Τοπίο στην αιθαλομίχλη

Αιθαλομίχλη πάνω από την Αθήνα

Πριν από δύο εβδομάδες, διασχίζοντας βράδυ την Αθήνα μετά από μια οικογενειακή έξοδο, το αντιληφθήκαμε για πρώτη φορά. Στην αρχή νομίζαμε ότι κάπου έχει πάρει φωτιά: μυρωδιά καμένου και μειωμένη ορατότητα. Όταν όμως διαπιστώσαμε ότι ήταν όλη η Αθήνα καλυμμένη από τα δυτικά μέχρι τα βόρεια προάστια, καταλάβαμε ότι ήταν κάτι άλλο.

Στη συνέχεια ήρθαν οι αναπόφευκτοι παραλληλισμοί με το Λονδίνο του ’50. Όσο και αν το φαινόμενο είναι πολύ μικρότερης έκτασης και έντασης σε σύγκριση με τη φονική ομίχλη του ’52, δεν παύει να αποτελεί μια απτή ένδειξη της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε και του μέλλοντος που μας περιμένει.

Είναι σαν το μαύρο σύννεφο που αισθανόμαστε όλοι να αιωρείται πάνω από το κεφάλι μας τα τελευταία τρία χρόνια να απέκτησε ξαφνικά υλική υπόσταση. Και δεν φαίνεται πιθανό να μας εγκαταλείψει σύντομα, τουλάχιστον όσο κρατάνε τα κρύα.

Η εικόνα θυμίζει το αποτέλεσμα μιας τυπικής «ανήσυχης» νύχτας όπου ΜΑΤ και «μπαχαλάκηδες» μετατρέπουν το κέντρο της Αθήνας σε πεδίο μάχης. Μόνο που αυτό το σύννεφο ούτε προκαλείται από κάποια ηχηρή αναταραχή, ούτε αντιμετωπίζεται από την αστυνομία.

Είναι σαν το ορατό επιστέγασμα, κυριολεκτικό και μεταφορικό, μιας χρονιάς γεμάτης με αρνητικά ρεκόρ και με πρωτοφανή φαινόμενα.

Οι μεγαλύτερες αλλαγές είναι αυτές που έρχονται ύπουλα στη ζωή μας. Σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε το νερό τρώει τα θεμέλια από ό,τι θεωρούμε στέρεο και ακλόνητο, μέχρι που μια μέρα χάνουμε το έδαφος κάτω από τα πόδια μας. Αυτό το τελευταίο, όμως, είναι απλά η συνέπεια, το αποτέλεσμα, όχι η αιτία.

Το λάθος που κάνουμε είναι ότι κοιτάμε το χάσμα που εμφανίστηκε δήθεν απρόσμενα και σκεφτόμαστε πως μπορούμε να το μπαλώσουμε, να το καλύψουμε, χωρίς να ασχοληθούμε με αυτό που το προκάλεσε εξαρχής.

Δεν έχει νόημα να ασχοληθούμε, λοιπόν, με την αιθαλομίχλη. Είναι απλά άλλο ένα σύμπτωμα της νέας μας πραγματικότητας, η οποία ετοιμαζόταν σιωπηρά εδώ και πολλά, πολλά χρόνια. Όσες παραινέσεις και συστάσεις και να γίνουν (μην καίτε έπιπλα, μην καίτε συνθετικά υλικά και πάει λέγοντας) ο κόσμος όταν κρυώνει απλά θα κάψει ό,τι βρει.

Αν πρέπει να μας μείνει κάτι από αυτή τη χρονιά είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία σε όλα τα επίπεδα, από πάνω μέχρι κάτω. Και αν κάποιος αρνείται να αλλάξει, τότε θα πρέπει να τον αλλάξουμε εμείς.

Το 2012 δεν έφερε το τέλος, όπως περίμεναν κάποιοι. Ούτε όμως έφερε και κάποια μαγική φώτιση που θα μας κάνει ξαφνικά να δούμε τα πράγματα με άλλο μάτι. Αυτή θα πρέπει να τη βρούμε μόνοι μας. Διαφορετικά το 2013 δε θα φέρει τίποτα καλύτερο από ό,τι έφερε ο προηγούμενος χρόνος.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα ευχολόγια και ας το κάνουμε εμείς καλύτερο.

Μουσικό Διάλειμμα #27

Advertisements

Γερασμένα παιδιά, πετούν

Γέρασα, λέει, σε μία νύχτα.

Πέρασα από τις συμπληγάδες του χρόνου και σήκωσα πανιά από τη γέννα μέχρι το μνήμα δίχως να καταλάβω πώς και τι. Έθαψα μάνες, πατέρες, φίλους και συγγενείς, ζωντανούς και νεκρούς στο ίδιο νόμισμα – τους έπαιξα κορώνα γράμματα.

Όχι, δεν ήθελα, μα έτσι έγινε. Και θυμάμαι ακόμα τη γειτονιά μου να πλέει μες στην Αθήνα και να σηκώνει κεφάλι με την περήφανη αλητεία της, κρατώντας αγκαλιασμένα όλα τα παιδιά, μαζί και μένα.

Τώρα, χρόνια μετά, μόνο το σχήμα έχει απομείνει. Οι γωνίες και οι ευθείες των δρόμων, ο ακανόνιστος ξεχαρβαλωμένος τσίγκος στα μισογκρεμισμένα σπίτια και τα κενά των υπονόμων, μισά κάγκελα μισά κόκαλα.

Όχι, δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα, σας το λέω ευθέως. Μα αυτό το ξαφνικό γήρας που μου λένε ότι με βρήκε δεν μου κρατάει σε ισορροπία τη μνήμη και με μπερδεύει. Λες και δεν ήμουν ποτέ παιδί εγώ, μόνο γέρος, πάντα γέρος.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα για να είμαστε και ειλικρινείς.

Έχω περάσει σαν Έλληνας από το αλέτρι της ασφυξίας και έχω αντέξει. Μπορεί πλέον το χταπόδι στο μυαλό μου να μπουρδουκλώνεται και να χτυπιέται αλλά το ξέρω, το θυμάμαι, πώς έχω υπάρξει ακράτητος και σφριγηλός, βέλος μέσα στην ορμή.

Ο καθένας από εμάς έχει δυο γενιές και είναι δύσκολο να θαφτούν, ακόμα και από τα φτυάρια των προδοτών. Τη μία τη ζήσαμε εμείς, τότε, ενώ, τώρα, μας ζει αυτή. Συγκοινωνούν όμως ακόμα με σκοπό να μας θυμίζουν ότι κάποτε (δεν είναι αμαρτία ότι χαθήκαμε έπειτα, άνθρωποι είμαστε) είχαμε κι εμείς έναν πυρήνα από όπου ξεπηδούσαμε με ελπίδα και σθένος.

Σε καιρούς όπου πίνουμε νερό από το στόμα του φιδιού ή καθόμαστε ανέμελοι και κρίνουμε με θράσος στο κρεβάτι του ορού, μπορούμε να βρούμε το ζύγι και να συνεχίσουμε την πτήση. Ο χαρταετός μας έχει ουρά αιώνων.

Είτε θες να σηκώσεις πιστόλι είτε μολύβι είτε απλά τη διάθεσή σου από το μηδέν και να τη φτάσεις σε ταχύτητες κηροζίνης, υπάρχει τρόπος, ακόμα και αν έχεις χάσει τα πάντα ή είσαι έτοιμος να τα χάσεις. Ένα ψίχουλο αρκεί για να μαζευτούμε όλοι.

Γεράσαμε, λένε, σε μια νύχτα. Και πρέπει σώνει και καλά να επαληθεύσουμε τη μοιρολατρία μας, την απεχθή δουλικότητά μας και το φόβο μας, δίνοντας ξανά στο τέρας πίσω τα δόντια του, ένα ένα, για να μας μηρυκάσει μια νέα ελευθερία.

Ξεχνάνε βέβαια πώς κάποτε τρέχαμε ολημερίς και ολονυχτίς, δίχως νερό ή τροφή, χορταίνοντας μόνο με την ανάσα και τη γλυκιά αγωνία του επόμενου βήματος. Πώς από το παιχνίδι φεύγαμε με πραγματικές πληγές γιατί το θάρρος σήμαινε αλήθεια. Ξεχνάνε τις γαίες που μαζέψαμε για χαρτογράφηση και που τις μοιραστήκαμε, δίχως δεύτερη σκέψη, αφού πετάξαμε με τη φαντασία μας από πάνω τους… Αρχαία παιδιά, γέροι της νιότης μας.

Όμως τούτο το χάσμα δεν είναι παρά μια προβλέψιμη, βαρετή άβυσσος. Ανάμεσα στο παιδί που ήσουνα και στον άπραγο που κατέληξες δεν υπάρχει παρά μόνο ένας συνηθισμένος, θρασύδειλος κατακλυσμός.

«Sleight of hand,Jump off the end, Into a clear lake, No one around… Just dragonflies, Flying to the side, No one gets hurt, You’re doing nothing wrong, Slide your hand, jump off the end, the water’s clear and innocent, the water’s clear and innocent.»

Η Δημοκρατία φλέγεται

Είμαι θυμωμένος. Είμαι θυμωμένος με τον εαυτό μου, καταρχάς, γιατί αποδείχθηκα αφελής. Πίστεψα, λέει, ότι επειδή θα κατέβαιναν στο Σύνταγμα ο Μίκης και ο Μανώλης, η διαμαρτυρία θα ήταν ειρηνική. Ότι τα ΜΑΤ δεν θα εκσφενδόνιζαν δακρυγόνα αδιακρίτως. Ότι οι γνωστοί-άγνωστοι θα παρέμεναν στα λαγούμια τους μέχρι να βραδιάσει και να αποχωρήσουν τα τιμημένα γηρατειά της χώρας. Ότι οι ανεγκέφαλοι χούλιγκαν θα παρέμεναν μακριά από την καρδιά της διαδήλωσης.

Το λάθος μου το αντιλήφθηκα ήδη από τις 5:30 όταν ακούστηκαν οι πρώτοι κρότοι των δακρυγόνων, από τους εκατοντάδες που θα επακολουθούσαν. Φθάνοντας στο πίσω μέρος της Βουλής συνάντησα το πρώτο μεγάλο μπλόκο από τις κλούβες των ΜΑΤ. Έκανα τον κύκλο για να μπορέσω να φθάσω στη Μητροπόλεως πού ήταν ο αρχικός μου προορισμός, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο.

Μπλόκα παντού. Το Σύνταγμα σε κλοιό. Για αυτό όταν πολύ αργότερα θα έφθαναν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, θα έβρισκαν τους δρόμους κλειστούς. Όχι γιατί τα εμπόδισαν διαδηλωτές ή κουκουλοφόροι. Κλείνει η παρένθεση.

Το σκηνικό είχε έντονα στοιχεία σουρεαλισμού. Ο ουρανός είχε καθαρίσει μετά τη βροχή και είχε λιακάδα. Καθώς πλησίαζα στο Σύνταγμα ακούγονταν οι γνωστές μουσικές του Μίκη. Από πίσω κάποιος ρασοφόρος με τηλεβόα μας υπενθύμιζε ότι είμαστε Χριστιανοί. Για ποιο λόγο δεν είμαι βέβαιος. Πιστεύω, όμως, ότι η υπενθύμιση θα ταίριαζε περισσότερο μέσα στη Βουλή και σε κάθε μπλόκο της Αστυνομίας.

Μια κοπέλα ούρλιαζε μπροστά σε ένα από αυτά: «Ντροπή σας! Ξεπουλάνε τη χώρα μας και σεις τους φυλάτε! 400 Ευρώ θα παίρνετε και σεις από αύριο!» Πλήρης απάθεια των ένστολων. Πιστεύω ότι όταν φοράνε κράνος και εξάρτηση παύουν να λειτουργούν τα κέντρα σκέψης. Η αίσθηση υπεροχής που τους δίνει η προστασία της μάσκας και της ασπίδας απέναντι στους ακάλυπτους πολίτες δρα σα ναρκωτικό.

Αλλιώς πως μπορεί κανείς να ψεκάσει με χημικά στο πρόσωπο τον Μανώλη Γλέζο ή να τον πιάσει από το λαιμό; Ούτε καν αυτόν, ακόμα και έναν οποιονδήποτε συνταξιούχο που κατέβηκε για να διαμαρτυρηθεί για την ανύπαρκτή του σύνταξη των 400 Ευρώ. Που θα φορολογείται πλέον. Που θα πρέπει να καλύψει πια και τα φάρμακά του. Και το νοίκι ή το χαράτσι. Και το πετρέλαιο;

Κοιτάζω από χθες αυτές τις φωτογραφίες και παγώνουν τα δικά μου κέντρα σκέψης. Από ντροπή. Από οργή. Από την αδυναμία μου να καταλάβω τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί. ΕΣΑΤζήδες; Βασανιστές; Νόμιζα ότι αυτά στην Ελλάδα του 2012 ήταν φαντάσματα του παρελθόντος. Θυμώνω ξανά. Αποδείχθηκα και πάλι αφελής.

Φθάνοντας στην Καραγιώργη Σερβίας άκουσα τους επόμενους κρότους. Η μουσική σταμάτησε. Ακούγονταν μόνο φωνές. «Μην πάτε πίσω! Μπροστά πάμε, στην πλατεία!» Ο κόσμος ήταν τόσο πολύς που αγωνιζόσουν να κάνεις δυο βήματα. Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη. Από κείνη τη στιγμή, ήταν σχεδόν 6 η ώρα, μέχρι την ώρα που έφυγα, δυόμιση ώρες αργότερα, δεν πέρασε στιγμή που να μην αναπνέω με δυσκολία ή να μη δακρύζουν τα μάτια μου.

Πολύς κόσμος είχε προμηθευτεί ιατρικές μάσκες. Πιτσιρικάδες, 30άρηδες, γέροι, 60χρονες κυρίες με βαμμένο μαλλί και τις μάσκες να αγκομαχούν. Μέσα στο στριμωξίδι, το σκηνικό έμοιαζε με την εντατική μονάδα εφημερεύοντος νοσοκομείου. Μόνο που ο ασθενής ήταν η Ελλάδα.

Με τα πολλά κατάφερα να φθάσω στη Μητροπόλεως. Μέχρι να γίνει αυτό, είχε πέσει ομίχλη σε όλη την περιοχή από τα δακρυγόνα. Ανέβασα το λαιμό από το ζιβάγκο μέχρι τα αυτιά μήπως και αναπνεύσω καλύτερα. «Όχι πια δάκρυα», αστειεύομαι στους φίλους που με περίμεναν.

Κάπου διάβασα ότι πρέπει, λέει, να διαδηλώνουμε με ακάλυπτα πρόσωπα. Σύμφωνώ. Όταν, όμως, δεν μπορείς να σταθείς από τα δακρυγόνα αυτό είναι αδύνατο. Την Κυριακή δεν υπήρχαν «κουκουλοφόροι». Ήταν όλοι κουκουλοφόροι και μασκοφόροι, αναγκαστικά. Άλλοι εγκάθετοι και άλλοι αυτόκλητοι. Άλλοι πληρωμένοι και άλλοι απλήρωτοι. Άλλοι ασυνείδητοι και άλλοι συνειδητοποιημένοι. Άλλοι εξαγορασμένοι και άλλοι εξαγριωμένοι. Και εξαθλιωμένοι.

Κάποιοι «χτύπησαν» προσχεδιασμένους στόχους. Άλλοι έκαψαν αυτά που θεωρούν ως σύμβολα της κρίσης και του καπιταλισμού, τράπεζες και πολυκαταστήματα. Ορισμένοι απλά επιδόθηκαν σε πλιάτσικο. Όταν επικρατεί απόλυτο χάος είναι αδύνατον να βγει ασφαλές συμπέρασμα για το τι κάηκε απο ποιούς και για ποιο λόγο.

Εξίσου αδύνατον, όμως, είναι να πιστεύουν κάποιοι πως για όλα φταίει ο κόσμος που κατέβηκε να διαμαρτυρηθεί. Πως όποιος διαδηλώνει «πάει γυρεύοντας». Πως στο Σύνταγμα την Κυριακή ήταν 2000 κουκουλοφόροι (και όχι 800.000 – 1.000.000 πολίτες) γιατί έτσι λένε στην τηλεόραση.

Έπρεπε να φθάσω στα 37 μου για να μάθω ποιος είναι ο λόγος που σε συμπλοκές με τα ΜΑΤ, οι διαδηλωτές βάζουν φωτιές στους κάδους απορριμάτων. Ως τώρα πίστευα ότι ήταν απλά βανδαλισμός. Στην πραγματικότητα αυτό γίνεται για να διαλύεται το δακρυγόνο. Τα μόνα σημεία που ανέπνεες ελεύθερα στο κέντρο ήταν δίπλα στους φλεγόμενους κάδους.

Όσο για τα φλεγόμενα κτήρια, είναι κρίμα. Άλλο τόσο κρίμα όμως είναι να φλέγεται η Δημοκρατία. Να πεινάνε άνθρωποι που δούλεψαν (και πλήρωναν) μια ζωή. Να ψηφίζονται αδιέξοδα μέτρα από ανθρωπάρια που αράζουν στο καφενείο της Βουλής βλέποντας μπάσκετ και μπάλα. Να δέχονται επίθεση προσωπικότητες-σύμβολα του Ελληνισμού γιατί έχουν το θράσος στα 80+ να αγωνίζονται ακόμα.

Το θετικό; Πάντα υπάρχει θετικό. Μέσα στο χάος και στον πανικό, έδινε ο ένας στον άλλο κρέμες ή νερό για τα μάτια και χαρτομάντηλα. Αυτό λέγεται αλληλεγγύη και είναι κάτι που το βόλεμα σε κάνει να το ξεχνάς. Στις δύσκολες αυτές μέρες είναι καλό που το θυμόμαστε πάλι. Είναι το μόνο πράγμα που θα μας σώσει. Είναι, δε και το κυριότερο πράγμα που λείπει από τους πολιτικούς.

Δεν τελειώσαμε. Τώρα μόλις αρχίσαμε.

Μουσικό Διάλειμμα #3

Μπορεί οι πολιτικές του επιλογές να μην ήταν πάντα οι καλύτερες. Ήταν όμως τίμιες. Μπορεί, καθαρά τεχνικά, να μην είναι ο καλύτερος συνθέτης του κόσμου. Η μουσική του, όμως, έντυσε τόσο απλά και λιτά τους στίχους του Ελύτη, που τους έφερε πιο κοντά σε όλους τους Έλληνες. Ο Μίκης και ο Μανώλης είναι άνθρωποι-σύμβολα της Ελλάδας που ύμνησε ο ποιητής. Και το αποδεικνύουν, έμπρακτα, στα 90 τους σχεδόν όταν άλλοι, πολύ νεότεροί τους μένουν στα λόγια. Ελάχιστος φόρος τιμής, λοιπόν.

http://www.youtube.com/watch?v=w0F08pptTXQ