Ένα videogame θα μας σώσει

dr-mario-world-first-week

Τα videogames είναι σίγουρα ένα αρκετά καλό βοήθημα για τις δύσκολες μέρες που περνάμε. Για όσους ασχολούνται χρόνια με το «άθλημα» είναι ένα από τα καλύτερα «όπλα» εναντίον της ψυχολογικής δοκιμασίας της καραντίνας.

Με μεγάλη μου έκπληξη λοιπόν (ή ίσως και όχι) διάβασα στο Provocateur.gr ένα άρθρο του κυρίου Ηλία Γεροντόπουλου σχετικά με την ανυπαρξία «διάσημων» παιχνιδιών στα οποία ο ήρωας να είναι γιατρός που σώζει ζωές και όχι αστυνομικός ή στρατιώτης ή υπερήρωας που σκοτώνει αδιακρίτως τους «κακούς». Άρθρο κατ’ ευφημισμό μόνο μπορεί να αποκαλεστεί αυτό το κείμενο, βέβαια, το οποίο θα προσπερνούσα χωρίς δεύτερη ματιά αν το είχα δει ως ανάρτηση στο Facebook. Ξέρετε, από αυτές που βγαίνει ο καθένας και εκφέρει άποψη για πράγματα για τα οποία δεν έχει ιδέα.

Κακώς ασχολούμαι θα πουν αρκετοί και ίσως να έχουν και δίκιο. Αλλά με τη λογική αυτή του «και ποιος θα το διαβάσει» ή «πολλή αξία του δίνουμε» καταλήγουμε να μην γίνεται ποτέ διάλογος πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Κανάλια και ηλεκτρονικά μέσα διατυμπανίζουν, έτσι, τέτοιες «απόψεις» που μόνο στόχο έχουν να δημιουργούν αίσθηση και να ενισχύουν παρεμφερείς απόψεις του κοινού που είναι αποτέλεσμα μόνο άγνοιας, υπεραπλούστευσης ή ημιμάθειας.

Ας το πιάσουμε από την αρχή, όπου ο κ. Γεροντόπουλος μας πληροφορεί ότι δεν είναι gamer, αλλά για αυτόν ακριβώς το λόγο έχει αξία η άποψή του! Μου θυμίζει το πρόσφατο παραλήρημα μιας «έγκριτης» δημοσιογράφου στην τηλεόραση που προσπαθούσε να διασκεδάσει τις καταγγελίες ενός από τους χιλιάδες ηρωικούς γιατρούς όταν διαμαρτυρόταν για τις τραγικές ελλείψεις του συστήματος Υγείας, λέγοντάς του «εμείς που είμαστε απέξω τα βλέπουμε πιο σφαιρικά τα πράγματα».

Όχι, λυπάμαι. Εσείς που «είστε απέξω» δεν έχετε σφαιρική άποψη. Απλά εκφράζετε μια γνώμη, η οποία έχει περιορισμένη αξία, στην καλύτερη περίπτωση, εξαιτίας της άγνοιάς σας. Ας περάσουμε στο προκείμενο, λοιπόν. Απορεί ο κ. Γεροντόπουλος:

…γιατί να μην υπάρχει ούτε ΕΝΑ «διάσημο» βιντεοπαιχνίδι, που τη ζωή να τη δίνεις αντί να τη στερείς;

Φυσικά καλύπτει τα νώτα του (αποφεύγοντας τη γνωστή ρητορική περί videogames που διαφθείρουν τη νεολαία) και καλά κάνει. Στη συνέχεια αναφέρεται στη γοητεία της βίας ως μέσο ανάδειξης ενός ήρωα (βλ. από Αχιλλέα ως Τζων Μακλέιν) και ερωτά γιατί να επιλέγει κανείς αυτούς ως ήρωες και «να μην ψάχνει ποτέ τον πυροσβέστη, το διασώστη, το γιατρό;»

Έχετε απαντήσει ήδη το ερώτημά σας, αγαπητέ μου, παραθέτοντας παραδείγματα από τη μυθολογία, κλασική αλλά και σύγχρονη κινηματογραφική. Πράγματι ο Αχιλλέας είναι από τους πρωταγωνιστές του έπους της Ιλιάδας και απ’ όσο ξέρουμε δεν γράφτηκε ποτέ κάτι ανάλογο για τον Ασκληπιό ή τον Ιπποκράτη. Ούτε το Hollywood φαίνεται να προτιμά τους ηρωικούς γιατρούς έναντι των Ράμπο και Τζέημς Μποντ. Πώς, λοιπόν, περιμένουμε από τα videogames να αλλάξουν τον τρόπο και τη θεματική των ιστοριών μας; Αν δεν θεωρείται αυτού του τύπου το αφήγημα προσφιλές προς μαζική κατανάλωση από την αρχαιότητα ως σήμερα, πώς είναι δυνατόν να το αλλάξουν αυτό τα videogames, τα οποία ως μέσο είναι έτσι κι αλλιώς ακόμα πιο φιλικά προς τη δράση, παρά προς την αφήγηση από ότι ο κινηματογράφος, για παράδειγμα;

Πέρα από αυτό, όμως, υπάρχουν όντως παιχνίδια στα οποία ο παίκτης αναλαμβάνει το ρόλο πυροσβέστη, διασώστη, ακόμα και γιατρού. Υπάρχουν παιχνίδια τα οποία μας κάνουν από κυβερνήτες κρατών και δημάρχους έως γεωργούς και πιλότους (και πολιτικών αεροσκαφών). Έχουμε και δικηγόρους, ντετέκτιβ, διευθυντές νοσοκομείων, μάγειρες, αρχιτέκτονες, εμπόρους, καλλιτέχνες, μέχρι και κηπουρούς. Αν τα παιχνίδια αυτά δεν είναι τόσο «διάσημα» ώστε να τα γνωρίζει ο κάθε άσχετος, για αυτό δεν ευθύνεται η βιομηχανία κ. Γεροντόπουλε, αλλά η αγορά. Δηλαδή το κοινό. Η «διασημότητα» δεν έχει να κάνει με την σκόπιμη έλλειψη προώθησης από τις εταιρείες, αλλά με το ότι οι πωλήσεις αυτών των «ειρηνικών» τίτλων είναι, ό,τι και να κάνουν οι εταιρείες ανάπτυξης και διανομής, εκ των πραγμάτων χαμηλότερες. Για τους λόγους που εσείς ο ίδιος αναφέρετε στην αρχή. Επειδή μια ταινία με τους Avengers θα κόψει μοιραία περισσότερα εισιτήρια από την βιογραφία του Albert Schweitzer, όσο και αν διαφημιστεί η δεύτερη.

Αλλά και το παράδειγμα που αναφέρετε, του αγαπητού Dr. House, είναι χαρακτηριστικό. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα μισάνθρωπο, κυνικό, είρωνα που είναι σχεδόν ναρκομανής, αντιμετωπίζει με άθλιο τρόπο τους ασθενείς του και κατά βάση ενδιαφέρεται για τις υποθέσεις του όπως ακριβώς και ο κοινωνιοπαθής Sherlock του Benedict Cumberbatch (άλλο ατυχές παράδειγμα): επειδή τον κεντρίζουν πνευματικά. Αυτό είναι το παράδειγμα του ηρωικού γιατρού που ψάχνατε;

Και αν απορείτε γιατί είναι τόσο δημοφιλής θα σας απαντήσω: επειδή ακριβώς είναι ένας αντιπαθέστατος χαρακτήρας που καταφέρνει να γίνεται συμπαθής με το χιούμορ του πάνω σε πράγματα τα οποία κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα τολμούσε να ακουμπήσει ποτέ. Είναι ένα βαθιά προβληματικό άτομο που καταφέρνει, σχεδόν παρά τη θέλησή του, να σώζει ζωές κόντρα σε απίθανες και υπερσπάνιες ιατρικές περιπτώσεις. Με λίγα λόγια δεν έχει καμία σχέση με τον μέσο γιατρό ή τη νοσοκόμα που μάχεται σήμερα και κάθε μέρα ηρωικά κατά του κορωνοϊού ή οποιασδήποτε «κοινής» ασθένειας. Ο Dr. House δεν διακινδυνεύει τη ζωή του για να σώσει κανέναν και ο συμπαθέστατος και ταλαντούχος Hugh Laurie που τον υποδύεται πληρώνεται πολύ περισσότερο από τον μέσο γιατρό που σώζει πραγματικές ζωές.

Θέλετε να το συζητήσουμε και αυτό; Είναι ένα βασικό συστημικό πρόβλημα του καπιταλισμού για το οποίο σίγουρα δεν ευθύνονται τα videogame και το οποίο αποτελεί πραγματικά μεγάλη αδικία, την οποία ωστόσο αποδεχόμαστε όλοι αδιαμαρτύρητα ως δεδομένη. Γιατί; Επειδή το σύστημα είναι ένας απρόσωπος εχθρός εναντίον του οποίου είναι δύσκολο να πολεμήσει κανείς χωρίς να τον αποκαλέσουν «γραφικό» ή «ονειροπόλο». «Έτσι είναι τα πράγματα» μας λένε και πρέπει να το αποδεχθούμε. Μέχρι η πραγματικότητα να μας αποδείξει το λάθος μας. Ας τα ξεχάσουμε όμως αυτά και ας πιάσουμε έναν εύκολο στόχο για να βγάλουμε το άχτι μας. Να, σαν τα videogames, ξέρω γω. Για τα αμαρτήματα των οποίων, όχι τίποτα άλλο, αλλά δεν έχουμε και απάντηση, όπως παραδέχεστε. Ίσως επειδή το πρόβλημα δεν ξεκινά, ούτε καταλήγει εκεί.

 

Εικονική Πραγματικότητα

Μια αγαπημένη φίλη σχολίασε πρόσφατα στο Facebook ότι αυτό που ζούμε μοιάζει με καλοστημένο videogame. Συμφωνώ, εν μέρει. Τα videogames τυγχάνει να είναι η αγαπημένη μου απόδραση από την καθημερινότητα. Στα περισσότερα από αυτά ο ήρωας/πρωταγωνιστής δρα, αγωνίζεται, μάχεται για ένα σκοπό. Δεν έχει σημασία αν όλα αυτά συμβαίνουν σε μια κλειστή «πίστα», όπως στα παλιότερα παιχνίδια ή σε μια ρεαλιστική απεικόνιση ενός ολόκληρου κόσμου, όπως στα πιο σύγχρονα.

Οι εχθροί είναι ξεκάθαροι. Ο στόχος είναι σαφής. Ο ήρωας (συνήθως) ανταμείβεται στο τέλος. Ο παίκτης αν είναι αρκετά γρήγορος, ικανός ή αναλυτικός (ανάλογα με το είδος παιχνιδιού) τελικά θα θριαμβεύσει. Το κακό θα συντριβεί.

Αυτό το καλοστημένο videogame που ζούμε καθημερινά είναι εντελώς ανάποδο. Οι χειρότεροι εχθροί είναι αυτοί που προσποιούνται πως εκπροσωπούν το δίκαιο. Οι στόχοι βρίσκονται παντού και πουθενά. Ο παίκτης τιμωρείται αν είναι ικανός, έντιμος και ευσυνείδητος. Το κακό θριαμβεύει.

Η εικονική πραγματικότητα που δομείται γύρω μας, μέρα με τη μέρα αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με τα εφιαλτικά σενάρια του «1984» του Όργουελ και του «V for Vendetta» του Μουρ.

Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι όσο η τεχνολογία προοδεύει και οι καθαυτό εικονικοί κόσμοι του Internet και των videogames μπαίνουν όλο και περισσότερο στη ζωή μας, γίνονται όλο και πιο αληθοφανείς, τόσο ο πραγματικός κόσμος γίνεται όλο και πιο ψεύτικος και παράλογος.

Ακούμε και βλέπουμε καθημερινά αναλύσεις επί αναλύσεων για τους φοβερούς κινδύνους που κρύβουν οι εικονικοί κόσμοι, ενώ η ύπουλη διάβρωση καθετί πραγματικού περνά απαρατήρητη.

Μιλούν συνεχώς για τους, υπαρκτούς βεβαίως, κινδύνους που ελλοχεύουν για τα παιδιά στην κατάχρηση του Internet. Κανείς δεν μιλά για τη συστηματική καταστροφή των αξιών βάσει των οποίων θα έπρεπε να ανατρέφονται.

Χθες στο Σύνταγμα τα ΜΑΤ χρησιμοποίησαν δακρυγόνα εναντίον μαθητών. Την περασμένη Κυριακή εναντίον 90χρονων αγωνιστών και πολιτών κάθε ηλικίας που πήγαν να διαμαρτυρηθούν ειρηνικά. Κανείς δεν μιλά για τη βία αυτή, ούτε για την ψυχολογική βία που υπόκεινται όλοι καθημερινά.

Η εικονική πραγματικότητα που μας πλασάρουν δεν αναγνωρίζει ότι στις 12/02 έλαβε χώρα ίσως η μεγαλύτερη συγκέντρωση που έχει γνωρίσει η γενιά μας, παρά μόνο ότι ορισμένοι εγκάθετοι, ανεγκέφαλοι, οπορτουνιστές ή απλά εξαγριωμένοι έκαψαν πολλά κτήρια στην Αθήνα.

Στην εικονική μας πραγματικότητα η τηλεόραση προβάλλει μόνο όποια μέρη των γεγονότων βολεύουν τους καναλάρχες και αυτούς με τους οποίους συμμαχούν ανά πάσα στιγμή, είτε από ανάγκη, είτε από συμφέρον. Και αυτό αποκαλείται «ενημέρωση».

Με αφορμή τα επεισόδια αυτά, προωθείται πλέον νομοθεσία η οποία θα θέτει περιορισμούς στις διαδηλώσεις, ώστε να μην «παρακωλύεται η κυκλοφορία στο κέντρο». Όπως καταργήθηκε το πανεπιστημιακό άσυλο ώστε να «προστατευτεί η δημόσια περιουσία των πανεπιστημίων». Και όχι επειδή η αστυνομία αδυνατούσε να συνεργαστεί με τους πρυτάνεις ώστε να συλληφθούν οι «γνωστοί-άγνωστοι».

Παρόλα αυτά, είχε γίνει επίσημη καταγγελία στις Αρχές ότι από την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου η Νομική είχε μετατραπεί σε βιοτεχνία παραγωγής μολότοφ. Πού ήταν η αστυνομία; Ποιο πανεπιστημιακό άσυλο την εμπόδισε αυτή τη φορά;

Στην εικονική μας πραγματικότητα η αστυνομία δεν προστατεύει τον πολίτη, όπως οφείλει, όταν εξασκεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο του δικαίωμα να διαμαρτύρεται ειρηνικά. Τον ψεκάζει με δακρυγόνα και αφήνει τον κουκουλοφόρο να καίει ανενόχλητος. Δεν προστατεύει, τελικά, ούτε το «άστυ», την πόλη, αλλά ούτε και το νόμο.

Και όλα αυτά γίνονται για να ψηφιστούν άρον-άρον μέτρα τα οποία όχι μόνο είναι βέβαιο ότι θα επιδεινώσουν την ύφεση, αλλά περιγράφονταν και σε ένα κακομεταφρασμένο κείμενο από το οποίο έλλειπαν βασικά στοιχεία. Ταυτόχρονα, η βουλευτής Λούκα Κατσέλη, η οποία είχε ψηφίσει μάλιστα το πρώτο Μνημόνιο, κατέθεσε στοιχεία που παρουσίαζαν πρωτογενές πλεόνασμα για την οικονομία μας, αποδεικνύοντας ότι μπορούμε να αντέξουμε και τη χρεωκοπία.

Φυσικά, τέθηκε για μία ακόμα φορά θέμα «κομματικής πειθαρχίας» με αποτέλεσμα οι διαφωνούντες βουλευτές να διαγραφούν από το κόμμα τους. Η λέξη «βουλευτής», παρεμπιπτόντως, προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «βουλεύω» που σημαίνει «σκέπτομαι, αποφασίζω».

Δεν διαγράφηκαν οι βουλευτές που κάθονταν στο καφενείο της Βουλής και έβλεπαν μπάλα την ώρα που συζητούνταν το πιο σημαντικό έγγραφο που θα εγκρίνουν ποτέ στη μίζερη ζωή τους. ‘Οχι. Διαγράφηκαν όσοι εξέφρασαν άποψη για αυτό.

Στην εικονική μας Δημοκρατία είναι αποδεκτό οι βουλευτές να ψηφίζουν τυφλά ό,τι πει ο Αρχηγός, αντί για εκείνο που τους υπαγορεύει η πολιτική τους σκέψη και συνείδηση. Είναι, με μία λέξη, ακόλουθοι.

Και όλα αυτά πραγματοποιούνται από μια συγκυβέρνηση, η οποία δεν είναι συγκυβέρνηση, σύμφωνα με τον Αντώνη Σαμαρά, αλλά στήριξη. «Οι απόψεις δεν είναι πουκάμισα για να τα αλλάζεις». Είπε ο Αντωνάκης μας.

Παρόλα αυτά, μέσα σε διάστημα τριών μηνών, έστειλε ενυπόγραφη δέσμευση στην τρόικα, όπως είχε αρνηθεί κατηγορηματικά ότι θα κάνει και πρόσταξε τους ακόλουθούς του να ψηφίσουν το Μνημόνιο 2, όπως είχε επίσης αρνηθεί κατηγορηματικά ότι θα κάνει.

Δέχθηκε, επίσης, την προσχώρηση δύο «μεγάλων» πολιτικών προσωπικοτήτων από το ΛΑ.Ο.Σ., ένας εκ των οποίων προ διετίας είχε αρνηθεί μετά βδελυγμίας ότι θα πήγαινε ποτέ στη Ν.Δ. του Σαμαρά για «να πει ναι στους μετανάστες και στην Τουρκία». Γιατί προφανώς περίμενε πρώτα να πει «ναι» και στο νέο Μνημόνιο.

Αυτό το θλιβερό συνονθύλευμα αποτελεί διάδοχη κατάσταση μιας κυβέρνησης, η οποία χρησιμοποίησε ως βασικό επιχείρημά της το «Λεφτά υπάρχουν» αποκλείοντας προσφυγή στο ΔΝΤ, ενώ ήδη δύο μήνες μετά τις εκλογές, ο Γ. Παπανδρέου είχε πραγματοποιήσει επαφές με τον Στρος Καν.

Στη συνέχεια κατέρριψε μία προς μία όλες τις προεκλογικές της δεσμεύσεις ψηφίζοντας μια απαράδεκτη δανειακή σύμβαση με δυσμενείς όρους, όπως ομολόγησε –κατόπιν εορτής– ακόμα και ο ίδιος ο Υπουργός Οικονομικών. Κατόπιν εξέθεσε ανεπανόρθωτα τη χώρα μη λαμβάνοντας κανένα μέτρο από εκείνα για τα οποία δεσμεύτηκε, εκτός από την επιβολή άδικων χαρατσιών και φόρων.

Όλο αυτό το έργο, ο υπερήφανος πρωθυπουργός το συνόψισε λέγοντας ότι «έκαναν λάθη, αλλά πέτυχαν πολλά» και στη συνέχεια παρέδωσε τη σκυτάλη στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η οποία είχε ως αποστολή απλά να ψηφίσει μια ακόμα χειρότερη δανειακή σύμβαση από την προηγούμενη, χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση.

Και επιμένετε ότι όλα αυτά είναι φυσιολογικά και αποδεκτά; Επιμένετε ότι αυτή είναι η μοναδική ελπίδα της Ελλάδας και ότι οι κατάπτυστοι αυτοί σαλτιμπάγκοι, που δεν έχουν ίχνος τιμής και αξιοπρέπειας, μπορούν και θέλουν να μας σώσουν;

Επιμένετε ότι έχουμε Δημοκρατία και ότι το Σύνταγμα δεν έχει γίνει κουρέλι;

Επιμένετε ότι δε ζούμε σε μια εικονική πραγματικότητα;

Μουσικό Διάλειμμα #4

Η ζωή δεν είναι videogame, ούτε πρέπει να γίνει. Παρόλα αυτά, στα videogames κρύβονται ενίοτε και αλήθειες για τη ζωή. Μια από τις αγαπημένες μου ατάκες ενός αξέχαστου ήρωα παιχνιδιού γουέστερν είναι η εξής: «Όσο υπάρχουν όπλα και χρήμα, δε θα υπάρξει ελευθερία.» Σας αφήνω με ένα λυπημένο, αλλά όμορφο τραγούδι.