Η Μαύρη Τρύπα είναι μια εικόνα για το μέλλον μας

Μια ομάδα επιστημόνων αποκάλυψε χθες για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας τη φωτογραφία ενός από τα πλέον μυστηριώδη ουράνια σώματα. Της περίφημης μαύρης τρύπας.

First Image of a Black Hole

Φωτογραφίζοντας το αόρατο

Σε αυτό το φωτεινό, θολό «κουλούρι» δεν φαίνεται κάτι το αξιοσημείωτο. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που έχουμε μια εικόνα μαύρης τρύπας, μια πραγματική εικόνα, όχι κάποια καλλιτεχνική αναπαράσταση ή κάποια κινηματογραφική απεικόνιση, όπως εκείνη του Gargantua στο εκπληκτικό Interstellar του Nolan, η οποία όμως τελικά δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα.

Μιλάμε για την φωτογραφία ενός φαινομένου το οποίο πριν κάποια χρόνια φανταζόμασταν ότι δεν θα ήταν καν ορατό, καθώς η βαρύτητα της μαύρης τρύπας είναι τόσο ισχυρή που απορροφά τα πάντα – ακόμα και το φως. Η συγκεκριμένη μαύρη τρύπα που αποτελεί την καρδιά του γαλαξία Messier 87 βρίσκεται σε απόσταση 55 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη.

Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ακόμα και αν είχαμε τρόπο να πετύχουμε κάτι που πρακτικά σήμερα θεωρείται αδύνατον να επιτευχθεί με μηχανικά μέσα, δηλαδή να ταξιδέψουμε με την ταχύτητα του φωτός, τότε θα χρειαζόμασταν 55 εκατομμύρια χρόνια για να φτάσουμε στο Messier 87.

Δεύτερον, η εικόνα που καταφέραμε να τραβήξουμε από το μακρινό γαλαξία είναι εκείνη που αυτός είχε πριν από 55 εκατομμύρια χρόνια. Η Γη βρισκόταν στην αρχή του Ηώκαινου, τα αέρια του θερμοκηπίου αυξάνονταν και υπήρχε πολύ λίγος πάγος. Οι δεινόσαυροι είχαν εξαφανιστεί πριν από 11 εκατομμύρια χρόνια και τα θηλαστικά μόλις άρχιζαν να κυριαρχούν. Το ανθρώπινο είδος δεν υπήρχε καν ούτε σαν ιδέα στον πλανήτη.

Όλα αυτά σίγουρα δημιουργούν κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις.

Κάποιοι μπορεί να απορρίψουν αυτό το μεγάλο επιστημονικό επίτευγμα, καθώς δεν έχει ούτε κάποιον άμεσο αντίκτυπο στα προβλήματά μας ως ανθρωπότητα, αλλά ούτε και μας λέει κάτι νέο: πρόκειται ουσιαστικά για μια τρανή επαλήθευση των προβλέψεων του Einstein, ο οποίος καθισμένος σε ένα γραφείο πριν από εκατό χρόνια περιέγραψε αυτό ακριβώς που βλέπουμε σήμερα. Την εποχή εκείνη δεν ήταν λίγοι οι επιστήμονες που απέρριπταν εντελώς την «αλλόκοτη» θεωρία της Σχετικότητας του Einstein και ορισμένοι, μάλιστα, συνέχιζαν να αμφισβητούν την ύπαρξη μαύρων τρυπών μέχρι να προκύψουν τα πρώτα πειραματικά δεδομένα που την επιβεβαίωναν.

Ξεχάστε τους επιστήμονες. Το θέμα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις τότε, ώστε ο Einstein να γράψει σε έναν φίλο του:

«Ο κόσμος αυτός είναι ένα περίεργο τρελοκομείο. Αμαξάδες και σερβιτόροι διαφωνούν για το αν η θεωρία της σχετικότητας είναι σωστή ή όχι. Οι πεποιθήσεις στο ζήτημα αυτό εξαρτώνται από τις πολιτικές θέσεις του καθενός.»

Σας θυμίζει κάτι; Σήμερα έχει αναχθεί σε πολιτικό ζήτημα όχι κάποια πρωτοποριακή για την εποχή της θεωρία, αλλά η κλιματική κρίση, την οποία αποδέχεται και επιβεβαιώνει η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων πάνω στον πλανήτη. Αυτό δεν σταματά ορισμένους να την αμφισβητούν, για καθαρά πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.

Ωστόσο, όπως θα έπρεπε να καταλαβαίνουμε, οι φυσικοί νόμοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου ούτε για την πολιτική, ούτε για την οικονομία.

I told you so3

Ο Einstein (και μαζί με αυτόν ο Hawking και αρκετοί άλλοι) είχε δίκιο.

Ας επανέλθουμε, όμως, στο επίτευγμα του Event Horizon Telescope, το οποίο είναι ένα «τηλεσκόπιο» στο μέγεθος του πλανήτη: στην πραγματικότητα, οκτώ ραδιοτηλεσκόπια σε τέσσερις ηπείρους συνδύασαν τις δυνάμεις τους επί δύο χρόνια συνολικά για να μας δώσουν αυτό το αποτέλεσμα.

merlin_153292077_302d6e71-212e-4e1b-b09e-8af1cd0c0d4b-superJumbo

Η συστοιχία Atacama Large Millimeter Array που βρίσκεται στη Χιλή. Y. Beletsky (LCO)/ESO

Ακόμα και ο όρος «τηλεσκόπιο» μπορεί να είναι παραπλανητικός για εμάς, καθώς συχνά πρόκειται για ολόκληρες συστοιχίες, όπως το Atacama Large Millimeter Array παραπάνω.

Και τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι το επίτευγμα αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς τη σύμπραξη 200 επιστημόνων από όλο τον κόσμο, από 13 διαφορετικά ιδρύματα, τους υπερυπολογιστές του ινστιτούτου Max Planck στη Γερμανία και του MIT στις ΗΠΑ και χρηματοδότηση από Αμερική, Ευρώπη και Ασία. Καμία χώρα από μόνη της, όσο προηγμένη και αν είναι, δεν θα μπορούσε να πετύχει κάτι τέτοιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα σταυροδρόμι. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η ανθρωπότητα να πετύχει σημαντικά πραγματα, αλλά και για να εξασφαλίσει την ίδια της την επιβίωση, αντιμετωπίζοντας τα κρίσιμα προβλήματα που τη θέτουν σε άμεσο κίνδυνο είναι η συνεργασία. Αυτό γίνεται ακόμα πιο αντιληπτό, αν αναλογιστούμε ότι οποιοδήποτε επιστημονικό επίτευγμα δεν σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την ανάπτυξη κάποιου νέου οπλικού συστήματος, αποτελεί πλέον σε κάποιο βαθμό αποτέλεσμα διεθνούς σύμπραξης.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι αστροναύτες που βρίσκονται στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό προέρχονται από την Αμερική, τη Ρωσία και τον Καναδά. Ταυτόχρονα, Αμερική και Ρωσία έχουν εισέλθει σχεδόν σε μια νέα ψυχροπολεμική περίοδο. Η Αμερική πρόσφατα αποσύρθηκε από τη συμφωνία για την απαγόρευση της εγκατάστασης πυραύλων μικρού και μέσου βεληνεκούς στην Ευρώπη.

Η Ρωσία πρόσφατα αποκάλυψε ότι έχει σχεδιάσει ένα νέο όπλο μαζικής καταστροφής, μια «βρώμικη» τορπίλη, η οποία έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει ένα ραδιενεργό τσουνάμι που θα μπορούσε να καταστήσει ολόκληρη την ακτογραμμή των ΗΠΑ μη κατοικίσιμη επί δεκαετίες.

Ακόμα και στο χείλος της απόλυτης εξαφάνισης στο σκοτάδι, υπάρχει ένα στεφάνι από φως: καθώς η ύλη έλκεται στην τεράστια βαρυτική δίνη μιας μαύρης τρύπας, τα σωματίδια που την αποτελούν επιταχύνουν στην ταχύτητα του φωτός, θερμαίνονται σε εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου και σχηματίζουν ένα φωτεινό δίσκο προσαύξησης.

Κάτι σαν φωτοστέφανο. Ή φάρο που προειδοποιεί για τον κίνδυνο που κρύβεται μετά το φωτεινό αυτό σύνορο.

Είναι στο χέρι μας, συλλογικά, να επιλέξουμε να αντισταθούμε στην έλξη που οδηγεί στον αφανισμό και να επιτύχουμε σαν ανθρωπότητα αδιανόητα πράγματα. Ή να εξαφανιστούμε χωρίς ίχνος.

Η διάσημη φράση που αποδίδεται στον μεγάλο επιστήμονα «Δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία» μάλλον δεν ειπώθηκε ποτέ από εκείνον.

Όπως και να έχει, ας μην την επαληθεύσουμε.

 

Advertisements

Το επίμονο ψέμα

«Αν επαναλάβεις ένα ψέμα αρκετές φορές, τότε γίνεται αλήθεια.»

Bundesarchiv_Bild_183-1989-0821-502,_Joseph_Goebbels

Το διάσημο αυτό απόφθεγμα είναι -τι ειρωνεία- και αυτό προϊόν ψέματος: αποδίδεται εσφαλμένα στο διαβόητο Joseph Goebbels, υπουργό προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Στην ουσία αποτελεί μια ελεύθερη απόδοση της ιδέας του Μεγάλου Ψέματος, όπως την εξέθεσε ο Αδόλφος Χίτλερ στο βιβλίο ο Αγών μου. Ο ίδιος απέδιδε το Μεγάλο Ψέμα στους Εβραίους, ενώ στην πραγματικότητα περιέγραφε ακριβώς την τακτική που ακολούθησαν οι Ναζί για να τους δαιμονοποιήσουν και να τους οδηγήσουν αρχικά στο περιθώριο και στη συνέχεια στο κρεματόριο.

Όπως και να έχει, το απόφευγμα ισχύει. Θέλετε ένα παράδειγμα; Κάθε χρόνο στη χώρα μας τέτοιες μέρες ακούμε τα ίδια: δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο.

Φέτος την τιμή είχε ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής κ. Λαγός:

Ο κ. Λαγός φυσικά χρησιμοποιεί μια άλλη προσφιλή τακτική προπαγάνδας: κρύβει το ψέμα μέσα σε μια αλήθεια. Όπως είπε δεν υπήρξε νεκρός μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου, πράγμα που ισχύει. Όπως τουλάχιστον καταγράφεται και στο πόρισμα της πιο έγκυρης μέχρι σήμερα έρευνας πάνω στο θέμα, εκείνης του κ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη που δημοσιεύτηκε το 2004, οι 23 επιβεβαιωμένοι νεκροί των γεγονότων του Πολυτεχνείου δέχθηκαν πυρά ή επιθέσεις από τις 16-18/11/1973 και είτε πέθαναν ακαριαία, είτε έως και τον Δεκέμβριο του 1973 σε κάποιο νοσοκομείο. Ο 24ος δεν είναι εξακριβωμένο αν σκοτώθηκε στην Αθήνα ή στην ταυτόχρονη κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Και ο κατάλογος αυτός δεν είναι απαραίτητα πλήρης γιατί όπως γνωρίζουμε η αλήθεια και ένα δικτατορικό καθεστώς δεν έχουν τις καλύτερες σχέσεις.

Κατά μία έννοια, λοιπόν, ο κ. Λαγός έχει δίκιο. Δεν σκοτώθηκε κανείς μέσα στο Πολυτεχνείο. Οι νεκροί δεν ήταν καν απαραίτητα φοιτητές. Κάποιοι ήταν απλοί άνθρωποι που εξέφρασαν την συμπαράστασή τους στους καταληψίες, άλλοι απλώς παρακολουθούσαν τα γεγονότα από κάποια ταράτσα ή μπαλκόνι. Αυτό που δεν μας εξηγούν οι νοσταλγοί και απολογητές της Χούντας όλα αυτά τα χρόνια είναι το τι σημασία έχει πού σκοτώθηκαν οι άνθρωποι αυτοί. Σημασία έχει το ότι άρματα μάχης, ακροβολιστές και ένοπλοι στρατιώτες και αστυνομικοί έσπειραν το θάνατο επί τρεις ημέρες, προκειμένου να καταστείλουν μια ειρηνική διαμαρτυρία κατά του φασισμού.

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοτωθεί κανείς, ακόμα κι αν είχαν «απλά» συρθεί στα υπόγεια της ΕΑΤ-ΕΣΑ για να «ανακριθούν» από την Αστυνομία με τους γνωστούς σε όλους μας τρόπους, θα ήταν άραγε αυτό άλλοθι για τη Δικτατορία; Βέβαια, οι νεκροί δεν συγκαλύπτονται το ίδιο εύκολα. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ακόμα και το 2018, 45 χρόνια μετά τα μοιραία γεγονότα, συζητάμε ακόμα το θέμα αυτό, αποδεικνύει ένα πράγμα: δε θα πάψουν ποτέ.

Δε θα πάψουν ποτέ να επαναλαμβάνουν το ψέμα. Θα το επαναλαμβάνουν μέχρι να το πιστέψουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Μέχρι να μην υπάρχει πια κανείς που να ενδιαφέρεται να ψάξει την αλήθεια. Και τότε το ψέμα τους αυτομάτως θα μετατραπεί σε Ιστορία.

Κάθε χρόνος που περνά μας απομακρύνει από τα γεγονότα. Η στεγνή, μονότονη επανάληψη των ίδιων επίσημων τελετών μάς κάνει αδιάφορους. Τα ντοκουμέντα ξεθωριάζουν και φαίνονται ανούσια και βαρετά μπροστά στα καθημερινά προβλήματα, μπροστά στην αποτυχία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, μπροστά στην εξαργύρωση του αντιδικτατορικού αγώνα από ορισμένους σε αστραφτερό πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο βούτηξε μοιραία στη λάσπη και έχασε κάθε αξία.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν έχει πραγματικά σημασία. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε, κάθε χρόνο, κάθε μέρα αν γίνεται, είναι ότι πολλοί αθώοι άνθρωποι έδωσαν κάποτε το αίμα τους, όπως έχει γίνει πολλές φορές μέσα στην Ιστορία, ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να εκφραζόμαστε και να ζούμε ελεύθεροι. Κατά το δυνατόν.

Ειδικά αυτή τη στιγμή, στην οποία ο ολοκληρωτισμός βρίσκεται σε άνοδο παγκοσμίως, πρέπει να θυμόμαστε ποια είναι η αλήθεια και ποιο είναι το μεγάλο, επίμονο ψέμα. Και ποιοι είναι αυτοί που το επαναλαμβάνουν.

Όπως κάποτε ο κ. Γεωργιάδης, όταν δεν είχε λόγους να κρύβεται.

Η Πτώση

Falling Up

Falling Up, πίνακας του Ken Vrana

Το 2012, μεσούσης της κρίσης, αποφάσισα να ξεκινήσω το παρόν ιστολόγιο. Όπως είχα γράψει κάποια στιγμή, πίστευα ότι υπήρχαν δύο τρόποι αντίδρασης στο φαινομενικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζε η χώρα μας: ο ένας συμπεριλάμβανε εξέγερση και μολότωφ και ο άλλος ανάλυση και διάλογο. Και επειδή είναι πεποίθησή μου ότι η βία δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει, το μόνο που θα μπορούσα να κάνω είναι να γράψω.

Αυτό συνεχίστηκε για τρία και πλέον χρόνια, ώσπου σταδιακά εγκατέλειψα την προσπάθεια. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά θα σταθώ στους πιο βασικούς: καταρχήν μου δινόταν η αίσθηση ότι βρίσκόμουν σε αυτό που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν «echo chamber», δηλαδή έναν περιορισμένο χώρο στον οποίο οι απόψεις μου ήταν αποδεκτές ή, έστω, κατανοητές αλλά ταυτόχρονα περιορισμένες. Τίποτα δεν περνούσε έξω από τον χώρο αυτό και, αν περνούσε, λάμβανε μια ετικέτα η οποία αυτομάτως το καθιστούσε ανεπιθύμητο στο κοινό του λεγόμενου συντηρητικού χώρου.

Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει επειδή, όπως οι περισσότεροι από εμάς έχουν αντιληφθεί, η βούληση για ουσιαστικό διάλογο έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό. Παντού επικρατεί πόλωση και σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται για την άποψη του άλλου. Αυτό που θέλουν οι περισσότεροι είναι να αποδείξουν ότι η δική τους άποψη είναι η σωστή. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την επιβάλουν δια της βίας. Και αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται σε άτομα πολιτικοποιημένα ή μη, κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου και από κάθε χώρο.

Ο δεύτερος λόγος είναι η μάλλον αναμενόμενη, όσο και ολοκληρωτική απογοήτευση που προήλθε από την αποτυχία της πρώτης «αριστερής» κυβέρνησης όχι να κάνει όσα είχε δεσμευτεί (πράγμα το οποίο ήταν μη ρεαλιστικό, έτσι κι αλλιώς) αλλά έστω να μετριάσει λίγο τον αντίκτυπο της κρίσης και να διαπραγματευτεί μέτρα τα οποία θα ήταν λιγότερο φονικά για τους πολίτες. Προφανώς αυτό το γεγονός οδήγησε και στη βουβαμάρα την οποία βιώνουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος, καθώς κόμματα τα οποία ανήκουν (θεωρητικά) σε όλο το πολιτικό φάσμα ακολούθησαν λίγο-πολύ τις ίδιες πολιτικές, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία.

Το θέμα, όμως, δεν είναι ποιος μπορούσε να ακρωτηριάσει τη χώρα με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Το θέμα είναι ότι η «θεραπεία» αυτή δεν ήταν έτσι κι αλλιώς η ενδεδειγμένη. Ο ασθενής κρατήθηκε με τη βία ζωντανός, αλλά οι παθογένειες δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ. Άρα, είναι θέμα χρόνου η επανεμφάνιση της νόσου. Και όταν συμβεί αυτό, δε θα υπάρχει πλέον τίποτα να κοπεί.

Ο τρίτος και σημαντικότερος, ίσως, λόγος είναι ότι η λυπηρή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν οφείλεται μόνο στις εσωτερικές μας αδυναμίες, αλλά είναι γενικότερο σύμπτωμα της διαδικασίας αποσύνθεσης στην οποία βρίσκεται ο καπιταλισμός. Η διαφορά μας με τις περισσότερες άλλες χώρες της Δύσης είναι ότι η κρίση του 2008 μας βρήκε πιο ανοχύρωτους ακριβώς λόγω των παθογενειών που προαναφέραμε.

Ωστόσο, οι ίδιες παθογένειες υφίστανται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και σε άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ενώ τα εγγενή προβλήματα τα οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δύσης κρύβουν συστηματικά κάτω από το χαλί αργά ή γρήγορα θα γίνουν αισθητά παντού. Τα προβλήματα αυτά οδηγούν σταδιακά όσο και αναπόφευκτα στην πτώση προς τον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός πάρει τη μορφή ενός ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, είτε την παραδοσιακή μορφή του φασισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά δεν θέλει να τα ακούσει κανείς, ειδικά στη χώρα μας. Οι ευθύνες και εδώ, αλλά και στο εξωτερικό πέφτουν στους «ηλίθιους» και «αμόρφωτους» ψηφοφόρους, στην «ανικανότητα των φτωχών να πάρουν σωστές αποφάσεις» και στον τυχοδιωκτισμό κάποιων υποψηφίων που αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες περιπτώσεις αντί για συστημικό σύμπτωμα. Με τον τρόπο αυτό διευρύνεται ακόμα περισσότερο το χάσμα, ενισχύεται η πόλωση και σπρώχνονται όλο και περισσότεροι προς το λαϊκισμό.

Παρατηρήσαμε το φαινόμενο, εδώ και στις ΗΠΑ, μεγάλο μέρος της ελίτ των καλλιτεχνών και διανοουμένων να στηρίζει τη «λογική» επιλογή στις εκλογές, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η «λογική επιλογή» δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό για να αποφευχθεί η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, αλλά και το ότι οι φτωχοποιημένοι ψηφοφόροι δεν μπορούν να λάβουν στα σοβαρά τις συμβουλές και παροτρύνσεις ανθρώπων που, καλώς ή κακώς, βγάζουν περισσότερα σε ένα μήνα από ότι οι ίδιοι σε μια δεκαετία και βάλε.

Και αυτό επειδή δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει καμία διαβεβαίωση ότι οι μέθοδοι που ακολουθούνταν έως σήμερα στην οικονομία θα οδηγήσουν σε έξοδο από την κρίση για την πλειοψηφία των πολιτών. Τα μακροοικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι η φτώχεια μειώνεται παγκοσμίως, αυτό όμως συμβαίνει όχι επειδή ο πλούτος μοιράζεται πιο δίκαια στο σύνολό του, αλλά επειδή ό,τι περισσεύει από το 1% μοιράζεται σε περισσότερους. Η μεσαία τάξη συρρικνώνεται και ο αριθμός όσων ζουν στα όρια της φτώχειας αυξάνεται.

Το παρόν μοντέλο είναι μη βιώσιμο και όχι μόνο λόγω της άνισης κατανομής του πλούτου, αλλά επειδή η ανάπτυξη, την οποία έχουμε αναγάγει σε θρησκεία του 21ου αιώνα, τροφοδοτείται ακόμα και τώρα στο μεγαλύτερο μέρος από μη βιώσιμες πηγές, οι οποίες και θα εξαντληθούν, αλλά και επιβαρύνουν το περιβάλλον με καταστροφικές μεσοπρόθεσμες και ενδεχομένως μοιραίες μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων, δηλαδή της φτωχοποίησης του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού, της πολιτικής και ηθικής κρίσης στην οποία οδηγεί η διευρυνόμενη ανισότητα, της αλόγιστης χρήσης μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, του μη βιώσιμου οικονομικού μοντέλου της συνεχούς ανάπτυξης, της κλιματικής αλλαγής και καταπόνησης του περιβάλλοντος και των γεωπολιτικών συνεπειών όλων των παραπάνω είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγήσει τον πολιτισμό μας σε ολική κατάρρευση μέσα στις επόμενες δεκαετίες, εκτός και αν λάβουμε άμεσα μέτρα σε όλα τα επίπεδα.

Μπροστά στην άμεση και αναγνωρίσιμη πλέον απειλή για την ύπαρξή μας, οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας μοιάζουν με τεχνική λεπτομέρεια, όσο κι αν μας επηρεάζουν άμεσα. Ποιος, όμως, είναι διατεθημένος να τα ακούσει ή να τα διαβάσει όλα αυτά μέσα στην κρίση, η οποία συνεχίζεται παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης για το αντίθετο; Ελάχιστοι.

Συν τοις άλλοις πιστεύω ότι το κοινωνικό, πολιτικό και, τελικά, οικονομικό τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε μας καθιστά ανίκανους να αλλάξουμε σημαντικά την κατάστασή μας (προς το καλύτερο) σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οποιοδήποτε καταλυτικό γεγονός είναι σε θέση να αλλάξει το οτιδήποτε στην Ελλάδα θα προέλθει, μοιραία, απέξω.

Βρισκόμαστε, έτσι, σε κατάσταση αναμονής, προσποιούμενοι εντωμεταξύ ότι κάτι γίνεται. Βγαίνουμε, υποτίθεται, από τα μνημόνια, περιμένουμε τις εκλογές οι οποίες υποτίθεται πως θα αλλάξουν κάτι περισσότερο από τα ονόματα σε μπρούτζινες διακοσμητικές πλάκες, περιμένουμε το επόμενο μεγάλο συμβάν, είτε θα είναι πυρκαγιά, είτε πλημμύρα, είτε σεισμός, το οποίο θα εκθέσει και πάλι το πόσο ανέτοιμος είναι ο κρατικός μηχανισμός να το αντιμετωπίσει. Και θα συνεχίσει να είναι στο μεγαλύτερο βαθμό, ακόμα και μετά τις εκλογές.

Γενικώς αναμένουμε.

Μια φαινομενικά αναπόφευκτη πτώση.

Το Τείχος

Berlin-Wall-piece

Το 1989, πριν από 30 χρόνια σχεδόν -μία ολόκληρη γενιά- κατεδαφίστηκε το Τείχος του Βερολίνου. Ήταν το συμβολικό τέλος μιας μακράς περιόδου ειρήνης, η οποία είχε βασιστεί στον τρόμο. Σήμερα το Τείχος κοσμεί εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια σαν σουβενίρ, μικρά κομμάτια Ιστορίας σαν τρόπαια ενός γιγάντιου κτήνους που επιτέλους νικήθηκε. Λογικό να κρατάμε κάτι τέτοιο σαν ανάμνηση, καθώς η σκέψη ότι μπορεί να νικηθεί ένα τόσο τρομακτικό θηρίο μάς γεμίζει με αισιοδοξία. Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος φαινόταν έτοιμος για μια νέα εποχή πραγματικής ειρήνης και αλληλοκατανόησης το 1989.

Ωστόσο το Τείχος είναι μια ιδέα και οι ιδέες, όπως γνωρίζουμε, δεν πεθαίνουν εύκολα. Είτε είναι καλές, είτε είναι κακές.

Η ιδέα αυτή μπορούμε να φανταστούμε πως είναι η ασφάλεια. Ένα τείχος, εξάλλου, έχει σκοπό να μας προστατεύει από τους κινδύνους του κόσμου έξω από αυτό. Ωστόσο η ασφάλεια είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Το έναυσμα πίσω από ένα τείχος είναι ο φόβος, καθώς η ασφάλεια ως έννοια δεν υφίσταται χωρίς αυτόν.

Ο φόβος του εχθρού, ο φόβος του διαφορετικού, ο φόβος του αγνώστου. Ο φόβος ως ένστικτο υπάρχει για να μας προστατεύει από τους κινδύνους, έχει όμως ένα σημαντικό μειονέκτημα: εξισώνει απόλυτα τις τρεις αυτές έννοιες. Τον εχθρό, το διαφορετικό και το άγνωστο.

Και όταν οτιδήποτε ξένο και διαφορετικό από εμάς γίνεται ο εχθρός και η απάντησή μας σε αυτό είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα τείχος, τότε χάνουμε αυτομάτως τη δυνατότητα να το γνωρίσουμε. Στο σημείο αυτό δεν έχει πλέον σημασία αν οτιδήποτε εκτός του τείχους είναι όντως επικίνδυνο ή όχι: ό,τι βρίσκεται «εκεί έξω» είναι εχθρικό.

Το τείχος μπορεί να μας προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα μας φυλακίζει. Ακόμα και ο ίδιος ο διαχωρισμός του «έξω» από το «μέσα» είναι ανύπαρκτος χωρίς ένα τείχος. Στην πράξη παίρνουμε κάτι το οποίο ήταν άλλοτε ανοιχτό και ελεύθερο και το περικυκλώνουμε με μια μάζα από μπετόν και τούβλα, κλεινόμαστε μέσα του για να είμαστε ασφαλείς και χάνουμε αμέσως την επαφή μας με ό,τι βρίσκεται εκτός.

Οι εκάστοτε κρατούντες αγαπούν τα τείχη, καθώς αποτελούν ένα έμπρακτο δείγμα της αφοσίωσής τους στην προστασία του συνόλου, αλλά κυρίως ένα θαυμάσιο μέσο ελέγχου. Το Τείχος του Βερολίνου ονομαζόταν Antifaschistischer Schutzwall, δηλαδή Αντι-Φασιστικό Οχύρωμα Προστασίας. Το υπονοούμενο ήταν πως το Δυτικό Βερολίνο ήταν καταφύγιο φασιστών του Β’ Παγκοσμίου υπό την προστασία του ΝΑΤΟ.

Όχι πώς η ακραία κομουνιστοφοβία και ο μακαρθισμός αποτελούσαν υπόδειγμα δημοκρατίας, κάθε άλλο, αλλά στην πραγματικότητα η δικτατορία του προλεταριάτου και ειδικά το καθεστώς κατοχής που επικρατούσε στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ προσέγγιζε πολύ περισσότερο ένα ολοκληρωτικό καθεστώς απ’ ότι η ομολογουμένως ρατσιστική, ελαττωματική δημοκρατία της Δύσης.

Αυτό δεν είχε σημασία, ωστόσο. Σημασία είχε ότι πριν από την ανέγερση του Τείχους 3,5 εκατομμύρια είχαν περάσει στη Δυτική Γερμανία, ενώ έπειτα από αυτή 100.000 άτομα επιχείρησαν να δραπετεύσουν, αλλά μόλις 5.000 τα κατάφεραν ως το 1989.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς, λοιπόν, ποιος ήταν ο σκοπός ύπαρξης του Τείχους. Δεν ήταν ούτε η προστασία από το φασισμό, ούτε η ασφάλεια, αλλά η κράτηση του πληθυσμού δια της βίας σε μια χώρα όπου δεν ήθελαν να ζουν. Η πτώση του άρα ήταν νομοτελειακή. Όπως ήταν και η κατάρρευση ολόκληρου  του Ανατολικού Μπλοκ.

Χτίστηκαν κι άλλα τείχη μετά το ’89, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο του Ισραήλ. Ωστόσο στην πλειοψηφία τους τα τείχη που ανεγείρουν πλέον οι κρατούντες είναι νομικά και ιδεολογικά, όχι πραγματικά. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ έκανε αναγκαία την εμφάνιση ενός νέου εχθρού και αυτός δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά στην αυγή της νέας χιλιετηρίδας.

Η τρομοκρατία δεν ανακόπτεται με τσιμεντένια τείχη, κι έτσι χρειάστηκε η ανέγερση νέων, ιδεολογικών τειχών που θα διαχώριζαν για πάντα τη χριστιανική Δύση από τη μουσουλμανική Ανατολή, το Διαφωτισμό από τον Φονταμενταλισμό, τον πολιτισμό από τον σκοταδισμό.

Έτσι, εύκολα και βολικά, το γκρίζο έγινε ξανά ασπρόμαυρο και δόθηκε το ελεύθερο στη Δύση να ισοπεδώσει χώρες και καθεστώτα για την «ασφάλεια και την ελευθερία», αφήνοντας πίσω συντρίμμια τα οποία το μόνο που θα μπορούσαν να γεννήσουν είναι ο φανατισμός, το μίσος και η δίψα για εκδίκηση.

Τα πραγματικά τείχη ήρθαν ξανά στο προσκήνιο με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος διατυμπάνιζε ότι το ανέφικτο πρακτικά και οικονομικά τείχος στα σύνορα με το Μεξικό θα έλυνε το μεγάλο πρόβλημα των ΗΠΑ, το οποίο είναι κατά τα λεγόμενά του οι παράνομοι μετανάστες.

Δεν έχει σημασία αν θα κτιστεί το τείχος ή όχι. Σημασία έχει ότι με την ιδέα και μόνο στοχοποιείται ο εχθρός, γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ των δικών μας, καλών ανθρώπων και των κακών που βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Μεταξύ των πολιτισμένων και των μαυριδερών, άπλυτων που θέλουν τα αγαθά μας.

Τι κι αν τα «αγαθά» αυτά έχουν εξανεμιστεί εδώ και χρόνια και τελικά το μόνο που μας μένει είναι ο διαχωρισμός μεταξύ μας: εμείς είμαστε καλύτεροι από αυτούς, αυτοί δεν έχουν τείχος. Ο καλύτερος τρόπος για να μην διαμαρτυρηθείς, όταν λίγο-λίγο χάνεις όλα όσα θεωρούσες αυτονόητα, είναι η απειλή ότι θα τα χάσεις όλα, ότι θα στα πάρει «ο ξένος».

Αφορμή για να βγάλω το ιστολόγιό μου από τη ναφθαλίνη ήταν ένα εξαιρετικό τραγούδι, το οποίο ανακάλυψα πριν από αρκετό καιρό και το οποίο γυρίζει από τότε στο μυαλό μου. Είναι προγενέστερο από τον Τραμπ, καθώς είχε γραφτεί από την Anais Mitchell για το concept album Hadestown του 2010, ωστόσο αφού αυτός ξεκίνησε την προεκλογική του εκστρατεία και άρχισε να διαλαλεί την πρόθεσή του να χτίσει το τείχος του, ξαφνικά έγινε φοβερά επίκαιρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν παύει ποτέ να είναι επίκαιρο.

Το σκηνικό είναι μια σύγχρονη μεταφορά του κλασικού μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ο Ορφέας ταξιδεύει στον κάτω κόσμο για να σώσει τη γυναίκα του, η οποία κατοικεί στην Hadestown, την υπόγεια βιομηχανική πόλη του Άδη. Η πόλη προστατεύεται από ένα τείχος, το οποίο ο Άδης πείθει τους κατοίκους να χτίζουν με τα χέρια τους για να προστατευτούν από τη φτώχεια.

Ωστόσο, το έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ο «πόλεμος» κατά  της φτώχειας είναι αέναος και έτσι οι κάτοικοι της Hadestown άθελά τους φυλακίζουν τον εαυτό τους και αγνοούν το γεγονός ότι ο Άδης τους εκμεταλλεύεται για ψίχουλα.

[HADES]

Why do we build the wall, my children, my children?
Why do we build the wall?

[ALL TOGETHER]
Why do we build the wall?
We build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
How does the wall keep us free, my children, my children?
How does the wall keep us free?

[ALL TOGETHER]
How does the wall keep us free?
The wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Who do we call the enemy, my children, my children?
Who do we call the enemy?

[ALL TOGETHER]
Who do we call the enemy?
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
Because we have and they have not, my children, my children
Because they want what we have got

[ALL TOGETHER]
Because we have and they have not
Because they want what we have got
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free

[HADES]
What do we have that they should want, my children, my children?
What do we have that they should want?

[ALL TOGETHER]
What do we have that they should want?
We have a wall to work upon
We have work and they have none
And our work is never done
My children, my children
And the war is never won
The enemy is poverty
And the wall keeps out the enemy
And we build the wall to keep us free
That’s why we build the wall
We build the wall to keep us free
We build the wall to keep us free

 

Η αρχή του τέλους;

12324-itok=LQ0Ks41a

Τα πράγματα δεν είναι απλά. Και με αυτό δεν εννοώ αυτό που θα ακολουθήσει μετά το ιστορικής σημασίας δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας για την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα επακόλουθα σίγουρα δεν είναι απλά, ακόμα και αν πάμε σε ένα, θεωρητικά λιγότερο επώδυνο, ενδεχόμενο «ντρίπλας» σαν εκείνη που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το δικό μας αντίστοιχο δημοψήφισμα.

Και αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει γιατί, όπως επισημάνθηκε από τον Independent, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν έχει ουσιαστικά νομική ισχύ. Μπορεί, λοιπόν, κάλλιστα να «κολλήσει» στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, πράγμα που πολύ θα βολέψει για να βγει η Αγγλία από την εξαιρετικά άβολη θέση που τη φέρνει, μεταξύ άλλων, το δικό της «έξω» με το «μέσα» της Σκωτίας. Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι, «απλώς», το κύρος της δημοκρατίας.

Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε μια εξαιρετικά εκτεταμένη παρένθεση και να φιλοσοφήσουμε πάνω στη φύση και τις αδυναμίες της δημοκρατίας, αλλά το αποτέλεσμα θα παραμείνει το ίδιο: η Μεγάλη Βρετανία συνολικά αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα είναι να εντοπιστούν οι λόγοι που οδήγησαν εδώ. Λυπάμαι αν σας χαλάω την απλή και βολική σας εξήγηση, αλλά δε φταίνε ούτε οι «γέροι», ούτε οι ακροδεξιοί, ούτε οι αμόρφωτοι. Φυσικά, οι μεγάλες ηλικίες όντως προτίμησαν το «Brexit», όπως έγινε ασφαλώς και με τους ακροδεξιούς οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι και άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Αλλά η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο. Ποτέ δεν είναι. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που περιορίζεται μόνο στη Βρετανία ή στην Ελλάδα. Είναι πανευρωπαϊκό. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το φαινόμενο Τραμπ, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα είναι μάλλον παγκόσμιο. Ας παραμείνουμε, όμως, στην Ευρώπη.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένωση περισσότερο στο όνομα, παρά στην πράξη. Το εγχείρημα «κόλλησε» στο φιάσκο του Ευρωσυντάγματος καθώς, όπως μας έχουν επισημάνει αρκετές φορές οι φίλοι μας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι αδύνατον να υπάρξει νομισματική ένωση, χωρίς πολιτική ένωση. Η Ε.Ε. αποτελείτο μέχρι χθες από 28 μέλη, 19 εκ των οποίων έχουν κοινό νόμισμα. Από κει και πέρα όμως;

Δε χρειάζεται να διαθέτει κανείς εις βάθος γνώση των διεθνών σχέσεων για να καταλάβει ότι η προσφυγική κρίση ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα της αποτυχίας της Ε.Ε. να δείξει ουσιαστική ενότητα και αλληλεγγύη. Για να το αντιληφθούμε αυτό, αρκεί να φανταστούμε ότι η Ελλάδα αποτελείται από ομόσπονδα κρατίδια. Με το που φθάνουν οι πρόσφυγες ας πούμε στη Λέσβο, τα υπόλοιπα κρατίδια αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορά τους και να αφήσουν τους πρόσφυγες εγκλωβισμένους στο νησί. Ταυτόχρονα και ενώ η Λέσβος είναι εν γνώσει τους σε κακή οικονομική κατάσταση, κυριολεκτικά πετούν χρήματα στην Τουρκία για να εξασφαλίσουν ότι θα περιορίσει την ροή των μεταναστών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή εγγύηση για αυτό. Η Αθήνα μπορεί να διατυμπανίζει ότι έχει τις πόρτες της ανοιχτές στους πρόσφυγες, αλλά εφόσον αυτοί δεν μπορούν να φύγουν από τη Λέσβο, η δήλωση αυτή έχει μάλλον θεωρητικό χαρακτήρα. Θα είχε αυτή η κατάσταση νόημα σε μια ενωμένη χώρα; Σίγουρα όχι. Πώς μπορεί, λοιπόν, να έχει νόημα σε μια πραγματική ένωση κρατών;

Πώς γίνεται σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει, υποτίθεται, κοινά σύνορα να επιτρέπεται σε μεμονωμένα μέλη να τα κλείνουν κατά βούληση, συνάπτοντας μάλιστα συμφωνίες με μη μέλη και αστυνομεύοντας τα σύνορά τους; Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή κύρωση ή, έστω, μια αντίδραση ανάλογη της σοβαρότητας του ατοπήματος αυτού. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Ιρλανδία παραμένουν μέχρι σήμερα εκτός ζώνης Σένγκεν.

Πώς εξηγείται σε μια οικονομική ένωση σε πορεία νομισματικής ενοποίησης η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία να αρνείται να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα; Πέρα από τη Μεγάλη Βρετανία, εκτός παραμένουν οικειοθελώς η Σουηδία (7η σε μέγεθος στην Ε.Ε.), η Πολωνία (8η), η Δανία (11η) και η Τσεχία (16η). Η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία είχαν πάρει… χαρτί από γιατρό και δεν υποχρεούνταν να μπουν στο Ευρώ παρά μόνο εάν το ζητούσαν. Οι υπόλοιπες χώρες υποτίθεται ότι έχουν υποχρέωση, αλλά μόνο αν δεχθούν να μπουν στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών II, κίνηση που είναι προαιρετική. Η Σουηδία παίζει με αυτόν τον τρόπο τις «καθυστερήσεις» από το 2003, οπότε απέρριψε το Ευρώ με δημοψήφισμα. Και αυτό έγινε στις εποχές των παχιών αγελάδων…

Δεν ξέρω αν έχετε την ίδια αίσθηση με μένα, αλλά στην αντίληψή μου η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια χώρα μονίμως με το ένα πόδι έξω από την Ε.Ε. Αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να αποχωρήσει πραγματικά μια χώρα από την Ένωση ποια θα ήταν η πιο πιθανή υποψήφια;

Μία άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η συστημική χειραγώγηση των ΜΜΕ (ένα από τα πολλά επιτεύγματα το οποίο δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστικότητα της Ελλάδας). Όπως εδώ, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρό προβάδισμα του Bremain με 7 μονάδες. Πολλοί πίστεψαν ότι η παραμονή ήταν σίγουρη και ψήφισαν Brexit, έτσι για να μην τους έχουν οι Ευρωπαίοι για δεδομένους. Ή επειδή κατά βάθος θα προτιμούσαν να είναι μόνοι στο νησί τους, αλλά χωρίς να θέλουν στα σοβαρά το ρίσκο του Brexit. Μόνο και μόνο για να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη.

Όπως και να έχει, το πρόβλημα είναι ότι η Ε.Ε. δεν έχει πείσει ότι αποτέλεί πραγματικά το δρόμο προς την ευημερία. Όσο η Γερμανία πιέζει για περισσότερη λιτότητα και βάζει την προστασία της Bundesbank πάνω από την ευημερία των πολιτών της Ευρώπης, όσο το οικονομικό μοντέλο που προωθείται είναι εκείνο της ανταγωνιστικότητας χωρίς να εξετάζεται η βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου, με λίγα λόγια όσο ο στόχος είναι να εξυπηρετούνται οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι, τόσο οι ακραίες τάσεις θα ενισχύονται, τόσο θα ωθούνται οι ψηφοφόροι προς τα λαϊκίστικα κόμματα και τόσο πιο κοντά θα βαδίζουμε στο γκρεμό, είτε αυτός εκδηλωθεί με έναν ακόμα πόλεμο, είτε με κάποιο ολοκληρωτικό μόρφωμα. Είτε και στα δύο μαζί, κατά σειρά.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία χάνουμε εστιάζοντας αποκλειστικά στους «αμόρφωτους γεροφασίστες» που ψήφισαν υπέρ του Brexit. Πρώτον: τι ακριβώς εννοεί η Μέρκελ όταν δηλώνει το εξής:

«Ακόμη και αν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς για μας, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν μια ιδέα ειρήνης. Βλέπουμε όλοι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Η ειρήνη που έχουμε στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια, δεν είναι αυτονόητη.»

Δεύτερον, ήταν πραγματικά τόσο σημαντικός λόγος η ενδοκομματική διαμάχη για τον Κάμερον ώστε να πάρει το ρίσκο ενός τέτοιου δημοψηφίσματος; Είναι άραγε εγκληματικά ηλίθιος ή υπάρχει κάποια άλλη σκοπιμότητα;

Και τρίτον: ποιος είναι ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το παιχνίδι και με ποιον τρόπο σκοπεύει να συσφίξει τις σχέσεις της με μια απομονωμένη Αγγλία, η οποία κινδυνεύει ακόμα και να χάσει τη Σκωτία και την Ιρλανδία;

Η Ε.Ε. δεν γεννήθηκε απλώς και μόνο για να πάρει τη μορφή μιας ενιαίας και ομοιόμορφης αγοράς. Ο βαθύτερος και ουσιαστικός λόγος ήταν να αποφευχθεί η γένεση μιας ακόμα, τρίτης καταστροφικής παγκόσμιας σύρραξης. Παρόλα αυτά, οι ηγέτες της Ευρώπης φαίνεται να το ξεχνούν αυτό και ενώ ακολουθούν πολιτικές, οι οποίες σταδιακά εξαθλιώνουν τους πολίτες τους και υποβαθμίζουν άμεσα τη δημοκρατία (βλ. TTIP, CETA), απορούν όταν οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων δεν είναι λογικές ή ψύχραιμες.

Αυτό δεν αφορά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς. Αυτό αφορά και την Ελλάδα και τις πλείστες όσες παθογένειές της, οι οποίες ωστόσο δεν πρόκειται ποτέ να εξαλειφθούν με τη θεραπεία-σοκ στην οποία επιμένει η γερμανική κυβέρνηση. Αφορά και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία η ακροδεξιά ανεβαίνει συνεχώς.

Δύο είναι τα πιο σημαντικά μαθήματα που οφείλουμε να αποκομίσουμε από αυτή τη συγκυρία: πρώτον, ότι δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ούτε η αρχή, ούτε το τέλος των προβλημάτων της Ε.Ε. Πέρσι τέτοια εποχή μιλούσαν όλοι για την Ελλάδα μεν, αλλά φέτος το show αναμένεται πολύ πιο συναρπαστικό κι ενδιαφέρον. Δεύτερον, αδαείς, ανενημέρωτους και ευκολόπιστους πολίτες έχουν κι αλλού, ακόμα και στην «καλλιεργημένη» Μεγάλη Βρετανία και είναι, μάλιστα, πολύ περισσότεροι απ’ ότι νομίζαμε.

Αν θέλουμε κάποια στιγμή να λύσουμε τα δικά μας θέματα, τότε θα πρέπει να πάψουμε να ταλαντευόμαστε σαν εκκρεμή από τον απόλυτο εγωκεντρισμό στην απόλυτη αυτό-απαξίωση και να δούμε τα πράγματα κάπως αντικειμενικά.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση… μακάρι να είχα κάτι καλό να σας πω. Το Brexit, εάν τελικά πραγματοποιηθεί, μοιάζει πραγματικά να σφραγίζει την αρχή του τέλους της Ε.Ε.

 

Μουσικό Διάλειμμα #63

 

Πολύ σκληρός για να αποφασίσει

Jesus facepalm

Τους βαρέθηκα.

Όχι μόνο εγώ, φυσικά, αλλά κι εγώ μαζί με εκατομμύρια άλλους. Τα κανάλια βρήκαν και έναν κομψό όρο για να μας χαρακτηρίσουν. Είμαστε, λέει, «σκληροί αναποφάσιστοι». Για την ακρίβεια, ο όρος δεν είναι και πολύ νέος. Ο κόσμος απλά σκλήρυνε και το δημογραφικό σύνολο αυξήθηκε. Και το «σκλήρυνε» δε λέει και πολλά: ο Έλληνας μάλλον έμεινε από εναλλακτικές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε. Όχι μόνο στη διαπραγμάτευση. Με δεδομένη την ακραία στάση της Γερμανίας που ξεπέρασε κάθε όριο θράσους και μας πρότεινε να βγούμε για λίγο, να υποστούμε όλες τις συνέπειες ενός GRexit και μετά να επιστρέψουμε στη μέγγενη του Ευρώ, η αποτυχία ήταν σχεδόν βέβαιη, πέρα από την απειρία και τους όποιους άστοχους χειρισμούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε επειδή δεν έκανε ούτε το ελάχιστο απ’ όσα θα περίμενε κανείς. Αν, ας πούμε το άνοιγμα της ΕΡΤ θεωρηθεί ως μια χαρακτηριστική κίνηση της κυβέρνησης, τότε αυτό που έκανε γενικά ήταν να διορθώσει ένα λάθος με άλλο ένα λάθος.

Το όνειρο του διαχωρισμού κράτους-Εκκλησίας, το οποίο φυσικά και θα απέφερε μεγάλο δημοσιονομικό όφελος στο κράτος και το οποίο είναι κάτι που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς από την «πρώτη φορά Αριστερή» κυβέρνηση, πέθανε πολύ νωρίς, πριν από τις τελευταίες εκλογές. Αλλά ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης; Συνειδητοποιούμε, βέβαια, ότι το δεύτερο μάλλον προσέκρουσε στις δεξιές ευαισθησίες του Πάνου Καμμένου, όπως ίσως και αρκετά άλλα. Τον καταλαβαίνω, βέβαια, τον Πάνο. Αν ήμουν γυναίκα και ήταν η μόνη μου επιλογή από το «ισχυρό» φύλο, μάλλον θα άλλαζα στρατόπεδο. Πρέπει κι αυτός να προστατέψει λοιπόν την υφαλοκρηπίδα του.

Ούτε καν στο μείζον θέμα του μεταναστευτικού δεν έγινε κάτι. Εκτός από το ότι μάθαμε πως οι πρόσφυγες από τη Συρία έρχονται για να λιαστούν στην Ελλάδα. Ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κλείσιμο των συνόρων δεν είναι λύση. Λύση, όμως, δεν είναι και η απόλυτη απραξία.

Η ουσία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό, με μόνη λαμπρή εξαίρεση τη συνετή στάση που εμπόδισε περαιτέρω μέτρα κατά της Ρωσίας από την ΕΕ, συμβάλλοντας ίσως έτσι στο να μη περάσουμε το πιο θερμό καλοκαίρι από καταβολής κόσμου. Ο κίνδυνος δεν απετράπηκε εντελώς, βέβαια. Όσοι ενδιαφέρονται να εξαφανιστεί αυτό το περίεργο δίποδο που καταπατεί τον θαυμαστό γαλάζιο μας πλανήτη θα έχουν κι άλλες ευκαιρίες για να πραγματοποιηθεί η ευχή τους.

Η ΝΔ ξεφορτώθηκε την ακροδεξιά πέτρα που είχε γύρω από το λαιμό της τα τελευταία χρόνια. Οποιοσδήποτε ακολουθούσε τον Αντώνη Σαμαρά, με εξαίρεση τα φασιστοειδή πουλέν Βορίδη και Γεωργιάδη, θα ήταν βελτίωση. Και βέβαια ο ακροδεξιός πυρήνας βρίσκεται ακόμα εκεί, δίπλα-δίπλα με τον παλιό, καλό παλαιοκομματικό μηχανισμό της ΝΔ. Αλλά ο Βαγγέλας δεν κάνει για πρωθυπουργός, παιδιά, ούτε καν των νησιών Φερόες. Και ποιος κάνει, θα μου πείτε. Ας αλλάξουμε κατηγορία, να πάμε…

ΠΑΣΟΚ. Φώφη Γεννηματά. Ο πατέρας της θα γυρίζει στον τάφο του με αυτά που βλέπει. Στο ΠΑΣΟΚ του ’80 έλυναν το πρόβλημα των πιο αξιοπρεπών στελεχών ξεκάνοντάς τους. Όχι, δεν εννοώ τον Κουτσόγιωργα. Το αποτέλεσμα αυτής της παρά φύσει επιλογής είναι καταφανές σήμερα. Και δε μου λείπει ο Βενιζέλος, καθόλου. Από πολλές απόψεις έμοιαζε με μια παραφουσκωμένη εκδοχή του Ανδρέα. Ικανότατος, δεινός ρήτορας, πανέξυπνος, χωρίς τη χαρισματικότητα του Παπανδρέου, αλλά με εξίσου έντονη επιθυμία να κυβερνήσει και να κάνει καλό μόνο στον εαυτό του. Και να προσφέρει πλήρη ασυλία σε κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά θα βάλει το χέρι της στο μέλι. Στην περίπτωση αυτή η Φώφη αποτελεί βελτίωση υπό την έννοια ότι μπορεί επιτέλους να στείλει το ΠΑΣΟΚ στο τελευταίο του ραντεβού με την Ιστορία.

ΚΚΕ. Μιας και μιλάμε για Ιστορία να πάμε και στο πλέον ανιστόρητο κόμμα της ελληνικής Βουλής, το οποίο ακόμα μουρμουράει μέσα από τα δόντια του όταν αναφέρεται ο Στάλιν και ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι το μοναδικό καθαρό «πρότυπο» του μοντέλου που υποστηρίζει είναι η Βόρεια Κορέα. Και μπορεί ο κ. Κουτσούμπας να μην είναι τόσο αχώνευτος όσο ο Κιμ Γιόνγκ-ουν, αλλά αυτό ποσώς θα μας ενδιαφέρει αν ποτέ πραγματοποιηθεί το απόλυτα απευκταίο ενδεχόμενο, ακόμα και για το ίδιο το ΚΚΕ: όχι να ανέβει η Χ.Α., αλλά να κυβερνήσει το ίδιο.

ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. Πώς μ’αρέσει η ειρωνεία. Να διαλύεις ένα κόμμα και να βγάζεις το δικό σου που αποσχίστηκε ΕΝΟΤΗΤΑ. Ο Λαφαζάνης είναι, αν μη τι άλλο, σπουδαίος κωμικός. Η δεύτερη απόδειξη είναι ότι συνεργάζεται με τη Ζωή.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα

ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ. Ο Βασίλης Λεβέντης τώρα δικαιώνεται. Σκεφθείτε λίγο τις αφίσες του, που κόσμησαν την Αθήνα σε αυτή την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη προεκλογική περίοδο που μας φόρτωσαν. Η ερώτηση που πρέπει να γίνει είναι: πού βρέθηκαν τα λεφτά; Ο κ. Λεβέντης αναζητούσε επί 20 χρόνια σπόνσορα, χτυπώντας την πόρτα σχεδόν κάθε επιχείρησης του Λεκανοπεδίου. Εκτός κι αν βρήκε την κρυψώνα του Γιωργάκη «λεφτά υπάρχουν», κάποιος άλλος πρέπει να ενδιαφέρθηκε να τον στηρίξει. Αναρωτιέμαι τι να λέει ο ΣΚΑΙ για αυτό.

ΑΝΕΛ. Α ναι είναι και αυτοί. Η συνεισφορά τους στην απραξία και αναποτελεσματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα τα επίπεδα ήταν καθοριστική. Είμαι βέβαιος ότι ο λαός θα τους δώσει τη θέση που τους αξίζει.

ΠΟΤΑΜΙ. Άφησα το Ποτάμι για το τέλος. Σε ένα γενικά εύστοχο κείμενό του ο κ. Γεωργακόπουλος περιγράφει γλαφυρά την πολιτική κατάσταση της χώρας. Εκεί που, για μένα, το χαλάει αρκετά είναι το Ποτάμι. Ιδέα δεν έχει λέει ο συνάδελφος blogger (ναι, γράφω πλέον μια φορά το δίμηνο και είμαι και blogger, τρομάρα μου) γιατί δεν πάει καλά το Ποτάμι. Επιτρέψτε μου να σας διαφωτίσω, λοιπόν. Το Ποτάμι δεν μετακινείται από το 6% επειδή οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονται τον Σταύρο Θεοδωράκη. Γνωρίζουν τις στενές του σχέσεις με την οικογένεια Παπανδρέου (και Σημίτη) κατά το παρελθόν, όπως και τις πολύ πιο στενές του σχέσεις με τον κ. Μπόμπολα. Βλέπετε, για το χάλι που έχουμε σήμερα δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί και οι πολίτες που τους ψήφιζαν, αλλά σε εξίσου μεγάλο βαθμό και το καρτέλ των ΜΜΕ, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια κατευθύνει συστηματικά την κοινή γνώμη. Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που εγώ δεν ρίχνω το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στον Έλληνα πολίτη για το χάος που συστηματικά παραλαμβάνει κάθε κυβέρνηση από το 1981 και μετά.

Στην Ελλάδα σήμερα και οι τέσσερις εξουσίες είναι χωμένες στη διαφθορά και το έργο του Τύπου είναι να κατευθύνει τα πρόβατα στον επόμενο λύκο. Αυτό, λοιπόν, είναι το πρόβλημα του Ποταμιού. Και επειδή εγώ και πολλοί άλλοι δεν έχουμε καμία όρεξη να ψηφίσουμε κάποιον μηντιάρχη βρισκόμαστε κάτω από την αμφιβόλου ποιότητας ταμπέλα του «σκληρού αναποφάσιστου».

Και τι κάνουμε τώρα; Κι άλλη υπομονή;

Υ.Γ.:

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Αχ, αυτές οι νεανικές τρέλες που δεν ξεπερνιούνται ποτέ…

Sieg Geil

Ζιγκ Χάιλ.

Μουσικό Διάλειμμα #61

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.