Πωλείται Έλληνας σε τιμή ανθρωπιάς

Φιλοξενία στην Αμυγδαλέζα

«Κόλαση στην Αμυγδαλέζα» έγραψαν στα blog και είπαν (;) στις ειδήσεις. Οι μετανάστες, αλλοδαποί, φιλοξενούμενοι, κρατούμενοι, (πες τους όπως θέλεις) επιτέθηκαν «απρόκλητα» στους αστυνομικούς και εξεγέρθηκαν, βάζοντας φωτιές. Κάποιοι δραπέτευσαν, μάλιστα. Από το Κέντρο Φιλοξενίας. Ξέρεις, είναι όπως στις ταινίες που ο κακός πάντα λέει στο θύμα του ότι το «φιλοξενεί». Για τέτοια φιλοξενία μιλάμε.

Αλήθεια, αναρωτιέμαι πόσο «απρόκλητη» μπορεί να είναι μια επίθεση ενός «φιλοξενούμενου» επί μήνες σε κοντέινερ, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς κλιματισμό με θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών υπό σκιάν. Έχεις δοκιμάσει ποτέ να μείνεις σε κοντέινερ που το ψήνει ο ήλιος όλη μέρα; Έτσι, από περιέργεια. Στο αυτοκίνητο να μπεις, που μένει μισή ώρα στο πάρκινγκ κάτω από τον ήλιο, δεν αντέχεις χωρίς κλιματισμό.

Ξέρω ότι πολλοί λένε, (κάποιοι το γράφουν και στο Facebook για να τους θαυμάζουν), «άντε μωρέ με τους Πακιστανούς, είχαν και στο χωριό τους κλιματισμό» ή «τους ταΐζουμε, τους ποτίζουμε, τους πληρώνουμε και πάνε και τα καίνε από πάνω» ή «να πάνε πίσω στη χώρα τους αν δεν τους αρέσει». Τόσο πολύ τους αρέσει που όταν τους είπαν ότι θα τους κρατάνε στην Αμυγδαλέζα άλλους έξι μήνες (έως 18 στο σύνολο) τα έκαψαν από τη χαρά τους.

Στις εφημερίδες και στα blog έγραψαν «Τουλάχιστον 10 αστυνομικοί τραυματίες κατά τα επεισόδια στην Αμυγδαλέζα». Για τους «λαθρό» ούτε κουβέντα. Αλλά είναι λαθραίοι αυτοί, δεν έχουν ανθρώπινη υπόσταση, δεν έχουν ταυτότητα, μαυριδερά «νομιστεράκια» είναι. Όπως λένε και στην Αμερική «non-people».

Είναι, άραγε, τόσο άρτια και άψογη στις επιχειρήσεις της η ΕΛ.ΑΣ. ώστε μεταξύ των μεταναστών, που πετούσαν πέτρες και έκαιγαν στρώματα και «οικίσκους» (έτσι λέγεται πολιτικά ορθώς το κοντέινερ) μέσα στη νύχτα δεν άνοιξε ούτε ρουθούνι; Ούτε ένας τραυματίας; Καμία αστυνομία στον κόσμο δεν μπορεί να είναι τόσο τέλεια στην καταστολή μιας εξέγερσης. Γιατί, λοιπόν, δεν αναφέρεται πουθενά πόσοι κρατούμενοι τραυματίστηκαν κατά την επιχείρηση; Επειδή δεν είναι άνθρωποι, είπαμε. Οπότε και να σκοτώθηκαν μερικοί, μικρό το κακό. Ποιος θα νοιαστεί να ρωτήσει, ποιος θα το μάθει;

Η αλήθεια είναι ότι η «φιλοξενία» στην Αμυγδαλέζα, όπως και σε οποιοδήποτε τόπο κράτησης κοστίζει. Και η χώρα μας δεν έχει περιθώρια για περιττά έξοδα. Άκου, όμως, ποιο είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει επιλογή για αυτούς τους ανθρώπους. Ή θα τους αφήσουμε να τριγυρνούν σαν την άδικη κατάρα σε μια χώρα που έχει γίνει πια αφιλόξενη ακόμα και για τους ίδιους της τους πολίτες, τους νόμιμους και ασπριδερούς ή θα τους στείλουμε πίσω.

Και, όσο και να το θέλουν πολλοί, δεν γίνεται να τους βάλουμε σε ένα καράβι και να τους γυρίσουμε από εκεί που ήρθαν. Κανένας δε θα τους δεχθεί. Άρα είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνει νόμιμα και για την οποία το κράτος αρνείται να μεριμνήσει ώστε να γίνεται όσο το δυνατόν ταχύτερα. Δε θέλει να πιέσει τους εταίρους μας να επανεξετάσουν τις συνθήκες που έχουν υπογραφεί και έχουν μετατρέψει τη χώρα σε φράγμα όλης της Ευρώπης για τους μετανάστες. Δε θέλει να οργανωθεί και να εκμεταλλευτεί τα υφιστάμενα κονδύλια της Ε.Ε. και τους μηχανισμούς για να διευκολύνει την κατάσταση.

Προτιμά να στοιβάζει ανθρώπους σε κοντέινερ σαν ανεπιθύμητο εμπόρευμα και να τους αφήνει στη μοίρα τους,

Όλα αυτά έχουν ένα τίμημα, όμως. Αν αποφασίσουμε ότι δεν αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι να έχουν αξιοπρεπή μεταχείριση τότε αυτομάτως τους κοστολογούμε. «Δεν αξίζεις 5 Ευρώ (ή 10 ή 15) τη μέρα, φίλε μου, λυπάμαι.» Τη στιγμή που θα βάλεις ταμπελάκι με τιμή στη ζωή του οποιουδήποτε, αυτομάτως έχεις αποδεχθεί και ένα αντίστοιχο για τη δική σου τη ζωή. Ενδεχομένως να είναι λίγο ανεβασμένη η αξία σου, ως λευκού ανθρώπου γεννημένου στη χώρα που έδωσε τον πολιτισμό στον κόσμο. Αλλά μη φανταστείς ότι είσαι και πολύ ακριβός. Έχουμε κρίση, άλλωστε.

Μην ξεχνάς ότι και ο Ευρωπαίος που σε «πληρώνει» (ή έτσι του λένε, πως πληρώνει εσένα, τον ακαμάτη Έλληνα) έχει κι αυτός τα προβλήματά του. Πόσο ακόμα θα σε «συντηρεί» νομίζεις;

Και το πιο σημαντικό, ξέρεις, είναι ότι όσο πέφτει η τιμή σου, τόσο πιο εύκολα θα σε ξεπουλήσουν κι εσένα και τη χώρα σου, όταν έρθει η ώρα. Ο Έλληνας που είναι τεμπέλης, κλέφτης και άχρηστος είναι και ρατσιστής από πάνω. «Πάρτον, δε βαριέσαι, θα σου δουλεύει τσάμπα.»

Κακομοίρη μου, όσο-όσο θα σε δώσουν, να το ξέρεις.

Μουσικό Διάλειμμα #37

Advertisements

Πολυτεχνείο

39 χρόνια μετά, η εξέγερση του ’73 που είχε ως επίκεντρο την κατάληψη του Πολυτεχνείου συνεχίζει να διχάζει. Δε θα αφιερώσω παρά ελάχιστες αράδες στις απόψεις των φασιστών σχετικά με το θέμα. Εξάλλου οι νεκροί, κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον, είναι καταγεγραμμένοι και επιβεβαιωμένοι πέρα από κάθε αμφιβολία.

Το αν έπεσαν εντός ή εκτός των πυλών, λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει ότι ανεχόμαστε ακόμα τους «εθνικιστές» οι οποίοι θαυμάζουν απροκάλυπτα αυτούς που όχι μόνο βύθισαν τη χώρα στο σκοτάδι για επτά χρόνια, αλλά παρέδωσαν τη μισή Κύπρο στα χέρια του Αττίλα.

Υπάρχουν τόσες απόψεις για τα γεγονότα και τη «γενιά του Πολυτεχνείου», σχεδόν όσοι είναι και οι κάτοικοι αυτής της χώρας.

Έριξε τη χούντα, δεν έριξε τη χούντα. Πρόδωσε τα ιδανικά της ή τα δικαίωσε. Εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τον αγώνα της ή έμεινε κατά πλειοψηφία στην αφάνεια.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι γενικεύσεις, όπως πάντα, είναι ισοπεδωτικές και εσφαλμένες. Το τι κάνει ένα μέρος μιας υποτιθέμενης κατηγορίας ανθρώπων δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηρίζει το σύνολο.

Για μένα, ακόμα και ο όρος «γενιά του Πολυτεχνείου» είναι παραπλανητικός. Εκείνο το Νοέμβρη κάποιοι φοιτητές  αποφάσισαν, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς ουσιαστικό σχέδιο, να καταλάβουν τη σχολή τους για να διεκδικήσουν τα ακαδημαϊκά τους δικαιώματα.

Δεν ήταν όλοι οι φοιτητές του Πολυτεχνείου παρόντες στην κατάληψη, όπως και δεν ήταν μόνο φοιτητές όσοι συγκεντρώθηκαν σταδιακά έξω από το χώρο για να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και να διαδηλώσουν. Δεν ήταν μόνο 20χρονα παιδιά. Ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου.

Ο κόσμος συσπειρώθηκε γύρω από τους φοιτητές γιατί η κατάληψή τους ήταν μια σπάνια εκδήλωση ανοιχτής αντίστασης κατά της δικτατορίας. Γιατί αυτό που ζητούσαν αφορούσε όλους τους Έλληνες. Πολύ γρήγορα έγινε προφανές ότι τα αρχικά αιτήματα θα ήταν αδύνατο να ικανοποιηθούν από μια χουντική κυβέρνηση. Έτσι μετατράπηκαν από ακαδημαϊκά σε πολιτικά, με κυριότερο το πασίγνωστο και εμβληματικό «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Τόσο απλά. Απ’ όσο γνωρίζω καμία εξέγερση δεν ξεκίνησε ποτέ ως τέτοια. Ανάλογα συμβάντα ξεκινούν κατά κανόνα από αφορμές. Όπως, για παράδειγμα, τα γεγονότα του Μάη του 1968 στη Γαλλία, τα οποία ξεκίνησαν επίσης από φοιτητικές και μαθητικές διαμαρτυρίες, γενικεύτηκαν και τελικά οδήγησαν σε πτώση της κυβέρνησης.  Στην Ελλάδα η 25η Μαρτίου 1942 κατά την Κατοχή και η κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου το ’68 ήταν αντίστοιχες αφορμές που οδήγησαν σε εκδηλώσεις αντίστασης.

Δυστυχώς, όμως, όσοι έχουν μάθει να βάζουν τη σκέψη τους σε καλούπια δεν μπορούν να δεχθούν την αυθόρμητη αντίδραση του κόσμου. Έτσι το ΚΚΕ στην αρχή μίλησε για «προβοκάτορες«, οι καθεστωτικοί μίλησαν για «αναρχοκομμουνιστές», ενώ μετά την πτώση της χούντας έσπευσαν όλοι να δηλώσουν ότι ήταν εκεί.

Η ανάγκη αυτή της προσκόλλησης της ταμπέλας, όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε όπως θα έπρεπε με τη Μεταπολίτευση, αλλά εντατικοποιήθηκε. Εκείνες του «εθνικόφρονα» και του «αντιφρονούντα» αντικαταστάθηκαν από δεκάδες άλλες. Η «γενιά του Πολυτεχνείου» έγινε άλλη μία από αυτές τις ταμπέλες. Για κάποιους αποτέλεσε το εισιτήριο για την πολιτική. Για πολλούς άλλους, που δεν την εξαργύρωσαν, παρέμεινε ένας κενός χαρακτηρισμός.

Το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά το 1974, προφανώς απέτυχε να αξιοποιήσει τη Δημοκρατία προς όφελος της χώρας. Η Ελλάδα διέγραψε έναν τέλειο κύκλο μέσα σε 40 χρόνια και σήμερα τα αιτήματα είναι, ουσιαστικά, ακριβώς τα ίδια: Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.

Κάπως έτσι φθάσαμε να πρέπει να διεκδικήσουμε ξανά αυτά που αποκτήθηκαν με αίμα, αλλά χάθηκαν με χρήμα. Πάντα με την απειλή της ταμπέλας. Ακόμα και η εύλογη ανάγκη του κόσμου να απαλλαγεί από ταμπέλες και σημαιάκια απέκτησε το χαρακτηρισμό του «αγανακτισμένου».

Αυτού που δεν έχει κάποια «ιδεολογία», δεν γνωρίζει απέξω το «Κεφάλαιο», δεν έχει διαβάσει Μπακούνιν, μπορεί κάποτε να ψήφιζε ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, μπορεί κάποτε να βόλεψε το παιδί του στο Δημόσιο, μπορεί και όχι, μπορεί να είναι ελεύθερος επαγγελματίας ή δημόσιος υπάλληλος. Μπορεί να ήταν στο Πολυτεχνείο, μπορεί και να καθόταν ζαρωμένος με το ραδιοφωνάκι του στο δωμάτιο, ακούγοντας τις ερπύστριες στο δρόμο.

Μπορεί και να ήταν αγέννητος ακόμα.

Πως καταλήξαμε να πρέπει να υποβάλλουμε δήλωση κοινωνικών φρονημάτων για να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα δεν ξέρω. Πολύ περισσότερο δεν καταλαβαίνω πως αυτό θεωρείται «δημοκρατικό».

Δεν υπήρξε «γενιά του Πολυτεχνείου». Υπήρξε Πολυτεχνείο. Μια εξέγερση χωρίς ταμπέλες, χωρίς κόμματα, χωρίς ανάγκη για ιδεολογίες. Δεν χρειάζεσαι ιδεολογία για να διεκδικήσεις τα πιο θεμελιώδη σου δικαιώματα.

Αφορμές θα υπάρξουν. Κάποια από αυτές, θέλω να πιστεύω, θα αποτελέσει το έναυσμα για κάτι νέο. Και, ίσως, μια μέρα κάποιοι να μιλούν για τη «γενιά του Μνημονίου».

Μουσικό Διάλειμμα #26