Παρουσίαση – Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας

Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας

Χρειάζεται πολλή θέληση για να κυκλοφορήσεις ποιητική συλλογή στις μέρες μας, στην Ελλάδα, αν δεν είσαι επίδοξος «καλλιτέχνης» με λυμένο το πρόβλημα διαβίωσης. Αυτό το καταλαβαίνει λίγο-πολύ ο καθένας, πόσω μάλλον αν έχει την τύχη να γνωρίζει τον ποιητή και να έχει εικόνα για τον αγώνα που αυτός έχει δώσει, σε δημιουργικό και σε προσωπικό επίπεδο, ώστε να φθάσει το πόνημά του σε έναν εκδοτικό οίκο. Και ο εκδοτικός οίκος με τη σειρά του, να το αντιμετωπίσει σαν κάτι περισσότερο από μια ξερή οικονομική συναλλαγή.

Οι «Αρνήσεις» είναι το προϊόν μιας δημιουργικής διεργασίας σε βάθος δεκαετίας, με διακοπές, επανεκκινήσεις και αδιέξοδα σαν αυτά που αντιμετωπίζει ο ανώνυμος «πρωταγωνιστής» των ποιημάτων που μοιάζει να είναι τόσο ο ίδιος ο Ηλίας, όσο και ο καθένας μας. Εύχομαι η συλλογή αυτή να βρει το δρόμο της σε όσο το δυνατόν περισσότερα χέρια, όχι επειδή τυγχάνει ο Ηλίας να είναι φίλος, αλλά επειδή το αξίζει.

Σας παραθέτω την κριτική της Κρις Λιβανίου από το ιστολόγιο «στίγμαΛόγου».

«Οι αρνήσεις μιας ημέρας» του Ηλία Παππά

Το πρώτο ενδιαφέρον σημείο στην καινούρια συλλογή του (δικού μας, εδώ) Ηλία Θ. Παππά Οι αρνήσεις μιας Ημέρας είναι η δομή τους: εικοσιτέσσερα ποιήματα, ένα για κάθε ώρα της ημέρας. Ο αντικειμενικός ρυθμός λοιπόν του ανά μία ώρα ποιήματος έρχεται να συναντήσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων, την αυθύπαρκτη παρουσία τους στον χώρο και τον χρόνο για να συγχρονιστούν τελικά σε ένα αρμονικό αποτέλεσμα.

Είναι μια ποιητική συλλογή της αγωνίας και του λαβυρίνθου, του εσωτερικού και εξωτερικού χάους, κάποιες φορές σαν ένας εφιάλτης που, ξυπνώντας, ανακαλύπτει κανείς ότι συνεχίζεται και στην εκτός μυαλού πραγματικότητα. Και υπάρχει το εξής παράδοξο: ενώ ο ποιητής διαπιστώνει την πλήρη ανατροπή των δεδομένων του, ακουμπάει πάνω τους ένα διαυγές βλέμμα συνειδητοποίησης, σχεδόν αποστασιοποίησης. Η έννοια του λαβυρίνθου εμφανίζεται σαν μια θεματική που επανέρχεται σε όλη την έκταση της συλλογής, όχι σαν ρεφρέν, αλλά σαν κάτι που εξελίσσεται και ξεδιπλώνεται για να γίνει στο τέλος ένα lightmotiv και μια συνθήκη προσέγγισης: «Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος / και ποιος ο λαβύρινθος.»[1], «Μπλέχτηκαν οι λεωφόροι και τα σοκάκια / η νύχτα με τη μέρα»[2], «Άξαφνα τα ανάποδα έχουν γίνει κανονικά / και τα εμμέσως πλην σαφώς δεν βγάζουν νόημα.»[3]

Η προσπάθεια που γίνεται να εξημερωθεί το χάος του χώρου, αλλά και του χρόνου, καταλήγει σε μια έκρηξη αγωνίας που πάει πιο μακριά από την συνήθη αβεβαιότητα. Αυτό που ωστόσο παραμένει είναι η διαύγεια της προσέγγισης του ποιητή: σαν να είναι θεατής της ίδιας του της πραγματικότητας. Το εγώ βρίσκεται στο φόντο, η πρώτη εικόνα είναι μια ποίηση ελάχιστα προσωποκεντρική, σαν να αποβλέπει σε μια οικουμενική διάσταση. Στην συνέχεια όμως και καθώς η μέρα κυλάει και πλησιάζουν τα μεσάνυχτα των προσωπικών δαιμόνων και των φαντασμάτων, το εγώ επανέρχεται στο προσκήνιο, επιχειρεί να γίνει άξονας, να αποτελέσει αυτή τη σταθερά που λείπει για να έχει αυτό το προσωπικό σύμπαν νόημα.

Ο έρωτας δεν υπάρχει ούτε ως υποψία. Δεν είναι προσδοκία, δεν είναι όνειρο, δεν μπαίνει καν στην εξίσωση. Η συναισθηματική φόρτιση προέρχεται από το άγχος της ατομικότητας, την απώλεια σταθερών σε ατομικό επίπεδο: ο άνθρωπος στα ποιήματα αυτά είναι μόνος. Δεν είναι σύνηθες να συναντά κανείς στην ποίηση προσωπική αναζήτηση που να μην εμπεριέχει τον Άλλο είτε ως πραγματικότητα άρρηκτα δεμένη με τον εαυτό, είτε έστω ως υπόθεση, ως μελλοντική συνθήκη. Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτόγνωρη γύμνια, ένας άδειος χώρος, ούτε καν κενό αλλά κάτι ακόμα ριζικότερο: μια απουσία σαν διαμελισμός. Ό,τι συμπέρασμα και να προκύπτει από αυτή την αλληλουχία, αρχίζει και τελειώνει στον άνθρωπο, οι απαντήσεις, αν μπορούν να εκληφθούν ως τέτοιες, μπορούν να βρεθούν μόνο στο περίγραμμα του ατόμου: «Μα δεν αρκεί να σφραγίσεις τα αδιέξοδα / για να βγεις από τον λαβύρινθο.»

Κρις Λιβανίου

[1] Ηλίας Παππάς, Οι αρνήσεις μιας Ημέρας, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, 2013, σελ. 9.
[2] op.cit. σελ. 10.
[3] op.cit. σελ. 12.

 

Ακολουθούν τρία ποιήματα από τη συλλογή:

 

09:00

 

(άγουρο ξύπνημα, άνευ ονείρου)

 

Όσο στέκομαι και την κοιτάζω δεν θα βγάλει άχνα

η παλιά, μισοτελειωμένη ζωγραφιά.

 

Οι σκόρπιες μολυβιές, οι πολύχρωμες μουντζούρες

δε χαρίζουν εικόνα – μόνο πάνω, ψηλά

κάτι σαν ουρανός απλώνεται

την ώρα που κάτω, χαμηλά, κάτι σαν άνθρωπος ή σκύλος

πάει να ξεκινήσει.

 

Απ’τον ορίζοντα – αν είναι – αχτίδες ή βέλη ρέουν

στην ανοικτή παλάμη της γης

και γύρω τριγύρω στο σπίτι – αν είναι –

χορεύει ο φαφούτης φράχτης μες στα αγριόχορτα.

Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος

και ποιος ο λαβύρινθος.

 

17:00

 

(κομπολόι κόμπλεξ, στο βάθος σύνορα)

 

Χρόνια πολλά μετά μ’ άγνωστα δέντρα θα καπνίζουμε

και μ’ άρρωστο αέρα θα συζητάμε,

σε ξένη συντροφιά

στα καλντερίμια και στα σταυροδρόμια.

 

Με καινούριες πραμάτειες και δώρα

άλλοτε γονυπετείς

άλλοτε ‘μοβόροι

δεξιά κι αριστερά θα μοιράζουμε ό,τι μας ξέμεινε

απ’ την πατρίδα

 

(ας πούμε ελλάδα την ελλάδα).

 

Τα βράδια γύρω απ’ τις φωτιές του γέλιου

θα δίνουμε άφεση σε όσους πλανεύτηκαν

από το καμπουρόσωμά της

ή το σκαμμένο πρόσωπο της ακμής,

αλλά και σε όσους την κυνήγησαν σαν μια τρέλα εφηβική,

μια επιπόλαιη αλήθεια

που φούσκωσε λαίμαργα το πάθος κι ύστερα, τάχα

ξεμπρόστιασε η εμμονή.

 

19:00

 

(επιφοίτηση, τηλεγραφείο εκτός τόπου και χρόνου)

 

Ίσα που προλαβαίνω να ειδοποιήσω το παρελθόν:

 

«ΟΛΑ ΠΗΓΑΝ ΣΤΡΑΒΑ. ΣΤΟΠ.

ΣΟΣ ΣΟΣ ΣΤΟΠ.

ΜΗΝ ΕΡΘΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΔΩ. ΣΤΟΠ.

ΚΟΦΤΕΡΑ ΒΡΑΧΙΑ. ΣΤΟΠ.

ΑΦΑΝΗ. ΣΤΟΠ.

ΑΙΧΜΗΡΑ ΝΕΡΑ. ΣΤΟΠ.

ΚΕΝΟ. ΠΟΛΥ ΚΕΝΟ. ΣΤΟΠ.

ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ».

 

Στοπ.

Advertisements

Κλείσε τα μάτια και προχώρα

Η πορεία μας είναι προδιαγεγραμμένη.

Από τα πιο ψηλά μεγάφωνα το φώναξαν, βάζοντας σε παύση κάθε παλμό και γεμίζοντάς τον με αναίτια ένταση και αχάρακτο μέλλον.

Μας έδωσαν καθρέφτες με έτοιμα είδωλα και κοιταχτήκαμε, μέχρι που δεν χρειάστηκε να ψάξουμε άλλο για να βρούμε το τίποτα κι έτσι, απλά, αγκαλιαστήκαμε.

«Εσείς από εδώ, εσείς από εκεί» μας χώρισαν και τράβηξαν στη μέση μια γραμμή. Μας έδωσαν όπλα και χτύπησαν το καμπανάκι, να κυλήσει το αίμα. Ποιος να αντισταθεί, άραγε, ποιος να καταλάβει;

Εμείς μπορούμε να αντισταθούμε και εμείς μπορούμε να καταλάβουμε. Πια, εδώ που φτάνουμε, εδώ που ο κανόνας είναι η αποτροπή των αναπνοών, νικητές θα είναι αυτοί που παίρνουν βαθιές ανάσες. Εδώ που δρόμοι δεν υπάρχουν, νικητές θα είναι αυτοί που περπατούν στο κενό.

Κι αν χρειαστεί να φτύσουμε το πρόσωπό μας, αν χρειαστεί να καγχάσουμε τις γονατισμένες σκιές μας, αν χρειαστεί να αποκαλυφθούμε ως ζώα, μη διστάσουμε. Η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη, συνυφασμένη με τη φύση, με όριο πέρα από την απλή αντίσταση, μια μεταμόρφωση αναγκαστική και αναγκαία.

Θα έρθει με δάκρυα, αίμα και θάνατο, όπως όλες οι μεταμορφώσεις, όπως όλες οι γέννες. Δεν είναι επιλογή, δεν είναι δράμα, δεν είναι καν αποτέλεσμα. Είναι απλά μια βεβαιότητα, όπως ο αέρας και η θάλασσα, η βροχή και το χιόνι.

Φτάνει με την απόδοση του μίσους, με την ανάλυση της γενιάς, με τα παιχνίδια και τις συνωμοσίες των πολιτικών, φτάνει, με τη μεμψιμοιρία μη τυχόν και χάσουμε το κεκτημένο τέλος, με την επανάληψη του φτηνού συναισθηματισμού που μας ενώνει μόνο μέσα από το Facebook.

Καιρός για αλλαγές και θερισμούς, των καταιγίδων και της γης.

Δεν υπάρχει χώρος για να στοιβάξουμε άλλη διστακτικότητα, δεν υπάρχει ώρα να μετρήσουμε παραπανίσιο φόβο. Δεν υπάρχει άλλη μέρα να χαραμίσουμε ενάντια στα παιδιά μας, τα δικά μας και των άλλων, στα ανίψια μας, τα δικά μας και των άλλων, στους εαυτούς μας, τους δικούς μας και των άλλων.

Είναι μια πορεία προδιαγεγραμμένη, μια πορεία που παρασέρνει, θέλουμε δε θέλουμε, κάθε τι που νομίζουμε ότι προστατεύουμε: μα τίποτα, τίποτα δεν προστατεύεται από την επιβίωση.

Και ίσως, μέρες πολλές μετά, όταν θα κοιτάμε τα σύνορα της μάχης, όταν θα έχει μείνει παρά μόνο η στάχτη και τα χαμόγελα της ανακούφισης, να νιώσουμε τι σήμαινε το εμπρός και όχι το πίσω, το ρίσκο της φωτιάς και όχι ο λίθος της ατροφίας.

Μέσα στη μοίρα αφημένοι, μετά από αγώνες στους προσωπικούς μας δρόμους, θα ξεχυθούμε σαν κύμα που ξέρει, πάνω από όλα, τι σημαίνει να χαράζεις το μέλλον μέσα στις παλάμες, το δικό σου μέλλον, στις δικές σου παλάμες.

Κλείσε τα μάτια και προχώρα.

Αράχνης μαίανδρος

Κοίτα την αραχνούλα εκεί,

ποσό ασήμαντη κι αστεία μοιάζει,

από κλαδί σε κλαδί πηδά,

και τον ιστό της υφαίνει,

λεπτό σαν τρίχα λευκή, θαρρείς άυλο.

Κι αν ήθελες τα χρώματά της να δεις,

δε διακρίνονται, τόσο είναι μικροσκοπική.

Τρέχει γρήγορα εδώ κι εκεί,

από σκιά σε σκιά, σκιά υφαίνοντας.

Ούτε σκνίπα δεν τρομάζει.

Δες την τώρα, σα να μεγάλωσε λίγο,

όπως ήρθε πιο κοντά, όπως μας ζυγώνει,

γύρω από πόρτες και παράθυρα περιπολεί,

και τον ιστό της υφαίνει,

σπάγκος που μετά βίας αντέχει στον άνεμο.

Στο φως του δειλινού μοιάζει γαλάζια και λευκή,

ποιος να το ‘ξερε πως αράχνη

με τέτοια χρώματα υπάρχει,

κι ο ιστός της κρατά μακριά,

μαυριδερά κουνούπια που μας απομυζούν τη νύχτα.

Κι όταν ανοίξεις τα μάτια ένα πρωί,

θα τη δεις ξάφνου γύρω απ’ το κρεβάτι σου,

μεγάλη πια σα γροθιά,

και τον ιστό της θα υφαίνει,

σκοινί χοντρό με κόμπους άλυτους.

Πλέον θα τη βλέπεις καθαρά,

μαύρη με άκρα κόκκινα,

σαν εφιάλτης ξεχασμένος, παλιός,

μα υπόσχεται να παγιδεύει

μύγες μιαρές και νωθρούς κηφήνες.

Όμως πρόσεξε μια μέρα μη ξύπνήσεις,

με την αράχνη πάνω σου,

το βάρος της να σου κόβει την ανάσα,

κι ο ιστός που θα σε τυλίγει,

συρματόσχοινο που δίχως αίμα δεν κόβεται.

Όταν θα το καταλάβεις

η αράχνη τι θηρίο είναι αληθινά,

θα σε έχει ποτίσει δηλητήριο,

και θα είναι πια αργά για σένα,

το έντομο πλέον θα είσαι συ.

Μουσικό Διάλειμμα #22