Η αρχή του τέλους;

12324-itok=LQ0Ks41a

Τα πράγματα δεν είναι απλά. Και με αυτό δεν εννοώ αυτό που θα ακολουθήσει μετά το ιστορικής σημασίας δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας για την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα επακόλουθα σίγουρα δεν είναι απλά, ακόμα και αν πάμε σε ένα, θεωρητικά λιγότερο επώδυνο, ενδεχόμενο «ντρίπλας» σαν εκείνη που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το δικό μας αντίστοιχο δημοψήφισμα.

Και αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει γιατί, όπως επισημάνθηκε από τον Independent, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν έχει ουσιαστικά νομική ισχύ. Μπορεί, λοιπόν, κάλλιστα να «κολλήσει» στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, πράγμα που πολύ θα βολέψει για να βγει η Αγγλία από την εξαιρετικά άβολη θέση που τη φέρνει, μεταξύ άλλων, το δικό της «έξω» με το «μέσα» της Σκωτίας. Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι, «απλώς», το κύρος της δημοκρατίας.

Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε μια εξαιρετικά εκτεταμένη παρένθεση και να φιλοσοφήσουμε πάνω στη φύση και τις αδυναμίες της δημοκρατίας, αλλά το αποτέλεσμα θα παραμείνει το ίδιο: η Μεγάλη Βρετανία συνολικά αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα είναι να εντοπιστούν οι λόγοι που οδήγησαν εδώ. Λυπάμαι αν σας χαλάω την απλή και βολική σας εξήγηση, αλλά δε φταίνε ούτε οι «γέροι», ούτε οι ακροδεξιοί, ούτε οι αμόρφωτοι. Φυσικά, οι μεγάλες ηλικίες όντως προτίμησαν το «Brexit», όπως έγινε ασφαλώς και με τους ακροδεξιούς οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι και άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Αλλά η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο. Ποτέ δεν είναι. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που περιορίζεται μόνο στη Βρετανία ή στην Ελλάδα. Είναι πανευρωπαϊκό. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το φαινόμενο Τραμπ, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα είναι μάλλον παγκόσμιο. Ας παραμείνουμε, όμως, στην Ευρώπη.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένωση περισσότερο στο όνομα, παρά στην πράξη. Το εγχείρημα «κόλλησε» στο φιάσκο του Ευρωσυντάγματος καθώς, όπως μας έχουν επισημάνει αρκετές φορές οι φίλοι μας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι αδύνατον να υπάρξει νομισματική ένωση, χωρίς πολιτική ένωση. Η Ε.Ε. αποτελείτο μέχρι χθες από 28 μέλη, 19 εκ των οποίων έχουν κοινό νόμισμα. Από κει και πέρα όμως;

Δε χρειάζεται να διαθέτει κανείς εις βάθος γνώση των διεθνών σχέσεων για να καταλάβει ότι η προσφυγική κρίση ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα της αποτυχίας της Ε.Ε. να δείξει ουσιαστική ενότητα και αλληλεγγύη. Για να το αντιληφθούμε αυτό, αρκεί να φανταστούμε ότι η Ελλάδα αποτελείται από ομόσπονδα κρατίδια. Με το που φθάνουν οι πρόσφυγες ας πούμε στη Λέσβο, τα υπόλοιπα κρατίδια αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορά τους και να αφήσουν τους πρόσφυγες εγκλωβισμένους στο νησί. Ταυτόχρονα και ενώ η Λέσβος είναι εν γνώσει τους σε κακή οικονομική κατάσταση, κυριολεκτικά πετούν χρήματα στην Τουρκία για να εξασφαλίσουν ότι θα περιορίσει την ροή των μεταναστών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή εγγύηση για αυτό. Η Αθήνα μπορεί να διατυμπανίζει ότι έχει τις πόρτες της ανοιχτές στους πρόσφυγες, αλλά εφόσον αυτοί δεν μπορούν να φύγουν από τη Λέσβο, η δήλωση αυτή έχει μάλλον θεωρητικό χαρακτήρα. Θα είχε αυτή η κατάσταση νόημα σε μια ενωμένη χώρα; Σίγουρα όχι. Πώς μπορεί, λοιπόν, να έχει νόημα σε μια πραγματική ένωση κρατών;

Πώς γίνεται σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει, υποτίθεται, κοινά σύνορα να επιτρέπεται σε μεμονωμένα μέλη να τα κλείνουν κατά βούληση, συνάπτοντας μάλιστα συμφωνίες με μη μέλη και αστυνομεύοντας τα σύνορά τους; Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή κύρωση ή, έστω, μια αντίδραση ανάλογη της σοβαρότητας του ατοπήματος αυτού. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Ιρλανδία παραμένουν μέχρι σήμερα εκτός ζώνης Σένγκεν.

Πώς εξηγείται σε μια οικονομική ένωση σε πορεία νομισματικής ενοποίησης η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία να αρνείται να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα; Πέρα από τη Μεγάλη Βρετανία, εκτός παραμένουν οικειοθελώς η Σουηδία (7η σε μέγεθος στην Ε.Ε.), η Πολωνία (8η), η Δανία (11η) και η Τσεχία (16η). Η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία είχαν πάρει… χαρτί από γιατρό και δεν υποχρεούνταν να μπουν στο Ευρώ παρά μόνο εάν το ζητούσαν. Οι υπόλοιπες χώρες υποτίθεται ότι έχουν υποχρέωση, αλλά μόνο αν δεχθούν να μπουν στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών II, κίνηση που είναι προαιρετική. Η Σουηδία παίζει με αυτόν τον τρόπο τις «καθυστερήσεις» από το 2003, οπότε απέρριψε το Ευρώ με δημοψήφισμα. Και αυτό έγινε στις εποχές των παχιών αγελάδων…

Δεν ξέρω αν έχετε την ίδια αίσθηση με μένα, αλλά στην αντίληψή μου η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια χώρα μονίμως με το ένα πόδι έξω από την Ε.Ε. Αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να αποχωρήσει πραγματικά μια χώρα από την Ένωση ποια θα ήταν η πιο πιθανή υποψήφια;

Μία άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η συστημική χειραγώγηση των ΜΜΕ (ένα από τα πολλά επιτεύγματα το οποίο δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστικότητα της Ελλάδας). Όπως εδώ, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρό προβάδισμα του Bremain με 7 μονάδες. Πολλοί πίστεψαν ότι η παραμονή ήταν σίγουρη και ψήφισαν Brexit, έτσι για να μην τους έχουν οι Ευρωπαίοι για δεδομένους. Ή επειδή κατά βάθος θα προτιμούσαν να είναι μόνοι στο νησί τους, αλλά χωρίς να θέλουν στα σοβαρά το ρίσκο του Brexit. Μόνο και μόνο για να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη.

Όπως και να έχει, το πρόβλημα είναι ότι η Ε.Ε. δεν έχει πείσει ότι αποτέλεί πραγματικά το δρόμο προς την ευημερία. Όσο η Γερμανία πιέζει για περισσότερη λιτότητα και βάζει την προστασία της Bundesbank πάνω από την ευημερία των πολιτών της Ευρώπης, όσο το οικονομικό μοντέλο που προωθείται είναι εκείνο της ανταγωνιστικότητας χωρίς να εξετάζεται η βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου, με λίγα λόγια όσο ο στόχος είναι να εξυπηρετούνται οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι, τόσο οι ακραίες τάσεις θα ενισχύονται, τόσο θα ωθούνται οι ψηφοφόροι προς τα λαϊκίστικα κόμματα και τόσο πιο κοντά θα βαδίζουμε στο γκρεμό, είτε αυτός εκδηλωθεί με έναν ακόμα πόλεμο, είτε με κάποιο ολοκληρωτικό μόρφωμα. Είτε και στα δύο μαζί, κατά σειρά.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία χάνουμε εστιάζοντας αποκλειστικά στους «αμόρφωτους γεροφασίστες» που ψήφισαν υπέρ του Brexit. Πρώτον: τι ακριβώς εννοεί η Μέρκελ όταν δηλώνει το εξής:

«Ακόμη και αν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς για μας, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν μια ιδέα ειρήνης. Βλέπουμε όλοι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Η ειρήνη που έχουμε στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια, δεν είναι αυτονόητη.»

Δεύτερον, ήταν πραγματικά τόσο σημαντικός λόγος η ενδοκομματική διαμάχη για τον Κάμερον ώστε να πάρει το ρίσκο ενός τέτοιου δημοψηφίσματος; Είναι άραγε εγκληματικά ηλίθιος ή υπάρχει κάποια άλλη σκοπιμότητα;

Και τρίτον: ποιος είναι ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το παιχνίδι και με ποιον τρόπο σκοπεύει να συσφίξει τις σχέσεις της με μια απομονωμένη Αγγλία, η οποία κινδυνεύει ακόμα και να χάσει τη Σκωτία και την Ιρλανδία;

Η Ε.Ε. δεν γεννήθηκε απλώς και μόνο για να πάρει τη μορφή μιας ενιαίας και ομοιόμορφης αγοράς. Ο βαθύτερος και ουσιαστικός λόγος ήταν να αποφευχθεί η γένεση μιας ακόμα, τρίτης καταστροφικής παγκόσμιας σύρραξης. Παρόλα αυτά, οι ηγέτες της Ευρώπης φαίνεται να το ξεχνούν αυτό και ενώ ακολουθούν πολιτικές, οι οποίες σταδιακά εξαθλιώνουν τους πολίτες τους και υποβαθμίζουν άμεσα τη δημοκρατία (βλ. TTIP, CETA), απορούν όταν οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων δεν είναι λογικές ή ψύχραιμες.

Αυτό δεν αφορά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς. Αυτό αφορά και την Ελλάδα και τις πλείστες όσες παθογένειές της, οι οποίες ωστόσο δεν πρόκειται ποτέ να εξαλειφθούν με τη θεραπεία-σοκ στην οποία επιμένει η γερμανική κυβέρνηση. Αφορά και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία η ακροδεξιά ανεβαίνει συνεχώς.

Δύο είναι τα πιο σημαντικά μαθήματα που οφείλουμε να αποκομίσουμε από αυτή τη συγκυρία: πρώτον, ότι δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ούτε η αρχή, ούτε το τέλος των προβλημάτων της Ε.Ε. Πέρσι τέτοια εποχή μιλούσαν όλοι για την Ελλάδα μεν, αλλά φέτος το show αναμένεται πολύ πιο συναρπαστικό κι ενδιαφέρον. Δεύτερον, αδαείς, ανενημέρωτους και ευκολόπιστους πολίτες έχουν κι αλλού, ακόμα και στην «καλλιεργημένη» Μεγάλη Βρετανία και είναι, μάλιστα, πολύ περισσότεροι απ’ ότι νομίζαμε.

Αν θέλουμε κάποια στιγμή να λύσουμε τα δικά μας θέματα, τότε θα πρέπει να πάψουμε να ταλαντευόμαστε σαν εκκρεμή από τον απόλυτο εγωκεντρισμό στην απόλυτη αυτό-απαξίωση και να δούμε τα πράγματα κάπως αντικειμενικά.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση… μακάρι να είχα κάτι καλό να σας πω. Το Brexit, εάν τελικά πραγματοποιηθεί, μοιάζει πραγματικά να σφραγίζει την αρχή του τέλους της Ε.Ε.

 

Μουσικό Διάλειμμα #63

 

Advertisements

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

NO Democracy

Θιχτήκαμε; Περίεργο αίσθημα ευθιξίας έχουμε σε αυτή τη χώρα νομίζω.

Image

Με την ευκαιρία της παρουσίασης  από τον κ. Σαμαρά των προτεραιοτήτων της ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε. στο ευρωκοινοβούλιο, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Nigel Farage εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον του πρωθυπουργού, της κυβέρνησής του και της Νέας Δημοκρατίας.

«[Το κόμμα σας] λέγεται Νέα Δημοκρατία (New Democracy). Προτείνω να το πείτε Καθόλου Δημοκρατία (No Democracy)».

Πολλοί, είμαι βέβαιος, απόλαυσαν τα δυόμισι λεπτά της αδυσώπητης επίθεσης. Κάποιοι άλλοι δυσανασχέτησαν: «Θα μας πει ο Άγγλος για δημοκρατία τώρα;» Ξύπνησε ο υπερήφανος Έλλην μέσα τους, γιατί μας προσέβαλαν τον πρωθυπουργό οι κουτόφραγκοι, που όταν είχαμε εμείς Δημοκρατία… τα γνωστά περί πιθήκων και ακροβατικών στα κλαδιά. Τι λες!

Είναι κάτι σαν ζήτημα οικογενειακής τιμής, φαίνεται. Εμείς μπορεί να λέμε ό,τι θέλουμε για την οικογένειά μας, αλλά αν την προσβάλει τρίτος…

Μόνο που δεν είμαστε οικογένεια με τον κ. Σαμαρά. Ευτυχώς. Ούτε με τον κ. Στουρνάρα, τον κ. Βενιζέλο, τον κ. Γεωργιάδη, τον κ. Δένδια, τον κ. Κεδίκογλου και τους λοιπούς κυρίους που στελεχώνουν την υποδειγματική μας κυβέρνηση.

Το πατροπαράδοτο αίσθημα της οικογενειακής τιμής έχει να κάνει με την αξιοπρέπεια, τη διατήρηση του καθαρού οικογενειακού ονόματος. Τα εν οίκω, μη εν δήμω.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, δεν ισχύει αυτό. Είναι πολύ αργά για να διατηρούμε τα προσχήματα. Αυτά ζουν μόνο στη φαντασία μας πλέον, καθώς η πολιτική συντεχνία της χώρας καταστρέφει συστηματικά την εικόνα και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας στην Ευρώπη, ειδικά από το 2008 και μετά.

Τώρα θυμηθήκαμε την αξιοπρέπειά μας; Όταν έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου στο Γιούνκερ ότι κυβερνά μια διεφθαρμένη χώρα δε μας πείραζε; Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα-οχετό του ο Πάγκαλος στο εξωτερικό και αποκαλούσε τους πολίτες που διαμαρτύρονταν «φασίστες, κομμουνιστές και μαλάκες«, δε μας άγγιζε το γεγονός;

Όταν υπουργοί της κυβέρνησης υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια στους ξένους επενδυτές προκειμένου να «διώξουν» με κάθε τρόπο τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, εξαπατώντας τους χωρίς κανένα ενδοιασμό, αυτό δεν έκανε ζημιά στην εικόνα της Ελλάδας;

Όταν η κατά το ήμισυ φασίζουσα Ελληνική Αστυνομία ασκεί ανεξέλεγκτη βία εναντίον διαδηλωτών και ρεπόρτερ, προσβάλλει και συλλαμβάνει τουρίστες λόγω χρώματος και βασανίζει κρατούμενους, γεμίζοντας πολυσέλιδες αναφορές της Διεθνούς Αμνηστίας, αυτό δε μας ενοχλεί;

Τα κατορθώματα αυτά της ΕΛ.ΑΣ. τράβηξαν την προσοχή διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως η βρετανική Guardian. Η απάντηση του υπουργού Δημόσιας Τάξης ήταν να απειλήσει την παγκοσμίου εμβέλειας εφημερίδα με… μήνυση. Απειλή την οποία, απ’ όσο γνωρίζω, ουδέποτε πραγματοποίησε. Ευτυχώς, γιατί γλυτώσαμε τον περαιτέρω διασυρμό. Ή μήπως δυστυχώς;

Τι να πρωτοθυμηθώ; Να γράψω για τις Σκουριές, για το πρωτοφανές και αυθαίρετο κλείσιμο της ΕΡΤ και την κατάργηση των μουσικών συνόλων της και τόσα άλλα, τα οποία έχουν κάνει πολλές φορές το γύρο του κόσμου και μας έχουν εκθέσει ανεπανόρθωτα; Να γράψω για την άρον-άρον απόσυρση του αντιφασιστικού νομοσχεδίου, για την ουσιαστική άρνηση βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας (που προφανώς περπατούν και τα σέρνουν) να συζητήσουν το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους; Θα το ξαναπώ, εκτός από το ότι η Ελλάδα είναι η ΜΟΝΗ ευρωπαϊκή χώρα χωρίς εθνική συμφωνική ορχήστρα, είναι πλέον και η μόνη μαζί με τη Λιθουανία στην Ε.Ε. που δεν αναγνωρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων.

Μήπως να μιλήσουμε για τη δογματική άρνηση της πολιτείας να διαχωρίσει επιτέλους Εκκλησία και Κράτος; Ή, τουλάχιστον, να φορολογήσει την περιουσία της; Να θυμηθούμε ότι ακόμα αρνούμαστε πεισματικά να επιτρέψουμε σε δεκάδες χιλιάδες υπηκόους του Πακιστάν, του Μπαγκλαντές και άλλων μουσουλμανικών χωρών να έχουν ένα τζαμί επειδή μια εντελώς άσχετη μουσουλμανική χώρα, η… Τουρκία αρνείται να ανοίξει τη Χάλκη; Να πούμε για το φιάσκο με τη λίστα Λαγκάρντ; Για την άνοδο της Χρυσής Αυγής; Θεωρείτε πραγματικά ότι η Ελλάδα δίνει την εικόνα σύγχρονου, δημοκρατικού κράτους; Γιατί; Επειδή υιοθετήσαμε με φθηνά κόλπα το Ευρώ, για το οποίο προφανώς ήμασταν ανέτοιμοι και το οποίο στραγγαλίζει την οικονομία μας αργά και σταθερά;

Ναι, αλλά όχι να μας τα λέει και ο Άγγλος Καρατζαφέρης, θα πουν ορισμένοι. Μπορείς να κατηγορείς τη Χρυσή Αυγή για δημαγωγία και όχι αυτόν;

Συμφωνώ απόλυτα ότι σημασία δεν έχει μόνο να λέγεται η αλήθεια, αλλά και το ποιος τη λέει. Πλην όμως, εμένα δε με αφορά ο Farage, δεν τον ψηφίζω, είναι πρόβλημα των Άγγλων. Εγώ έχω κάτι χειρότερο να αντιμετωπίσω στη χώρα μου. Και το ενδεχόμενο να βρεθούμε ξαφνικά με δημάρχους και ευρωβουλευτές από τη νεοναζιστική αυτή συμμορία θα μας προσβάλει και θα μας εκθέσει πολύ περισσότερο από εκατό Nigel Farage. Ή μήπως φαντάζεστε ότι το θέμα της Χρυσής Αυγής έχει κλείσει οριστικά;

Είναι λυπηρό το φαινόμενο αυτό, να δίνεται το δικαίωμα σε ακροδεξιούς, δημαγωγούς και νεοναζί να λένε τις αλήθειες που δεν αρθρώνει κανείς άλλος. Αλλά δεν είναι κάτι τυχαίο. Είναι το ιδανικό πολιτικό τέχνασμα για να αναγκάζονται να σωπαίνουν οι σκεπτόμενοι πολίτες. Βλέπετε, όταν η αλήθεια ακούγεται μόνο από γραφικούς και τραμπούκους, τότε όποιος θελήσει να αρθρώσει την αλήθεια θα το κάνει με το φόβο της περιθωριοποίησης. Στην καλύτερη περίπτωση θα τον πουν λαϊκιστή ή γραφικό. Στη χειρότερη θα βαφτιστεί «ακραίος», φασίστας, αναρχικός…

Και αναρωτιέστε μετά γιατί σωπαίνει και δεν αντιδρά ο κόσμος; Αλήθεια;

Το «νέο όχι» και το «γιατί»

ΚύπροςΜια ανάταση, έτσι στιγμιαία, τη νιώσαμε. Κάτι σαν τον φυλακισμένο που είχε την ευκαιρία του να δραπετεύσει, αλλά δεν το έκανε και χαίρεται βλέποντας τον συγκρατούμενό του να τρέχει προς την ελευθερία.

Το αν θα τα καταφέρει, είναι άλλο ζήτημα. Σημασία έχει ότι κάποιος τόλμησε, αντιστάθηκε. Ο Ελληνισμός απέκτησε ένα δεύτερο «όχι».

Η πραγματικότητα της πολιτικής, βέβαια, δεν είναι τόσο απλή και αθώα. Ακόμα και το «όχι» που τιμάμε κάθε χρόνο (έστω και υπό την απειλή των όπλων) δεν ήταν τόσο έκφραση αγνής αγάπης για την ελευθερία και τα ανθρώπινα ιδανικά, όσο προϊόν γεωπολιτικού σχεδιασμού και πολιτικών ισορροπιών. Τουλάχιστον για το γερμανόφιλο δικτάτορα που το είπε εκ μέρους των Ελλήνων.

Έτσι και στην περίπτωση του νέου όχι. Μπορεί να αποδίδεται στους Κύπριους βουλευτές ο ανατομικός εξοπλισμός του αρσενικού που δεν διαθέτει η δική μας πολιτική ηγεσία, αλλά η αλήθεια δεν είναι τόσο απλή.

Καταρχάς, οι Κύπριοι βουλευτές δεν είναι ελεγχόμενοι. Δεν υπάρχει στην Κύπρο Siemens, ούτε βαρύνονται με τόσα πολλά σκάνδαλα, ώστε να κινδυνεύουν να κάνουν παρέα σε οποιονδήποτε αντίστοιχο Τσοχατζόπουλο.

Κατά δεύτερον, το Eurogroup υπέπεσε σε σοβαρό σφάλμα. Θεώρησε δεδομένη την υπαναχώρηση της Κύπρου στον εκβιασμό, όπως έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας.

Το δίλημμα της Κύπρου, όμως, ήταν ακόμα πιο ψευδεπίγραφο από το δικό μας. Αντί για «ευρώ ή καταστροφή» (δηλαδή «αργός ή ξαφνικός θάνατος»), η Κύπρος είχε να επιλέξει μεταξύ άμεσης καταστροφής και άμεσης καταστροφής.

Δε φαντάζομαι να πιστεύετε ότι αν εγκρινόταν και προχωρούσε το πρωτοφανές κούρεμα των καταθέσεων θα κρατούσε κανένας από τους ξένους μεγαλοκαταθέτες τα χρήματά του στην Κύπρο. Οπότε το επιχείρημα περί επικείμενης χρεωκοπίας και κατάρρευσης των τραπεζών είναι ανυπόστατο.

Είτε συμφωνούσε η Κυπριακή Βουλή, είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι ότι η εμπιστοσύνη των καταθετών προς τις τράπεζες της χώρας έχει πληγεί. Άρα, η μόνη ελπίδα της Κύπρου για να μετριάσει τη ζημιά είναι να καταλήξει σε συμφωνία με τη Ρωσία, αποφεύγοντας εντελώς το κούρεμα και αποδεικνύοντας έτσι ότι είναι σε θέση να προστατέψει τα ξένα κεφάλαια.

Το σημαντικότερο στοιχείο ενεργητικού μιας τράπεζας είναι η εμπιστοσύνη. Αν αυτή χαθεί, έστω και αν οι λόγοι είναι υποκειμενικοί, τότε η τράπεζα θα αδειάσει και θα κλείσει. Αυτό είναι κάτι το οποίο γνωρίζει καλά το Eurogroup.

Ούτε το μέγεθος της βοήθειας ήταν τέτοιο ώστε να είναι απαραίτητη η εκβιαστική επιβολή αυτού του παράλογου μέτρου.

Άρα, λοιπόν, ο στόχος ήταν να ζημιωθεί η κύρια «βιομηχανία» της Κύπρου, ώστε να πάψει να είναι ανεξάρτητη και τα κοιτάσματα φυσικού αερίου να «αξιοποιηθούν» κατά την κρίση της τρόικα.

Μόνο που υπολόγιζαν, όπως φαίνεται, χωρίς τον ξενοδόχο. Η ζημιά, βέβαια, έχει ήδη γίνει και η Κύπρος αναγκαστικά θα «χαρίσει» μέρος των κοιτασμάτων της προκειμένου να σωθεί. Εύχομαι, όμως, να συμφωνήσει με τη Ρωσία και όχι με τους ευρώ-αποικιοκράτες.

Όχι επειδή οι Ρώσοι είναι άγιοι και ενδιαφέρονται μόνο για το καλό μας. Αλλά επειδή τα χαρτιά τους είναι πολύ πιο ανοιχτά από εκείνα της τρόικα, η οποία προσποιείται ότι θέλει να «διασώσει» την κυπριακή και ελληνική οικονομία.

Και επειδή αυτό το σχέδιο φτωχοποίησης και λεηλασίας πρέπει να σταματήσει.

Το καλύτερο ακόμα θα ήταν η ενδεχόμενη επιτυχία του κυπριακού ελιγμού να ξυπνήσει εμάς εδώ από το λήθαργό. Σαφώς και το είδος της κρίσης δεν είναι το ίδιο, ωστόσο οι προθέσεις των ισχυρών της ΕΕ για την Ελλάδα είναι πανομοιότυπες.

Το σχέδιο της ¨διάσωσης» δεν βγαίνει, το έχει παραδεχθεί ανοιχτά και το ΔΝΤ, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζει χωρίς συμβιβασμούς. Τα κοιτάσματα, στα οποία όποιος τολμούσε να αναφερθεί πριν από λίγα μόλις  χρόνια βαφτιζόταν γραφικός και συνομωσιολόγος, έχουν επιβεβαιωθεί. Ποιος είναι, λοιπόν, ο απώτερος στόχος της «βοήθειας»;

Μουσικό Διάλειμμα #31

Χρηματοφασισμός

Θα μπορούσα, λόγω των ημερών, να επικεντρωθώ στη Χρυσή Αυγή και στο γεγονός ότι θα «εορτάσει» αύριο μαζί με τους Έλληνες (ανεξαρτήτως χρώματος και γενεαλογίας) κατοίκους αυτής της χώρας το ιστορικό «ΟΧΙ» απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα.

Θα μπορούσα να σχολιάσω το πόσο οξύμωρο είναι όλο αυτό το σκηνικό. Ένα ξεκάθαρα νεοναζιστικό κόμμα να προσποιείται ότι εορτάζει την απαρχή της πρώτης ήττας που υπέστη ο Άξονας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μια μικρή, φτωχή χώρα, η οποία ήταν πάντα μεγάλη σε ψυχή και πλούσια σε πνεύμα.

Αλλά είναι περιττό. Θα χυθεί πολύ ψηφιακό μελάνι αυτές τις μέρες για αυτό το σκοπό. Τη στιγμή μάλιστα που ουσιαστικά δεν είναι η Χρυσή Αυγή το πραγματικό πρόβλημα αυτού του τόπου, δεν είναι καν το πραγματικό πρόσωπο του φασισμού σήμερα.

Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια που αποδίδονται σε έναν από τους διασημότερους και πιο επιτυχημένους βιομηχάνους της Ιστορίας. Ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν υποστηρικτής των Ναζί και τον οποίο θαύμαζε απερίφραστα ο Αδόλφος Χίτλερ.

«Ευτυχώς που ο [αμερικανικός] λαός δεν κατανοεί το τραπεζικό και νομισματικό μας σύστημα καθώς, αν το κατανοούσε, πιστεύω ότι θα σημειωνόταν επανάσταση μέχρι αύριο το πρωί.»

Χένρι Φορντ

Η ρήση αυτή από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, αποκαλύπτει με τον πιο απλό τρόπο τη σύγχρονη πραγματικότητα: ο κόσμος διοικείται από ένα οικονομικό σύστημα το οποίο όχι μόνο δεν είναι δίκαιο προς όλους, αλλά εκμεταλλεύεται συστηματικά την πλειοψηφία προς όφελος των λίγων.

Αυτό δεν αποτελεί κάτι νέο. Αποτελεί την κατάσταση των πραγμάτων καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της Ιστορίας του ανθρώπου. Ωστόσο, υπήρχε η ψευδαίσθηση ότι η βαθμιαία κατάργηση της μοναρχίας και της ολιγαρχίας στα περισσότερα σύγχρονα κράτη του κόσμου και ο σταδιακός εκδημοκρατισμός τους κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες, θα οδηγούσε στην μείωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ειδικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σημείωσε αλματώδη πρόοδο σε κάθε επίπεδο. Οι συνθήκες εργασίας βελτιώθηκαν, οι φυλετικές και σεξιστικές διακρίσεις μειώθηκαν αισθητά, η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης ενισχύθηκε και το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό. Με την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ, όλος ο ανεπτυγμένος κόσμος πίστεψε πως θα μεταβαίναμε σε μια πιο φωτισμένη εποχή ειρήνης και ανάπτυξης.

Όπως ξέρουμε πια, η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ενώ η οικονομία έχει παγκοσμιοποιηθεί σε πρωτοφανή βαθμό, υπάρχει μια πληθώρα πολιτικών, εθνικών, νομικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών φραγμών και δυσχερειών που καθιστούν μια ανάλογη πρόοδο αδύνατη σε διοικητικό επίπεδο.

Πάρτε για παράδειγμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η νομισματική ένωση επιτεύχθηκε προτού να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία σχετικά με το πώς θα μπορούσε η ΕΕ να μετασχηματιστεί σε μια ενιαία πολιτική, κοινωνική και, ως ένα βαθμό, πολιτιστική οντότητα.

Έχουμε, λοιπόν, άτομα και πολυεθνικές εταιρείες με οικονομικό μέγεθος μικρών χωρών, τα οποία μπορούν να κινούνται σχεδόν χωρίς έλεγχο σε οικονομικό επίπεδο και να ασκούν πολιτική επιρροή με πολύ μεγαλύτερη ευελιξία από οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό.

Ας το σκεφθούμε διαφορετικά: αν ο λαός παίζει το ρόλο του βασιλιά, τότε οι τράπεζες, οι εταιρείες και οι πλούσιοι είναι οι βαρόνοι του. Και οι βαρόνοι αυτοί μπορούν πλέον να δρουν όπως θέλουν, χωρίς να δίνουν ουσιαστικά λογαριασμό στο Στέμμα. Αυτό συμβαίνει επειδή ο βασιλιάς βασίζεται σε αυτούς για να είναι το θησαυροφυλάκιο του γεμάτο, ενώ δεν έχει ουσιαστικό τρόπο να τους ελέγχει.

Αν ένας βασιλιάς δεν έχει πραγματική εξουσία, τότε δε μιλάμε πλέον για μοναρχία. Και αν ο «βασιλιάς» είναι στην πραγματικότητα ο λαός και ο λαός δεν έχει πραγματική εξουσία, τότε δε μιλάμε πλέον για δημοκρατία.

Ο 21ος αιώνας έφερε μαζί του την υπόσχεση της ανάπτυξης, των ίσων ευκαιριών για όλους και μια πληθώρα από τεχνολογικά αγαθά και υπηρεσίες. Όλα αυτά με τις ευλογίες της «ελεύθερης αγοράς». Δυστυχώς, οι υποσχέσεις αυτές διαψεύστηκαν προτού κλείσει η πρώτη δεκαετία του αιώνα, από το φάντασμα μιας οικονομικής κρίσης η οποία δε φαίνεται να τελειώνει πουθενά.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κρίση ή, καλύτερα, δεν θα υπήρχε εάν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν εξοπλισμένο με τις κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες κατά της απάτης, της κατάχρησης και της εκμετάλλευσης. Ή, ακόμα πιο απλά, εάν ήταν δίκαιο και βιώσιμο. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν περισσότερο κρατικό έλεγχο. Αλλά στο άκουσμα και μόνο αυτού του όρου οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι παθαίνουν κρίση.

Γιατί; Επειδή λένε πως η ελεύθερη αγορά «αυτορυθμίζεται». Μόνο που δεν μπορεί. Είναι σαν να βάζεις δύο θανατοποινίτες σε ένα κλουβί να παλέψουν για την ελευθερία τους και να ελπίζεις ότι θα υπακούσουν στους κανόνες. Είναι ουτοπικό. Στην πραγματικότητα θα χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε κόλπο έχουν στη διάθεσή τους για να εξοντώσουν τον αντίπαλο, όσο βρώμικο και αν είναι αυτό.

Κατά τον ίδιο τρόπο, μια εταιρεία σε συνθήκες «ελεύθερου ανταγωνισμού» θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να αυξήσει το πλεονέκτημά της έναντι των ανταγωνιστών της. Δεν έχει σημασία εάν το τίμημα το πληρώσουν οι καταναλωτές και οι εργαζόμενοι, αρκεί να μην γίνει αυτό ποτέ αντιληπτό. Φθηνός εξοπλισμός και υλικά, φρικτές εργασιακές συνθήκες και πρακτικές, νομικές «τρύπες» και τεχνάσματα είναι κάποια από τα όπλα που χρησιμοποιούνται σε αυτόν τον πόλεμο.

Δεν ακολουθούν όλοι τέτοιες πρακτικές, αλλά όταν οι περισσότεροι «παίκτες» το κάνουν, τότε το πλεονέκτημα που κερδίζουν είτε θα αναγκάσει τους ανταγωνιστές να παίξουν το ίδιο παιχνίδι, είτε θα τους οδηγήσει εκτός αρένας.

Οι τράπεζες δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Κάποτε θεωρούνταν ένας από τους βασικούς πυλώνες στήριξης οποιαδήποτε οικονομίας. Πλέον λειτουργούν απροκάλυπτα και ανοιχτά μόνο για το δικό τους κέρδος, ακόμα και όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον αναπτυξιακό ρόλο που οφείλουν να παίζουν.

Εάν μια πλούσια χώρα όπως η Ισλανδία μπορεί να καταστραφεί οικονομικά από τις τράπεζές της και μόνο, τότε είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Όλα αυτά συνέβησαν επειδή η κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα της Ισλανδίας «αγνόησαν» τις απίστευτα ανεύθυνες συναλλαγές μιας χούφτας ανθρώπων, οι οποίοι διοικούσαν τις τρεις μεγάλες τράπεζες της χώρας.

Ωστόσο, η πρώτη σκέψη για την αντιμετώπιση της «κρίσης» δεν ήταν να συλληφθούν οι υπεύθυνοι και να αποδοθούν ποινικές και πολιτικές ευθύνες, αλλά να δοθεί ο «λογαριασμός» στο λαό της Ισλανδίας, σαν να είχαν αυτοί οι άνθρωποι έστω και την ελάχιστη ευθύνη για αυτό το χάλι.

Ακριβώς το ίδιο πράγμα συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου αυτή τη στιγμή. Στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης ζητείται από τους πολίτες να επωμιστούν το κόστος της κακοδιαχείρισης από μέρους των τραπεζιτών και των διεφθαρμένων πολιτικών, ακόμα και από άλλες χώρες.

Η κρίση αυτή δε θα τελειώσει ποτέ, επειδή προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τα συμπτώματα, ενώ οι βασικές αιτίες παραμένουν ανέγγιχτες. Τα εισοδήματα των περισσοτέρων θα μειώνονται σταθερά ενώ θα υπάρχουν όλο και λιγότερες θέσεις εργασίας. Εργασιακά δικαιώματα, τα οποία έχουν κατακτηθεί με αίμα, θα χαθούν.

Αυτό συμβαίνει τα τελευταία δυόμιση χρόνια στη χώρα μας. Αυτό εξηγεί την απότομη άνοδο του εθνικισμού και του νεοναζισμού. Αλλά αυτά που εμφανίζονται ως «αιτίες» είναι στην πραγματικότητα οι αφορμές. Η διαφθορά, η ανομία και η κακοδιαχείριση που θέριεψαν στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης γίνονται σήμερα προϊόν εκμετάλλευσης από τις «αγορές» και από τους εταίρους μας στην Ευρώπη, που βλέπουν μια εν δυνάμει πλούσια χώρα να τους παραδίδεται σε τιμή ευκαιρίας.

Όλοι εντός και εκτός ΕΕ γνωρίζουν και παραδέχονται ότι οι πολιτικές λιτότητας έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές. Αλλά η τρόικα επιμένει, διότι δεν την ενδιαφέρει πραγματικά να σωθεί η Ελλάδα. Όσοι, δε, μιλούν για «πρόοδο» και «αποτελέσματα» ξεχνούν πολύ βολικά τα 1,2 εκ. ανέργων που θα αυξάνονται συνεχώς τα επόμενα χρόνια, αδιαφορούν για την ουσιαστική κατάρρευση του συστήματος ασφάλισης και υγείας και το χάος που επικρατεί στην παιδεία.

Αγνοούν επιδεικτικά το νέο κύμα μετανάστευσης των νεότερων ανθρώπων στο εξωτερικό. Εκμεταλλεύονται και τροφοδοτούν την ενίσχυση του ρατσισμού και του νεοναζισμού. Όσο ο κόσμος είναι διχασμένος και στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου αντί να διεκδικεί τα αυτονόητα, δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξουν τα πράγματα.

Η κρίση δε θα σταματήσει εδώ. Όταν πια εφαρμοστεί στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου ο νέος εργασιακός Μεσαίωνας, οι πολυεθνικές θα μεταφέρουν εδώ τις μονάδες παραγωγής τους.

Και τότε θα χτυπήσει η «κρίση» την πόρτα και των πιο ανεπτυγμένων χωρών.

Ο πραγματικός φασισμός δεν είναι πια το ξυρισμένο κεφάλι και η σβάστικα. Ο σύγχρονος φασισμός είναι ευπρεπής, φορά κοστούμι και κρατάει tablet. Μπορεί να τον αποκαλούν «λιτότητα», «μεταρρύθμιση», «ελεύθερη αγορά», «οικονομικό εξορθολογισμό» ή όπως αλλιώς θέλουν. Εγώ τον αποκαλώ χρηματοφασισμό.