό μου. Είναι προγενέστερο από τον Τραμπ, καθώς είχε γραφτεί από την Anais Mitchell για το concept album Hadestown του 2010, ωστόσο αφού αυτός ξεκίνησε την προεκλογική του εκστρατεία και άρχισε να διαλαλεί την πρόθεσή του να χτίσει το τείχος του, ξαφνικά έγινε φοβερά επίκαιρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν παύει ποτέ να είναι επίκαιρο.

Το σκηνικό είναι μια σύγχρονη μεταφορά του κλασικού μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ο Ορφέας ταξιδεύει στον κάτω κόσμο για να σώσει τη γυναίκα του, η οποία κατοικεί στην Hadestown, την υπόγεια βιομηχανική πόλη του Άδη. Η πόλη προστατεύεται από ένα τείχος, το οποίο ο Άδης πείθει τους κατοίκους να χτίζουν με τα χέρια τους για να προστατευτούν από τη φτώχεια.

Ωστόσο, το έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ο «πόλεμος» κατά  της φτώχειας είναι αέναος και έτσι οι κάτοικοι της Hadestown άθελά τους φυλακίζουν τον εαυτό τους και αγνοούν το γεγονός ότι ο Άδης τους εκμεταλλεύεται για ψίχουλα.

[HADES]

Why do we build the wall, my children, my children?
Why do we build the wall?

[ALL TOGETHER]
Why do we build the wall?
We build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
How does the wall keep us free, my children, my children?
How does the wall keep us free?

[ALL TOGETHER]
How does the wall keep us free?
The wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Who do we call the enemy, my children, my children?
Who do we call the enemy?

[ALL TOGETHER]
Who do we call the enemy?
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Because we have and they have not, my children, my children
Because they want what we have got

[ALL TOGETHER]
Because we have and they have not
Because they want what we have got
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
What do we have that they should want, my children, my children?
What do we have that they should want?

[ALL TOGETHER]
What do we have that they should want?
We have a wall to work upon
We have work and they have none
And our work is never done
My children, my children
And the war is never won
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free
We build the wall to keep us free

 

Advertisements

ΟΧΙ – Υστερόγραφο για το τελεσίγραφο

Η Καθημερινή 28/10/1940

Σαν υστερόγραφο στη χθεσινή μου ανάρτηση και αφού διάβασα αρκετά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το θέμα, πιστεύω ότι είναι σκόπιμο να καταρρίψω ένα μύθο που δημιουργήθηκε για να… καταρρίψει έναν άλλο μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν και διατηρούν ιστορικούς μύθους, ακόμα και σχετικά νέα έθνη όπως οι ΗΠΑ, πόσω μάλλον η Ελλάδα της οποίας η ιστορία μετρά χιλιετηρίδες και όχι αιώνες. Αυτό δεν είναι κάτι μεμπτό ή περίεργο.

Το μεμπτό είναι να καταφεύγουμε στη διάψευση των πάντων χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να κάνουμε την προσωπική μας έρευνα ή να βασιστούμε σε κάποια αξιόπιστη πηγή.

Εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με το περίφημο «ΟΧΙ» του Μεταξά. Μια γρήγορη αναδρομή στη Wikipedia μάς αποκαλύπτει ότι η απάντηση του δικτάτορα στον Ιταλό πρέσβη, Εμμανουέλε Γκράτσι, ήταν στα Γαλλικά: «Alors, c’est la guerre» (ή όπως αποδίδεται στα Ελληνικά «Αυτό σημαίνει πόλεμος»).

Πολλοί, λοιπόν, στο πνεύμα των ημερών σπεύδουν να… καταδικάσουν το «όχι» απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Ωστόσο, η συζήτηση των δύο ανδρών δεν ολοκληρώθηκε εκεί. Το απόσπασμα από το βιβλίο του ίδιου του Γκράτσι «Η αρχή του τέλους – η επιχείρηση κατά της Ελλάδος» είναι διαφωτιστικό:

Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να του εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε:
-Μεταξάς: Λοιπόν έχουμε πόλεμο.
-Γκράτσι: Όχι απαραίτητα Εξοχότατε. Η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι θα δεχθείτε την αξίωσίν της και θ’ αφήσετε τα ιταλικά στρατεύματα να διέλθουν δια να καταλάβουν τα στρατηγικά σημεία της χώρας.
-Μεταξάς: Και ποια είναι τα στρατηγικά αυτά σημεία, περί των οποίων ομιλεί η διακοίνωσις;
-Γκράτσι: Δεν είμαι εις θέσιν να σας είπω, Εξοχότατε. Η Κυβέρνησίς μου δεν με ενημέρωσε… Γνωρίζω μόνον ότι το τελεσίγραφο εκπνέει εις τας 6 το πρωί.
-Μεταξάς: Εν τοιαύτη περιπτώσει η διακοίνωσις αυτή αποτελεί κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
-Γκράτσι: Όχι, Εξοχότατε. Είναι τελεσίγραφον.
-Μεταξάς: Ισοδύναμον προς κήρυξιν πολέμου.
-Γκράτσι: Ασφαλώς όχι, διότι πιστεύω ότι θα παράσχετε τας διευκολύνσεις, τας οποίας ζητεί η κυβέρνησίς μου.
-Μεταξάς: ΟΧΙ! Ούτε λόγος δύναται να γίνη περί ελευθέρας διελεύσεως. Ακόμη όμως και αν υπετίθετο ότι θα έδιδα μια τοιαύτην διαταγήν (την οποίαν δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω), είναι τώρα τρεις το πρωί. Πρέπει να ετοιμασθώ,να κατέβω εις τας Αθήνας, να ξυπνήσω τον Βασιλέα, να καλέσω τον Υπουργόν των Στρατιωτικών και τον αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου, να θέσω εις κίνησιν όλες τος στρατιωτικές τηλεγραφικές υπηρεσίες, έτσι που μια τέτοια απόφασις να γίνει γνωστή στα πλέον προκεχωρημένα τμήματα των συνόρων. Όλα αυτά είναι πρακτικώς αδύνατα. Η Ιταλία, η οποία δε μας παρέχει καν τη δυνατότητα να εκλέξωμε μεταξύ πολέμου και ειρήνης, κηρύσσει ουσιαστικώς τον πόλεμον εναντίον της Ελλάδος.
(μετά από μια σύντομη παύση)
-Μεταξάς: Πολύ καλά λοιπόν, έχομεν πόλεμον.

Νομίζω πως η «επέτειος του Όχι» είναι πιο πρακτική σαν ονομασία από την «επέτειο του Αλόρ, σε λα γκερ». Ίσως για αυτό δεν μνημονεύεται η πρώτη απάντηση του Μεταξά και έμεινε στην Ιστορία το εμφατικό «όχι» που ακολούθησε.

Κάτι άλλο που διάβασα επίσης είναι ότι μόνο στην Ελλάδα γιορτάζουμε την είσοδό μας στον πόλεμο και όχι το τέλος του. Αυτό είναι όντως αξιοσημείωτο, ωστόσο έχει εξήγηση. Η ημέρα που η Ελλάδα, δια στόματος ενός δικτάτορα, είπε όχι στις απαιτήσεις ενός άλλου δικτάτορα, δεν σηματοδότησε μόνο την περήφανη στάση μιας μικρής χώρας απέναντι σε μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη. Ήταν επίσης η αρχή της πρώτης ήττας του Άξονα στον Β’ Παγκόσμιο, με ψυχολογικές και στρατηγικές συνέπειες που είναι δύσκολο να εκτιμηθούν πλήρως. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου του Γκράτσι, οι φιλοδοξίες και το γόητρο του Μουσολίνι (καθώς και μεγάλο μέρος του στρατού του) δέχθηκαν τεράστιο πλήγμα. Ήταν ακόμα η αφορμή για να ενωθεί, έστω και για λίγα χρόνια, μια διχασμένη Ελλάδα για έναν ιερό σκοπό.

Για να μιλήσουμε και με εντελώς πρακτικούς όρους, η ήττα των Ιταλών δεν σφραγίστηκε σε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Η «εαρινή επίθεσή» τους απέτυχε παταγωδώς και ατόνησε σιγά-σιγά μέχρι να ανανεωθεί, αφού πια οι Γερμανοί είχαν αποκόψει τον ελληνικό στρατό και δεν υπήρχε άλλη λύση από την παράδοση. Δεν υπήρχε, λοιπόν, κάποια πιο ταιριαστή ημερομηνία για εορτασμό από την 28η. Η οποία, μάλιστα, γιορτάστηκε ήδη από την επόμενη χρονιά, το 1941, αψηφώντας τις δυνάμεις κατοχής και κάθε χρονιά έκτοτε μέχρι σήμερα.

Το σύνθημα του "Όχι" είχε επικρατήσει ήδη από την Άνοιξη του '41, με την επίθεση των Γερμανών.

Το σύνθημα του «Όχι» είχε επικρατήσει ήδη από την Άνοιξη του ’41, με την επίθεση των Γερμανών.

Ίσως την καλύτερη και απλούστερη ερμηνεία για τη σημασία της επετείου, να την έδωσε ο Γιώργος Σεφέρης:
«Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου»

Διάλειμμα #45

Γιατί όχι;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο θρόνο του. Ε όχι.

Και να που η πολιτική ηγεσία του «ναι σε όλα» γιορτάζει και πάλι το «όχι». Η ζωή (άρα και η Ιστορία) είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές και μεγάλες ειρωνείες. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σοβαρά τι θα έκαναν οι τιμημένοι ηγέτες του έθνους που βρίσκεται σήμερα στο έλεος της κρίσης, εάν ήταν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά το 1940. Πιστεύετε πραγματικά ότι θα έλεγαν το «όχι»; Η απάντηση ίσως δεν είναι και τόσο απλή.

Υπάρχει λόγος σοβαρός που η εκάστοτε κυβέρνηση δεν νιώθει καμία τύψη όταν πρόκειται να κόψει κονδύλια από την Παιδεία, όταν προωθεί ερμηνείες της Ιστορίας δήθεν προοδευτικές  και δεν αφήνει περιθώρια για μια πιο ορθολογική, αλλά όχι ισοπεδωτική μελέτη και διδασκαλία της. Ο λόγος είναι ότι η σωστή διδασκαλία της Ιστορίας σε βοηθά να μαθαίνεις να σκέφτεσαι και, κυρίως, να αμφισβητείς. Αντίθετα, οι ψευτοπροοδευτικοί αριστεροί σαν την κα. Ρεπούση, προτιμούν να θάβουν ό,τι μας ενοχλεί κάτω από το χαλί στο όνομα τίνος, άραγε; Της φιλίας των λαών; Αν έχω μάθει κάτι σε αυτή τη ζωή είναι ότι η φιλία που βασίζεται στο ψέμα δεν μπορεί να έχει καλό τέλος.

Μόνο αν έρθουμε αντιμέτωποι με τα γεγονότα και αναζητήσουμε την αλήθεια, απαλλαγμένοι όσο γίνεται από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, μπορούμε να μάθουμε κάτι χρήσιμο για την ταυτότητά μας και για τη θέση μας στον κόσμο. Διαφορετικά, θα ζούμε ο καθένας στο χρωματιστό συννεφάκι της επιλογής του και θα πέφτουμε από αυτό με κάθε ευκαιρία. Ας επανέλθουμε στην Ιστορία, λοιπόν.

Όταν ήμασταν παιδιά μας έμαθαν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το περήφανο «όχι» στις δυνάμεις του Άξονα. Κανείς δεν μας ανέφερε τότε τι ακριβώς ήταν ο Μεταξάς, ούτε τους λόγους που τον οδήγησαν στην ιστορική απάντηση. Γίνεται ένας κατά τεκμήριο γερμανόφιλος δικτάτορας, ένας φασίστας, να πει «όχι» στους ομοίους του; Γίνεται. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά δεν ήταν ηλίθιος (όπως κάποιοι άλλοι της συνομοταξίας του, τους οποίους μερικοί μνημονεύουν ακόμα).

Πρώτον, γνώριζε ότι ο στρατός στο μεγαλύτερο μέρος του διαφωνούσε με την αποδοχή της απαίτησης του Μουσολίνι. Ακόμα και όσοι είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τον ίδιο θα δυσκολεύονταν να καταπιούν την απίστευτη πρόκληση των Ιταλών με τον τορπιλισμό της Έλλης (και την ακόλουθη απόπειρα τορπιλισμού δύο επιβατικών πλοίων) το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για την κοινή γνώμη.

Δεύτερον, ο Μεταξάς ήταν στρατιωτικός με μεγάλη αντίληψη της στρατηγικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Μπορεί ο ίδιος να ήθελε την Ελλάδα να στηρίζει το Γ’ Ράιχ, αλλά πίστευε ότι ως ναυτική δύναμη ανήκε αναγκαστικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτοί είναι εν συντομία οι λόγοι που οδήγησαν τον Μεταξά στην ιστορική απόφαση και όχι ο υπέρμετρος ηρωισμός του. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι καθόλου ρομαντικά και ίσως να μην ικανοποιούν όποιον ντε και καλά θέλει να τα βάφει όλα άσπρα-μαύρα. Τίποτα, όμως, δεν είναι απόλυτο, ούτε καν οι λόγοι που οδηγούν σε ένα μονολεκτικό, κάθετο «όχι».

Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αν αποδεχθούμε ότι ένας φασίστας μπορεί να πάρει μια έντιμη, ηθική, γενναία απόφαση (έστω και αναγκαστικά), γυρίζοντας το νόμισμα αντιλαμβανόμαστε ότι εξίσου εύκολα ένας δημοκράτης μπορεί να πάρει τις χειρότερες αποφάσεις με την πρόφαση της «λαϊκής εντολής». Και τι θα γίνει αν ξαφνικά ο καθένας το συνειδητοποιήσει κι αρχίσει να κρίνει τα πράγματα όχι από τις ταμπέλες που τους κολλάμε, αλλά από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα;

Τι θα γίνει εάν αρχίσει να σκέφτεται;

Διάλειμμα #44

Αντί για μουσικό διάλειμμα προτίμησα αυτή τη φορά ένα αφιέρωμα σε ένα σχετικά άγνωστο επεισόδιο του Ελληνοϊταλικού πολέμου που μου επισήμανε μια φίλη. Αξίζει πολύ περισσότερο να αφιερώσετε εδώ μια ώρα αντί να παρακολουθήσετε μια ακόμα κενή, πριβέ παρέλαση από το θίασο που κυβερνά αυτή τη χώρα:

3ης Σεπτεμβρίου, γωνία

Η Επανάσταση της 3ης ΣεπτεμβρίουΈνας φίλος μου φρόντισε να μου θυμίσει προχθές το νόημα της επετείου της ημέρας. Ντράπηκα λίγο, είναι η αλήθεια. Για κάποιον που ενδιαφέρεται για την Ιστορία, απέτυχα παταγωδώς να εστιάσω στο πραγματικά ιστορικό γεγονός, πέφτοντας ακόμα και μετά από τόσα χρόνια στην παγίδα που έστησε περίτεχνα ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ήταν αναμφισβήτητα ένας χαρισματικός και πανούργος πολιτικός. Μία ένδειξη αυτής της πανουργίας αποτελεί και ο σφετερισμός μιας ιστορικής επετείου, παραγκωνισμένης έτσι κι αλλιώς στις μέρες μας, προς όφελος του κόμματός του το οποίο έμελλε να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της χώρας επί σχεδόν 40 χρόνια.

Η 3η Σεπτεμβρίου δεν είναι απλά η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Η 3η Σεπτεμβρίου είναι η επέτειος του κινήματος που έφερε ξανά στην Ελλάδα τη Δημοκρατία, Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης το 1840 και κατάφερε να ενώσει τους αρχηγούς δύο αντίπαλων κομμάτων (Μεταξά και Λόντο), έναν στρατιωτικό (Καλλέργη) και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής για τη διεκδίκηση αυτού που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ενώ χάνεται μέσα από τα χέρια μας κάθε μέρα.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης έφερε τη Δημοκρατία πίσω στη χώρα που τη γέννησε.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Παπανδρέου την ευτέλισε σε απόλυτο βαθμό.

Όχι μόνο του, φυσικά.

Πάτησε πάνω στο διχασμό που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος και ο οποίος επί τριάντα χρόνια διατηρούσε ανοιχτές πληγές. Πληγές τις οποίες η χούντα μόνο χειροτέρευσε. Ήταν πολύ εύκολο, λοιπόν, για τον κόσμο να πιστέψει σε έναν χαρισματικό άνθρωπο που του υποσχέθηκε τα πάντα. Που του έταξε ότι επιτέλους θα έπαιρνε το αίμα του πίσω από τη Δεξιά. Τα ψίχουλα που μοίρασε ήταν αρκετά για να τον διατηρήσουν στην εξουσία μέχρι το τέλος.

Από την άλλη, το αντίπαλο δέος του ΠΑΣΟΚ αρκέστηκε στη σπασμωδική απόπειρα εφαρμογής ορισμένων δήθεν «εκσυγχρονιστικών» μέτρων, χωρίς ποτέ να χτυπήσει τα προβλήματα στη ρίζα τους. Αντί να αλλάξει τα πράγματα, προτίμησε να αλλάξει τα πράσινα ανθρωπάκια με γαλάζια. Έπαιξε το ίδιο παιχνίδι και έχασε.

Όσο, λοιπόν, ο κόσμος καθόταν στις κερκίδες και παρακολουθούσε ανεμίζοντας σημαιούλες τα πράσινα και γαλάζια ανθρωπάκια να παίζουν έναν κάκιστο αγώνα ποδοσφαίρου, το έδαφος χανόταν κάτω από τα πόδια του.

Στο τέλος, η δεύτερη γενιά πολιτικών της μεταπολίτευσης δεν μπόρεσε καν να κρατήσει μάσκες και προσχήματα. Προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, έβαλε στην άκρη τις όποιες «ιδεολογικές» διαφορές (σημειολογικές θα τις έλεγα εγώ, πια) και συμμάχησε για το κοινό καλό. Το δικό τους κοινό καλό βέβαια.

Ο σκοπός της ιστορικής αναδρομής δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες και να καταριόμαστε όσους μας έφεραν ως εδώ. Ούτε να αυτομαστιγωνόμαστε για τις αμαρτίες μας, ενώ οι αυτόχριστοι σωτήρες και εξομολόγοι μας τιμωρούν με απάνθρωπα και αδιέξοδα μέτρα.

Γιατί δεν το αξίζουμε. Κανένας λαός δεν αξίζει να εξευτελίζεται με αυτόν τον τρόπο.

Ο σκοπός είναι να μάθουμε από το παρελθόν. Και αυτό που μας διδάσκει είναι ότι οι Έλληνες μεγαλουργούσαν όταν ήταν ενωμένοι για έναν κοινό σκοπό.

Το χάσμα πλέον μεταξύ των πολιτικών και του λαού είναι τόσο έντονο και ξεκάθαρο όσο ήταν το 1840 το χάσμα μεταξύ ενός Βαυαρού ηγεμόνα που ήρθε «φυτευτός» στη χώρα και των Ελλήνων που μόλις είχαν αποκτήσει ξανά την ελευθερία τους. Και τότε, όπως και τώρα, ο εθνικός διχασμός είχε δώσει την ευκαιρία στους ξένους συμμάχους να επέμβουν στα εσωτερικά της χώρας. Το πρόσχημα ήταν η σωτηρία της, αλλά ο σκοπός ήταν ο έλεγχός της.

Τότε δεν υπήρχε καν Κοινοβούλιο. Η πλατεία Συντάγματος ήταν η πλατεία των Ανακτόρων. Σήμερα μπορεί να υπάρχει, αλλά είναι διακοσμητικό. Οι ουσιαστικές αποφάσεις δεν παίρνονται πια εδώ και, το χειρότερο, δεν υπάρχει κανένα κόμμα στη Βουλή το οποίο να είναι ειλικρινές στις προθέσεις του. Η λύση φαίνεται απίθανο να βρεθεί εντός των ορίων του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Έχω την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ξανά σε ένα σταυροδρόμι. 3ης Σεπτεμβρίου γωνία.