ΟΧΙ – Υστερόγραφο για το τελεσίγραφο

Η Καθημερινή 28/10/1940

Σαν υστερόγραφο στη χθεσινή μου ανάρτηση και αφού διάβασα αρκετά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το θέμα, πιστεύω ότι είναι σκόπιμο να καταρρίψω ένα μύθο που δημιουργήθηκε για να… καταρρίψει έναν άλλο μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν και διατηρούν ιστορικούς μύθους, ακόμα και σχετικά νέα έθνη όπως οι ΗΠΑ, πόσω μάλλον η Ελλάδα της οποίας η ιστορία μετρά χιλιετηρίδες και όχι αιώνες. Αυτό δεν είναι κάτι μεμπτό ή περίεργο.

Το μεμπτό είναι να καταφεύγουμε στη διάψευση των πάντων χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να κάνουμε την προσωπική μας έρευνα ή να βασιστούμε σε κάποια αξιόπιστη πηγή.

Εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με το περίφημο «ΟΧΙ» του Μεταξά. Μια γρήγορη αναδρομή στη Wikipedia μάς αποκαλύπτει ότι η απάντηση του δικτάτορα στον Ιταλό πρέσβη, Εμμανουέλε Γκράτσι, ήταν στα Γαλλικά: «Alors, c’est la guerre» (ή όπως αποδίδεται στα Ελληνικά «Αυτό σημαίνει πόλεμος»).

Πολλοί, λοιπόν, στο πνεύμα των ημερών σπεύδουν να… καταδικάσουν το «όχι» απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Ωστόσο, η συζήτηση των δύο ανδρών δεν ολοκληρώθηκε εκεί. Το απόσπασμα από το βιβλίο του ίδιου του Γκράτσι «Η αρχή του τέλους – η επιχείρηση κατά της Ελλάδος» είναι διαφωτιστικό:

Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να του εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε:
-Μεταξάς: Λοιπόν έχουμε πόλεμο.
-Γκράτσι: Όχι απαραίτητα Εξοχότατε. Η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι θα δεχθείτε την αξίωσίν της και θ’ αφήσετε τα ιταλικά στρατεύματα να διέλθουν δια να καταλάβουν τα στρατηγικά σημεία της χώρας.
-Μεταξάς: Και ποια είναι τα στρατηγικά αυτά σημεία, περί των οποίων ομιλεί η διακοίνωσις;
-Γκράτσι: Δεν είμαι εις θέσιν να σας είπω, Εξοχότατε. Η Κυβέρνησίς μου δεν με ενημέρωσε… Γνωρίζω μόνον ότι το τελεσίγραφο εκπνέει εις τας 6 το πρωί.
-Μεταξάς: Εν τοιαύτη περιπτώσει η διακοίνωσις αυτή αποτελεί κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
-Γκράτσι: Όχι, Εξοχότατε. Είναι τελεσίγραφον.
-Μεταξάς: Ισοδύναμον προς κήρυξιν πολέμου.
-Γκράτσι: Ασφαλώς όχι, διότι πιστεύω ότι θα παράσχετε τας διευκολύνσεις, τας οποίας ζητεί η κυβέρνησίς μου.
-Μεταξάς: ΟΧΙ! Ούτε λόγος δύναται να γίνη περί ελευθέρας διελεύσεως. Ακόμη όμως και αν υπετίθετο ότι θα έδιδα μια τοιαύτην διαταγήν (την οποίαν δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω), είναι τώρα τρεις το πρωί. Πρέπει να ετοιμασθώ,να κατέβω εις τας Αθήνας, να ξυπνήσω τον Βασιλέα, να καλέσω τον Υπουργόν των Στρατιωτικών και τον αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου, να θέσω εις κίνησιν όλες τος στρατιωτικές τηλεγραφικές υπηρεσίες, έτσι που μια τέτοια απόφασις να γίνει γνωστή στα πλέον προκεχωρημένα τμήματα των συνόρων. Όλα αυτά είναι πρακτικώς αδύνατα. Η Ιταλία, η οποία δε μας παρέχει καν τη δυνατότητα να εκλέξωμε μεταξύ πολέμου και ειρήνης, κηρύσσει ουσιαστικώς τον πόλεμον εναντίον της Ελλάδος.
(μετά από μια σύντομη παύση)
-Μεταξάς: Πολύ καλά λοιπόν, έχομεν πόλεμον.

Νομίζω πως η «επέτειος του Όχι» είναι πιο πρακτική σαν ονομασία από την «επέτειο του Αλόρ, σε λα γκερ». Ίσως για αυτό δεν μνημονεύεται η πρώτη απάντηση του Μεταξά και έμεινε στην Ιστορία το εμφατικό «όχι» που ακολούθησε.

Κάτι άλλο που διάβασα επίσης είναι ότι μόνο στην Ελλάδα γιορτάζουμε την είσοδό μας στον πόλεμο και όχι το τέλος του. Αυτό είναι όντως αξιοσημείωτο, ωστόσο έχει εξήγηση. Η ημέρα που η Ελλάδα, δια στόματος ενός δικτάτορα, είπε όχι στις απαιτήσεις ενός άλλου δικτάτορα, δεν σηματοδότησε μόνο την περήφανη στάση μιας μικρής χώρας απέναντι σε μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη. Ήταν επίσης η αρχή της πρώτης ήττας του Άξονα στον Β’ Παγκόσμιο, με ψυχολογικές και στρατηγικές συνέπειες που είναι δύσκολο να εκτιμηθούν πλήρως. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου του Γκράτσι, οι φιλοδοξίες και το γόητρο του Μουσολίνι (καθώς και μεγάλο μέρος του στρατού του) δέχθηκαν τεράστιο πλήγμα. Ήταν ακόμα η αφορμή για να ενωθεί, έστω και για λίγα χρόνια, μια διχασμένη Ελλάδα για έναν ιερό σκοπό.

Για να μιλήσουμε και με εντελώς πρακτικούς όρους, η ήττα των Ιταλών δεν σφραγίστηκε σε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Η «εαρινή επίθεσή» τους απέτυχε παταγωδώς και ατόνησε σιγά-σιγά μέχρι να ανανεωθεί, αφού πια οι Γερμανοί είχαν αποκόψει τον ελληνικό στρατό και δεν υπήρχε άλλη λύση από την παράδοση. Δεν υπήρχε, λοιπόν, κάποια πιο ταιριαστή ημερομηνία για εορτασμό από την 28η. Η οποία, μάλιστα, γιορτάστηκε ήδη από την επόμενη χρονιά, το 1941, αψηφώντας τις δυνάμεις κατοχής και κάθε χρονιά έκτοτε μέχρι σήμερα.

Το σύνθημα του "Όχι" είχε επικρατήσει ήδη από την Άνοιξη του '41, με την επίθεση των Γερμανών.

Το σύνθημα του «Όχι» είχε επικρατήσει ήδη από την Άνοιξη του ’41, με την επίθεση των Γερμανών.

Ίσως την καλύτερη και απλούστερη ερμηνεία για τη σημασία της επετείου, να την έδωσε ο Γιώργος Σεφέρης:
«Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου»

Διάλειμμα #45

Advertisements

Γιατί όχι;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο θρόνο του. Ε όχι.

Και να που η πολιτική ηγεσία του «ναι σε όλα» γιορτάζει και πάλι το «όχι». Η ζωή (άρα και η Ιστορία) είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές και μεγάλες ειρωνείες. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σοβαρά τι θα έκαναν οι τιμημένοι ηγέτες του έθνους που βρίσκεται σήμερα στο έλεος της κρίσης, εάν ήταν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά το 1940. Πιστεύετε πραγματικά ότι θα έλεγαν το «όχι»; Η απάντηση ίσως δεν είναι και τόσο απλή.

Υπάρχει λόγος σοβαρός που η εκάστοτε κυβέρνηση δεν νιώθει καμία τύψη όταν πρόκειται να κόψει κονδύλια από την Παιδεία, όταν προωθεί ερμηνείες της Ιστορίας δήθεν προοδευτικές  και δεν αφήνει περιθώρια για μια πιο ορθολογική, αλλά όχι ισοπεδωτική μελέτη και διδασκαλία της. Ο λόγος είναι ότι η σωστή διδασκαλία της Ιστορίας σε βοηθά να μαθαίνεις να σκέφτεσαι και, κυρίως, να αμφισβητείς. Αντίθετα, οι ψευτοπροοδευτικοί αριστεροί σαν την κα. Ρεπούση, προτιμούν να θάβουν ό,τι μας ενοχλεί κάτω από το χαλί στο όνομα τίνος, άραγε; Της φιλίας των λαών; Αν έχω μάθει κάτι σε αυτή τη ζωή είναι ότι η φιλία που βασίζεται στο ψέμα δεν μπορεί να έχει καλό τέλος.

Μόνο αν έρθουμε αντιμέτωποι με τα γεγονότα και αναζητήσουμε την αλήθεια, απαλλαγμένοι όσο γίνεται από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, μπορούμε να μάθουμε κάτι χρήσιμο για την ταυτότητά μας και για τη θέση μας στον κόσμο. Διαφορετικά, θα ζούμε ο καθένας στο χρωματιστό συννεφάκι της επιλογής του και θα πέφτουμε από αυτό με κάθε ευκαιρία. Ας επανέλθουμε στην Ιστορία, λοιπόν.

Όταν ήμασταν παιδιά μας έμαθαν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το περήφανο «όχι» στις δυνάμεις του Άξονα. Κανείς δεν μας ανέφερε τότε τι ακριβώς ήταν ο Μεταξάς, ούτε τους λόγους που τον οδήγησαν στην ιστορική απάντηση. Γίνεται ένας κατά τεκμήριο γερμανόφιλος δικτάτορας, ένας φασίστας, να πει «όχι» στους ομοίους του; Γίνεται. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά δεν ήταν ηλίθιος (όπως κάποιοι άλλοι της συνομοταξίας του, τους οποίους μερικοί μνημονεύουν ακόμα).

Πρώτον, γνώριζε ότι ο στρατός στο μεγαλύτερο μέρος του διαφωνούσε με την αποδοχή της απαίτησης του Μουσολίνι. Ακόμα και όσοι είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τον ίδιο θα δυσκολεύονταν να καταπιούν την απίστευτη πρόκληση των Ιταλών με τον τορπιλισμό της Έλλης (και την ακόλουθη απόπειρα τορπιλισμού δύο επιβατικών πλοίων) το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για την κοινή γνώμη.

Δεύτερον, ο Μεταξάς ήταν στρατιωτικός με μεγάλη αντίληψη της στρατηγικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Μπορεί ο ίδιος να ήθελε την Ελλάδα να στηρίζει το Γ’ Ράιχ, αλλά πίστευε ότι ως ναυτική δύναμη ανήκε αναγκαστικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτοί είναι εν συντομία οι λόγοι που οδήγησαν τον Μεταξά στην ιστορική απόφαση και όχι ο υπέρμετρος ηρωισμός του. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι καθόλου ρομαντικά και ίσως να μην ικανοποιούν όποιον ντε και καλά θέλει να τα βάφει όλα άσπρα-μαύρα. Τίποτα, όμως, δεν είναι απόλυτο, ούτε καν οι λόγοι που οδηγούν σε ένα μονολεκτικό, κάθετο «όχι».

Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αν αποδεχθούμε ότι ένας φασίστας μπορεί να πάρει μια έντιμη, ηθική, γενναία απόφαση (έστω και αναγκαστικά), γυρίζοντας το νόμισμα αντιλαμβανόμαστε ότι εξίσου εύκολα ένας δημοκράτης μπορεί να πάρει τις χειρότερες αποφάσεις με την πρόφαση της «λαϊκής εντολής». Και τι θα γίνει αν ξαφνικά ο καθένας το συνειδητοποιήσει κι αρχίσει να κρίνει τα πράγματα όχι από τις ταμπέλες που τους κολλάμε, αλλά από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα;

Τι θα γίνει εάν αρχίσει να σκέφτεται;

Διάλειμμα #44

Αντί για μουσικό διάλειμμα προτίμησα αυτή τη φορά ένα αφιέρωμα σε ένα σχετικά άγνωστο επεισόδιο του Ελληνοϊταλικού πολέμου που μου επισήμανε μια φίλη. Αξίζει πολύ περισσότερο να αφιερώσετε εδώ μια ώρα αντί να παρακολουθήσετε μια ακόμα κενή, πριβέ παρέλαση από το θίασο που κυβερνά αυτή τη χώρα:

3ης Σεπτεμβρίου, γωνία

Η Επανάσταση της 3ης ΣεπτεμβρίουΈνας φίλος μου φρόντισε να μου θυμίσει προχθές το νόημα της επετείου της ημέρας. Ντράπηκα λίγο, είναι η αλήθεια. Για κάποιον που ενδιαφέρεται για την Ιστορία, απέτυχα παταγωδώς να εστιάσω στο πραγματικά ιστορικό γεγονός, πέφτοντας ακόμα και μετά από τόσα χρόνια στην παγίδα που έστησε περίτεχνα ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ήταν αναμφισβήτητα ένας χαρισματικός και πανούργος πολιτικός. Μία ένδειξη αυτής της πανουργίας αποτελεί και ο σφετερισμός μιας ιστορικής επετείου, παραγκωνισμένης έτσι κι αλλιώς στις μέρες μας, προς όφελος του κόμματός του το οποίο έμελλε να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της χώρας επί σχεδόν 40 χρόνια.

Η 3η Σεπτεμβρίου δεν είναι απλά η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Η 3η Σεπτεμβρίου είναι η επέτειος του κινήματος που έφερε ξανά στην Ελλάδα τη Δημοκρατία, Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης το 1840 και κατάφερε να ενώσει τους αρχηγούς δύο αντίπαλων κομμάτων (Μεταξά και Λόντο), έναν στρατιωτικό (Καλλέργη) και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής για τη διεκδίκηση αυτού που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ενώ χάνεται μέσα από τα χέρια μας κάθε μέρα.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης έφερε τη Δημοκρατία πίσω στη χώρα που τη γέννησε.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Παπανδρέου την ευτέλισε σε απόλυτο βαθμό.

Όχι μόνο του, φυσικά.

Πάτησε πάνω στο διχασμό που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος και ο οποίος επί τριάντα χρόνια διατηρούσε ανοιχτές πληγές. Πληγές τις οποίες η χούντα μόνο χειροτέρευσε. Ήταν πολύ εύκολο, λοιπόν, για τον κόσμο να πιστέψει σε έναν χαρισματικό άνθρωπο που του υποσχέθηκε τα πάντα. Που του έταξε ότι επιτέλους θα έπαιρνε το αίμα του πίσω από τη Δεξιά. Τα ψίχουλα που μοίρασε ήταν αρκετά για να τον διατηρήσουν στην εξουσία μέχρι το τέλος.

Από την άλλη, το αντίπαλο δέος του ΠΑΣΟΚ αρκέστηκε στη σπασμωδική απόπειρα εφαρμογής ορισμένων δήθεν «εκσυγχρονιστικών» μέτρων, χωρίς ποτέ να χτυπήσει τα προβλήματα στη ρίζα τους. Αντί να αλλάξει τα πράγματα, προτίμησε να αλλάξει τα πράσινα ανθρωπάκια με γαλάζια. Έπαιξε το ίδιο παιχνίδι και έχασε.

Όσο, λοιπόν, ο κόσμος καθόταν στις κερκίδες και παρακολουθούσε ανεμίζοντας σημαιούλες τα πράσινα και γαλάζια ανθρωπάκια να παίζουν έναν κάκιστο αγώνα ποδοσφαίρου, το έδαφος χανόταν κάτω από τα πόδια του.

Στο τέλος, η δεύτερη γενιά πολιτικών της μεταπολίτευσης δεν μπόρεσε καν να κρατήσει μάσκες και προσχήματα. Προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, έβαλε στην άκρη τις όποιες «ιδεολογικές» διαφορές (σημειολογικές θα τις έλεγα εγώ, πια) και συμμάχησε για το κοινό καλό. Το δικό τους κοινό καλό βέβαια.

Ο σκοπός της ιστορικής αναδρομής δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες και να καταριόμαστε όσους μας έφεραν ως εδώ. Ούτε να αυτομαστιγωνόμαστε για τις αμαρτίες μας, ενώ οι αυτόχριστοι σωτήρες και εξομολόγοι μας τιμωρούν με απάνθρωπα και αδιέξοδα μέτρα.

Γιατί δεν το αξίζουμε. Κανένας λαός δεν αξίζει να εξευτελίζεται με αυτόν τον τρόπο.

Ο σκοπός είναι να μάθουμε από το παρελθόν. Και αυτό που μας διδάσκει είναι ότι οι Έλληνες μεγαλουργούσαν όταν ήταν ενωμένοι για έναν κοινό σκοπό.

Το χάσμα πλέον μεταξύ των πολιτικών και του λαού είναι τόσο έντονο και ξεκάθαρο όσο ήταν το 1840 το χάσμα μεταξύ ενός Βαυαρού ηγεμόνα που ήρθε «φυτευτός» στη χώρα και των Ελλήνων που μόλις είχαν αποκτήσει ξανά την ελευθερία τους. Και τότε, όπως και τώρα, ο εθνικός διχασμός είχε δώσει την ευκαιρία στους ξένους συμμάχους να επέμβουν στα εσωτερικά της χώρας. Το πρόσχημα ήταν η σωτηρία της, αλλά ο σκοπός ήταν ο έλεγχός της.

Τότε δεν υπήρχε καν Κοινοβούλιο. Η πλατεία Συντάγματος ήταν η πλατεία των Ανακτόρων. Σήμερα μπορεί να υπάρχει, αλλά είναι διακοσμητικό. Οι ουσιαστικές αποφάσεις δεν παίρνονται πια εδώ και, το χειρότερο, δεν υπάρχει κανένα κόμμα στη Βουλή το οποίο να είναι ειλικρινές στις προθέσεις του. Η λύση φαίνεται απίθανο να βρεθεί εντός των ορίων του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Έχω την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ξανά σε ένα σταυροδρόμι. 3ης Σεπτεμβρίου γωνία.

Ανθρώπινοι Ήρωες

Υπό κανονικές συνθήκες αυτό το κείμενο θα το έγραφα ανήμερα την 25η Μαρτίου. Υπό κανονικές συνθήκες, όμως, δε θα έγραφα καν στο παρόν ιστολόγιο. Δεν θα υπήρχε λόγος.

Δυστυχώς, τα τραγελαφικά γεγονότα της 24ης και 25ης Μαρτίου δεν μου επέτρεψαν να ασχοληθώ με την ουσία του θέματος, αλλά με το θέατρο που στήθηκε άρον-άρον από ένα σύστημα στα όρια της κατάρρευσης.

Πλέον, απαλλαγμένοι από τον ψυχαναγκασμό της εθνικής μνήμης και τη ντροπή της εθνικής μας κατάντιας, μπορούμε ίσως να κρίνουμε πιο ψύχραιμα τα πράγματα. Μπορούμε να μιλήσουμε για το πραγματικό νόημα της επετείου.

Το οποίο δεν υπάρχει.

Διότι μια επέτειος όταν έχει απομακρυνθεί τόσο πολύ από την ιστορική, αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα στερείται πλέον κάθε νοήματος. Όπως οι κούφιες και ανούσιες παρελάσεις με τις οποίες έχουμε συνδέσει και την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου. Ναι, τα δροσερά κορίτσια και τα λεβεντόπαιδα που παρελαύνουν δύο φορές το χρόνο είναι ωραίο να τα βλέπεις.

Αλλά η πασαρέλαση αυτή δεν έχει καμία σχέση πια με εθνική επέτειο. Τα περισσότερα παιδιά δεν γνωρίζουν καν τι ακριβώς εορτάζουμε κάθε χρόνο, γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει καταντήσει τις επετείους αυτές επαναλαμβανόμενες αγγαρείες για όλους, συμμετέχοντες και θεατές.

Ασχολούμαστε με παρελάσεις και σημαιοστολισμούς και αφήνουμε στην άκρη αυτό που έχει πραγματική σημασία: την Ιστορία και ακόμα περισσότερο αυτούς που την έγραψαν. Όχι εκείνους που την μετέφεραν στο χαρτί, αλλά αυτούς που πρωταγωνίστησαν σε αυτή. Τους ήρωες. Τους ανθρώπους.

Μάλιστα, τους ανθρώπους. Βλέπετε, η επετειακή τυποποίηση, η πατριωτική εξιδανίκευση και η ιστορική μουμιοποίηση έχουν ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν για αυτή τη χώρα, για αυτό το έθνος, να έχουν αναχθεί σε υπεράνθρωπους ήρωες, σε υπερφυσικά όντα που αποφάσισαν ξαφνικά να ελευθερώσουν την Ελλάδα και το κατάφεραν με χαρακτηριστική άνεση, πηδώντας από κορφή σε κορφή και θερίζοντας Τούρκους κατά δεκάδες.

Στο ενδιάμεσο έστηναν και τις σούβλες τους στις ραχούλες και χτυπούσαν και ένα-δυο αρνιά στην καθισιά τους. Παρόλα αυτά, ήταν σεβάσμιοι και γενναίοι κύριοι, ως επί το πλείστον με μακριά κώμη και μερακλίδικο μουστάκι. Μάλιστα τιμήθηκαν όλοι για τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα, αφού τους κάναμε όμορφα αγάλματα και δώσαμε το όνομά τους σε γήπεδα, δρόμους και σοκάκια.

Κάπου μεταξύ της ιδέας του υπεράνθρωπου αγωνιστή, του μπρούτζινου αγάλματος και της εικόνας της ρουστίκ αντρίλας χάθηκε το πραγματικό νόημα. Ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Κανάρης και όλοι οι άλλοι αγωνιστές ήταν, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι. Αυτή είναι μια πολύ απλή και αυτονόητη αλήθεια, την οποία όμως δεν συνειδητοποιεί σχεδόν κανένας σήμερα. Όπως γίνεται, άλλωστε, με όλες τις απλές αλήθειες.

Αλλά οι αλήθειες αυτές, όσο και να θέλουν ορισμένοι, δεν μπορούν να χαθούν. Υπάρχουν πάντα για όσους είναι διατεθειμένοι να τις αναζητήσουν. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καλύτερη πηγή από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Ενός ανθρώπου απλού, αλλά διορατικού, ενός αγράμματου λόγιου θα έλεγε κανείς. Ενός ήρωα με αμφιβολίες και φόβους, με ταπεινότητα και απλή, αλλά καθαρή σκέψη. Ενός ανθρώπου που ξεπέρασε τον εαυτό του και διακινδύνεψε ό,τι είχε κερδίσει, βασισμένος μόνο στις δυνάμεις του και στο μυαλό του, για έναν Αγώνα με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Μ’ έβιαζαν να φύγω από το κονσουλάτο. ‘Ισασα τις πιστιόλες μου, το γιαταγάνι μου,
έκαμα την προσευκή μου, είπα και του παιδιού, μόφερε κάμποσο ρακί και ήπια ν’
αυγατήση το σπίρτο και να βγω με το γιαταγάνι έξω, ας ήμουν και κιοτής. Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Τούρκοι του κονσόλου και άλλοι Τούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Και εγώ έλεγα να μην πιαστώ ζωντανός και με παιδέψουνε και βρεθώ μπόσικος και
προδώσω τίποτας – καλύτερα να σκοτωθώ.

Μια άλλη απλή αλήθεια είναι ότι οι ήρωες αυτοί δεν ήταν μόνοι τους. Και όχι, δεν εννοώ τις Μεγάλες Δυνάμεις και τη «μεγαλόψυχη» συνεισφορά τους στον Αγώνα. Αναφέρομαι στους υπόλοιπους απλούς ανθρώπους, τους φτωχούς και αγράμματους, που δεν γνώριζαν καν τι σημαίνει «ελευθερία», αλλά τόλμησαν να παίξουν κορώνα-γράμματα αυτά τα ελάχιστα που είχαν για χάρη μιας Ιδέας.

Οι περισσότεροι πολεμούσαν με τα ξύλα και χωρίς τα’ αναγκαία. οί Τούρκοι ήταν πλήθος και γυμνασμένοι. οι δυστυχείς Έλληνες ολίγοι κι αγύμναστοι νίκησαν… Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίοι. Εις τις πρώτες χρονιές εφοδίαζαν τα κάστρα των Τούρκων. Tους κατάτρεχαν ολοένα…
γενναίοι προπατέρες, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λεωνίδα κι επίλοιποι γενναίοι άντρες περηφανεύεστε όπου κάμετε τόσα μεγάλα κατορθώματα και σας εγκωμιάζει όλος ο κόσμος-δεν τα κάμετε εσείς μόνοι σας. Oι στρατιωτικοί και πολιτικοί σας βοηθούσαν, σας βοηθούσαν οι φιλόσοφοι με αρετή, με φώτα πατριωτικά.

Για χάρη μιας Ελλάδας που δεν υπήρχε επί τέσσερις αιώνες, για χάρη μιας Ιστορίας που δε γνώριζαν, για μια Ελευθερία άυλη, ανυπόστατη, ονειρεμένη. Είναι πολύ εύκολο και αυτονόητο για εμάς, σήμερα, οι Έλληνες εκείνης της εποχής να θέλουν την ελευθερία τους όσο τίποτα άλλο.

Στην πραγματικότητα, όμως, είχαν περάσει δέκα γενιές Ελλήνων που δε γνώρισαν ελεύθερη Ελλάδα. Οι Έλληνες του ’21 δεν ήξεραν πως είναι η ζωή χωρίς κατακτητή, ούτε από τους γονείς, ούτε από τους παππούδες τους. Ήξεραν να επιβιώνουν σκύβοντας το κεφάλι και είχαν μάθει από τους ξεσηκωμούς του παρελθόντος ότι κάθε αντίσταση πνιγόταν στο αίμα.

Αν το δούμε λίγο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά, οι κατακτημένοι Έλληνες δεν είχαν απτό κίνητρο για να επαναστατήσουν. Αντίθετα, υπήρχε μια σωρεία επιχειρημάτων για το αντίθετο.

Ναι, ήταν φτωχοί. Ναι, μπορούσε ανά πάσα στιγμή ο τοπικός Πασάς να κλέψει τις γυναίκες ή τα παιδιά τους. Αλλά αυτό δε συνέβαινε σε όλους. Και, όπως διαπιστώνουμε σήμερα, είναι εύκολο όταν φοβάσαι για το τομάρι σου να κλείνεις τα μάτια μπροστά στη δυστυχία των άλλων.

Αν δεν καταλαβαίνετε τι εννοώ, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στις δημοσκοπήσεις και στα νούμερα των δύο «μεγάλων» κομμάτων. Έστω κι αν είναι φουσκωμένα.

Για να επανέλθω στο Μακρυγιάννη, έχει πολλά να πει και για την ξένη «βοήθεια» και για τους ντόπιους «εθνοπατέρες» και πολιτικάντηδες που έκαναν στην άκρη τους αγωνιστές για να σφετεριστούν την ίδια την ελευθερία που αγοράστηκε με το αίμα τους.

Tότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Οι Μεγάλες Δυνάμεις άρχισαν να βοηθούν την Επανάσταση μόνο αφού φάνηκε ότι υπήρχε ελπίδα να πετύχει. Βλέπετε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ακόμα ισχυρή. Δε χρειαζόταν βοήθεια. Αλλά ένα νεογέννητο ελληνικό κράτος θα ήθελε χρήματα και όπλα και θα ήταν για πάντα υπόχρεο στους «ευεργέτες» του.

Όχι ότι θέλω να μειώσω τους φιλέλληνες, οι οποίοι υπήρχαν και ήταν πολλοί και ένθερμοι. Αλλά τα κράτη τους επί δεκαετίες ολόκληρες τους αγνοούσαν, γιατί δεν υπήρχε συμφέρον. Όπως γίνεται και σήμερα. Υπάρχουν πολλές φωνές από διανοούμενους, πολιτικούς και καλλιτέχνες, αλλά και απλό κόσμο κάθε εθνικότητας που στηρίζουν την Ελλάδα και καταδικάζουν τις πολιτικές «διάσωσης» που μας επιβάλλουν. Αλλά οι τράπεζες δεν τους ακούνε, γιατί δε συμφέρει.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Η Ιστορία επαναλαμβάνεται και ήρωες υπάρχουν ακόμα. Ίσως να είναι ο άνθρωπος που ζει δίπλα σας και θα μείνει αύριο χωρίς σπίτι. Ίσως να είστε εσείς. Κανένας δεν το ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε σε μια ακόμα κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας και θα κριθούμε όλοι εκ του αποτελέσματος.

Και η Ιστορία δε θυμάται ποτέ τους «κιότηδες», όσους φιλούν το χέρι του δυνάστη τους και όσους σκύβουν το κεφάλι. Η Ιστορία θυμάται τους πραγματικούς Έλληνες.

Μουσικό Διάλειμμα #9

Θα μπορούσα να βάλω κάτι πατριωτικό, αλλά ανατρεπτικό σαν τον «Καραϊσκάκη» του Καλογερόπουλου. Κι αν σας φαίνεται προσβλητικό, κάντε μια αναζήτηση στο Internet για τις περίφημές του ατάκες. Αλλά θα προτιμήσω κάτι άλλο, διαφορετικό. Με μπάντζο. Το Ten Million Slaves του Otis Taylor μας χαρακτηρίζει πολύ καλά, έστω κι αν μιλά για τις χιλιάδες καραβιές  σκλάβων που μεταφέρθηκαν από την Αφρική στην Αμερική. Δέκα εκατομμύρια σκλάβοι είμαστε σε αυτή τη χώρα, με 100.000 αφεντικά και οι υπόλοιποι τσιράκια τους. Ως πότε, άραγε; Και μην ξεχνάτε, η 25η μπορεί να πέρασε, αλλά υπάρχει κι άλλη μεγάλη επέτειος, που πέφτει την Κυριακή των Βαϊων.