Η αρχή του τέλους;

12324-itok=LQ0Ks41a

Τα πράγματα δεν είναι απλά. Και με αυτό δεν εννοώ αυτό που θα ακολουθήσει μετά το ιστορικής σημασίας δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας για την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα επακόλουθα σίγουρα δεν είναι απλά, ακόμα και αν πάμε σε ένα, θεωρητικά λιγότερο επώδυνο, ενδεχόμενο «ντρίπλας» σαν εκείνη που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το δικό μας αντίστοιχο δημοψήφισμα.

Και αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει γιατί, όπως επισημάνθηκε από τον Independent, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν έχει ουσιαστικά νομική ισχύ. Μπορεί, λοιπόν, κάλλιστα να «κολλήσει» στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, πράγμα που πολύ θα βολέψει για να βγει η Αγγλία από την εξαιρετικά άβολη θέση που τη φέρνει, μεταξύ άλλων, το δικό της «έξω» με το «μέσα» της Σκωτίας. Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι, «απλώς», το κύρος της δημοκρατίας.

Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε μια εξαιρετικά εκτεταμένη παρένθεση και να φιλοσοφήσουμε πάνω στη φύση και τις αδυναμίες της δημοκρατίας, αλλά το αποτέλεσμα θα παραμείνει το ίδιο: η Μεγάλη Βρετανία συνολικά αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα είναι να εντοπιστούν οι λόγοι που οδήγησαν εδώ. Λυπάμαι αν σας χαλάω την απλή και βολική σας εξήγηση, αλλά δε φταίνε ούτε οι «γέροι», ούτε οι ακροδεξιοί, ούτε οι αμόρφωτοι. Φυσικά, οι μεγάλες ηλικίες όντως προτίμησαν το «Brexit», όπως έγινε ασφαλώς και με τους ακροδεξιούς οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι και άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Αλλά η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο. Ποτέ δεν είναι. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που περιορίζεται μόνο στη Βρετανία ή στην Ελλάδα. Είναι πανευρωπαϊκό. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το φαινόμενο Τραμπ, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα είναι μάλλον παγκόσμιο. Ας παραμείνουμε, όμως, στην Ευρώπη.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένωση περισσότερο στο όνομα, παρά στην πράξη. Το εγχείρημα «κόλλησε» στο φιάσκο του Ευρωσυντάγματος καθώς, όπως μας έχουν επισημάνει αρκετές φορές οι φίλοι μας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι αδύνατον να υπάρξει νομισματική ένωση, χωρίς πολιτική ένωση. Η Ε.Ε. αποτελείτο μέχρι χθες από 28 μέλη, 19 εκ των οποίων έχουν κοινό νόμισμα. Από κει και πέρα όμως;

Δε χρειάζεται να διαθέτει κανείς εις βάθος γνώση των διεθνών σχέσεων για να καταλάβει ότι η προσφυγική κρίση ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα της αποτυχίας της Ε.Ε. να δείξει ουσιαστική ενότητα και αλληλεγγύη. Για να το αντιληφθούμε αυτό, αρκεί να φανταστούμε ότι η Ελλάδα αποτελείται από ομόσπονδα κρατίδια. Με το που φθάνουν οι πρόσφυγες ας πούμε στη Λέσβο, τα υπόλοιπα κρατίδια αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορά τους και να αφήσουν τους πρόσφυγες εγκλωβισμένους στο νησί. Ταυτόχρονα και ενώ η Λέσβος είναι εν γνώσει τους σε κακή οικονομική κατάσταση, κυριολεκτικά πετούν χρήματα στην Τουρκία για να εξασφαλίσουν ότι θα περιορίσει την ροή των μεταναστών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή εγγύηση για αυτό. Η Αθήνα μπορεί να διατυμπανίζει ότι έχει τις πόρτες της ανοιχτές στους πρόσφυγες, αλλά εφόσον αυτοί δεν μπορούν να φύγουν από τη Λέσβο, η δήλωση αυτή έχει μάλλον θεωρητικό χαρακτήρα. Θα είχε αυτή η κατάσταση νόημα σε μια ενωμένη χώρα; Σίγουρα όχι. Πώς μπορεί, λοιπόν, να έχει νόημα σε μια πραγματική ένωση κρατών;

Πώς γίνεται σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει, υποτίθεται, κοινά σύνορα να επιτρέπεται σε μεμονωμένα μέλη να τα κλείνουν κατά βούληση, συνάπτοντας μάλιστα συμφωνίες με μη μέλη και αστυνομεύοντας τα σύνορά τους; Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή κύρωση ή, έστω, μια αντίδραση ανάλογη της σοβαρότητας του ατοπήματος αυτού. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Ιρλανδία παραμένουν μέχρι σήμερα εκτός ζώνης Σένγκεν.

Πώς εξηγείται σε μια οικονομική ένωση σε πορεία νομισματικής ενοποίησης η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία να αρνείται να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα; Πέρα από τη Μεγάλη Βρετανία, εκτός παραμένουν οικειοθελώς η Σουηδία (7η σε μέγεθος στην Ε.Ε.), η Πολωνία (8η), η Δανία (11η) και η Τσεχία (16η). Η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία είχαν πάρει… χαρτί από γιατρό και δεν υποχρεούνταν να μπουν στο Ευρώ παρά μόνο εάν το ζητούσαν. Οι υπόλοιπες χώρες υποτίθεται ότι έχουν υποχρέωση, αλλά μόνο αν δεχθούν να μπουν στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών II, κίνηση που είναι προαιρετική. Η Σουηδία παίζει με αυτόν τον τρόπο τις «καθυστερήσεις» από το 2003, οπότε απέρριψε το Ευρώ με δημοψήφισμα. Και αυτό έγινε στις εποχές των παχιών αγελάδων…

Δεν ξέρω αν έχετε την ίδια αίσθηση με μένα, αλλά στην αντίληψή μου η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια χώρα μονίμως με το ένα πόδι έξω από την Ε.Ε. Αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να αποχωρήσει πραγματικά μια χώρα από την Ένωση ποια θα ήταν η πιο πιθανή υποψήφια;

Μία άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η συστημική χειραγώγηση των ΜΜΕ (ένα από τα πολλά επιτεύγματα το οποίο δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστικότητα της Ελλάδας). Όπως εδώ, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρό προβάδισμα του Bremain με 7 μονάδες. Πολλοί πίστεψαν ότι η παραμονή ήταν σίγουρη και ψήφισαν Brexit, έτσι για να μην τους έχουν οι Ευρωπαίοι για δεδομένους. Ή επειδή κατά βάθος θα προτιμούσαν να είναι μόνοι στο νησί τους, αλλά χωρίς να θέλουν στα σοβαρά το ρίσκο του Brexit. Μόνο και μόνο για να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη.

Όπως και να έχει, το πρόβλημα είναι ότι η Ε.Ε. δεν έχει πείσει ότι αποτέλεί πραγματικά το δρόμο προς την ευημερία. Όσο η Γερμανία πιέζει για περισσότερη λιτότητα και βάζει την προστασία της Bundesbank πάνω από την ευημερία των πολιτών της Ευρώπης, όσο το οικονομικό μοντέλο που προωθείται είναι εκείνο της ανταγωνιστικότητας χωρίς να εξετάζεται η βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου, με λίγα λόγια όσο ο στόχος είναι να εξυπηρετούνται οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι, τόσο οι ακραίες τάσεις θα ενισχύονται, τόσο θα ωθούνται οι ψηφοφόροι προς τα λαϊκίστικα κόμματα και τόσο πιο κοντά θα βαδίζουμε στο γκρεμό, είτε αυτός εκδηλωθεί με έναν ακόμα πόλεμο, είτε με κάποιο ολοκληρωτικό μόρφωμα. Είτε και στα δύο μαζί, κατά σειρά.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία χάνουμε εστιάζοντας αποκλειστικά στους «αμόρφωτους γεροφασίστες» που ψήφισαν υπέρ του Brexit. Πρώτον: τι ακριβώς εννοεί η Μέρκελ όταν δηλώνει το εξής:

«Ακόμη και αν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς για μας, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν μια ιδέα ειρήνης. Βλέπουμε όλοι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Η ειρήνη που έχουμε στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια, δεν είναι αυτονόητη.»

Δεύτερον, ήταν πραγματικά τόσο σημαντικός λόγος η ενδοκομματική διαμάχη για τον Κάμερον ώστε να πάρει το ρίσκο ενός τέτοιου δημοψηφίσματος; Είναι άραγε εγκληματικά ηλίθιος ή υπάρχει κάποια άλλη σκοπιμότητα;

Και τρίτον: ποιος είναι ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το παιχνίδι και με ποιον τρόπο σκοπεύει να συσφίξει τις σχέσεις της με μια απομονωμένη Αγγλία, η οποία κινδυνεύει ακόμα και να χάσει τη Σκωτία και την Ιρλανδία;

Η Ε.Ε. δεν γεννήθηκε απλώς και μόνο για να πάρει τη μορφή μιας ενιαίας και ομοιόμορφης αγοράς. Ο βαθύτερος και ουσιαστικός λόγος ήταν να αποφευχθεί η γένεση μιας ακόμα, τρίτης καταστροφικής παγκόσμιας σύρραξης. Παρόλα αυτά, οι ηγέτες της Ευρώπης φαίνεται να το ξεχνούν αυτό και ενώ ακολουθούν πολιτικές, οι οποίες σταδιακά εξαθλιώνουν τους πολίτες τους και υποβαθμίζουν άμεσα τη δημοκρατία (βλ. TTIP, CETA), απορούν όταν οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων δεν είναι λογικές ή ψύχραιμες.

Αυτό δεν αφορά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς. Αυτό αφορά και την Ελλάδα και τις πλείστες όσες παθογένειές της, οι οποίες ωστόσο δεν πρόκειται ποτέ να εξαλειφθούν με τη θεραπεία-σοκ στην οποία επιμένει η γερμανική κυβέρνηση. Αφορά και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία η ακροδεξιά ανεβαίνει συνεχώς.

Δύο είναι τα πιο σημαντικά μαθήματα που οφείλουμε να αποκομίσουμε από αυτή τη συγκυρία: πρώτον, ότι δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ούτε η αρχή, ούτε το τέλος των προβλημάτων της Ε.Ε. Πέρσι τέτοια εποχή μιλούσαν όλοι για την Ελλάδα μεν, αλλά φέτος το show αναμένεται πολύ πιο συναρπαστικό κι ενδιαφέρον. Δεύτερον, αδαείς, ανενημέρωτους και ευκολόπιστους πολίτες έχουν κι αλλού, ακόμα και στην «καλλιεργημένη» Μεγάλη Βρετανία και είναι, μάλιστα, πολύ περισσότεροι απ’ ότι νομίζαμε.

Αν θέλουμε κάποια στιγμή να λύσουμε τα δικά μας θέματα, τότε θα πρέπει να πάψουμε να ταλαντευόμαστε σαν εκκρεμή από τον απόλυτο εγωκεντρισμό στην απόλυτη αυτό-απαξίωση και να δούμε τα πράγματα κάπως αντικειμενικά.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση… μακάρι να είχα κάτι καλό να σας πω. Το Brexit, εάν τελικά πραγματοποιηθεί, μοιάζει πραγματικά να σφραγίζει την αρχή του τέλους της Ε.Ε.

 

Μουσικό Διάλειμμα #63

 

Διχασμός

Division Bell

To 1994 οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν το 14ο τους άλμπουμ με τίτλο Division Bell. Η έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από το ομώνυμο καμπανάκι το οποίο ηχεί όποτε καλούνται να ψηφίσουν τα μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου ή της Βουλής των Λόρδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί αναγνωρίζουν με τον τρόπο αυτό ότι κάθε ψηφοφορία ή απόφαση δημιουργεί αυτομάτως διχασμό.

Το βασικό θέμα του άλμπουμ επικεντρώνεται στη δυνατότητα (και επιλογή) των ανθρώπων να λύνουν τα προβλήματά τους συζητώντας τα, παρόλο που οι απόψεις και οι επιλογές τους μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετες. Το ίδιο το εξώφυλλο, με τα πανομοιότυπα πρόσωπα, το ένα απέναντι από το άλλο σαν αντανακλάσεις, συμβολίζει ακριβώς αυτό: ότι παρά τις διαφορές μας είμαστε ίδιοι με τους συνανθρώπους μας και το μόνο που μας χωρίζει είναι η πλευρά της πραγματικότητας που επιλέγουμε. Ακόμα καλύτερα, η ερμηνεία που της δίνουμε εμείς.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι τα πρόσωπα, μισά και δισδιάστατα όπως φαίνονται στο προφίλ τους, αν ενωθούν θα σχηματίσουν ένα ολοκληρωμένο τρισδιάστατο σύνολο. Αυτό που μπορεί να τα ενώσει είναι η φωτεινή γραμμή της επικοινωνίας. Όχι η απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει το ένα το άλλο ότι η δική του πλευρά είναι η «σωστή», αλλά η κοινή προσπάθεια για προσέγγιση της αλήθειας και από τις δύο πλευρές.

Αυτό δε θα βοηθούσε μόνο εμάς που διχαζόμαστε στην Ελλάδα για το «ΝΑΙ» ή για το «ΟΧΙ», αλλά και για το διάλογο μεταξύ Ελλάδας και εταίρων. Να αναγνωριστούν τα αμοιβαία λάθη και να υπάρξει προσπάθεια για μια λύση. Φυσικά, αυτό γίνεται δύσκολο έως αδύνατον όταν το ένα από τα δύο μέρη είτε δεν έχει πραγματική βούληση για συνεννόηση είτε θεωρεί ότι ο φταίχτης είναι πάντοτε ο «απέναντι».

Σε πρώτη φάση, λοιπόν, αυτό που θα βοηθούσε εμάς εδώ είναι να αναγνωρίσουμε ότι καμία από τις δύο πλευρές δε στερείται επιχειρημάτων. Ασχέτως από το αν συμφωνούμε με αυτά οφείλουμε να σεβόμαστε τον απέναντί μας. Έχω διαβάσει, όπως οι περισσότεροι αυτές τις μέρες, άπειρες απόψεις, αναλύσεις, άρθρα ειδικών και ανειδίκευτων, έχω παρακολουθήσει ομιλίες, διαγγέλματα, έχω ακούσει ψέμματα και αλήθειες.

Όσο κι αν το θέλουν κάποιοι δεν υπάρχουν «καλοί» Ευρωπαίοι και «κακοί» Έλληνες. Ούτε το αντίθετο ισχύει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το σύστημα «χωλαίνει», εντός και εκτός συνόρων. Αυτό έχει γίνει αποδεκτό από όλους σε κάποιο βαθμό. Μπορούμε να το αλλάξουμε μόνοι μας; Μπορούμε να εμπιστευτούμε μια κυβέρνηση που έχει προέλθει λίγο-πολύ από το ίδιο πολιτικό σύστημα που έχει προκαλέσει το δικό μας μερίδιο της ζημιάς; Μπορούμε να εμπιστευτούμε τους θεσμούς που φαίνεται να αγνοούν τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία εκπροσωπούν; Πρέπει να πάρουμε ρίσκο ή πρέπει να το πάμε «εκ του ασφαλούς»; Υπάρχει, σε τελική ανάλυση, ασφαλής επιλογή;

Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση σε καθένα από τα παραπάνω ερωτήματα. Το ζητούμενο είναι να μην μετατρέψουμε τις απαντήσεις αυτές σε δόγμα, προσπαθώντας να συντρίψουμε με αυτό κάθε διαφωνία, να βάψουμε κάθε αντίθετη άποψη με το μαύρο της «προδοσίας».

Έχουμε επιδοθεί δε σε ένα ανόητο παιχνίδι συγκρίσεων μεταξύ των υποστηρικτών του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ», όπως παίζαμε κάποτε σαν παιδιά με κάρτες με αυτοκίνητα και πλοία «ΑΤΟΥ» και «ΥΠΕΡΑΤΟΥ». «-Εγώ έχω τον Γκοτζίλα! – Και γω έχω τον Μητσοτάκη! Νίκησα!»

Φυσικά και θα δούμε σε κάθε πλευρά άτομα που ενεργούν και αποφασίζουν βάσει του προσωπικού τους συμφέροντος. Φυσικά και θα δούμε ανθρώπους οι οποίοι βρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού προσπαθούν να πείσουν όλους τους γύρω τους ότι μόνο η δική τους άποψη είναι η ορθή. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την επιλογή τους, χωρίς να την έχουν καλοσκεφθεί, ενεργώντας κυρίως με το συναίσθημα.

Δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε με όλους. Υπάρχουν, άλλωστε και αυτοί, οι οποίοι ακολουθούν σαν στρατιωτάκια τη γραμμή που κάποιοι άλλοι έχουν χαράξει για λογαριασμό τους. Αυτοί, ξέρετε για ποιους μιλώ, επιθυμούν έναν νέο Εμφύλιο. Παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς δεν τον έχουν ζήσει, έχουμε γνωρίσει ωστόσο τα αποτελέσματα αυτού του απόλυτου διχασμού. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Ο διάλογος σίγουρα δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση. Ο διχασμός, όμως, αν τον προεκτείνουμε πέρα από τον αναγκαστικό βαθμό, πέρα από τη στιγμή της ψήφου και τον τεντώσουμε μέχρι την απόδοση ευθυνών στον απέναντι, έχει αποτέλεσμα. Και αυτό είναι πάντοτε αρνητικό.

Όπως έγραψαν και πολλοί φίλοι αυτές τις μέρες, δεν πρέπει να υπάρξει σύγχυση στην ανάγκη μας για ομόνοια: όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποτελεί συγχωροχάρτι για κανέναν. Οι ευθύνες είναι υπαρκτές και θα πρέπει να αποδοθούν. Αν θέλετε τη γνώμη μου οι πολίτες θα έπρεπε να τιμωρήσουν ολόκληρο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα και να το απομακρύνουν από την εξουσία. Θα έπρεπε, σε μια ιδανική κατάσταση, να προχωρήσουμε σε μια λύση τύπου Ισλανδίας, με εντελώς νέα πρόσωπα στην πολιτική. Πρόσωπα τα οποία να μην προκαλούν περισσότερο διχασμό από αυτόν που υπάρχει ήδη.

Είναι αυτό εφικτό; Ίσως όχι. Σίγουρα όμως είναι ένας μπούσουλας για τις αποφάσεις μας στο εξής.

Σκόπιμα δεν δημοσίευσα κάποιο άρθρο υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Περίμενα ως τώρα οπότε οι περισσότερο από εμάς να έχουν ήδη ψηφίσει. Ο καθένας μας έχει υπερφορτωθεί τις μέρες αυτές από επιχειρήματα και διαφωνίες ακόμα και καβγάδες με αγαπημένα πρόσωπα.

Αυτό που έχει σημασία πάνω απ’ όλα, για μένα, είναι να μην αφήσουμε το διχασμό να μας χωρίσει.

Μουσικό Διάλειμμα #60

Together we stand
Divided we fall…

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.