Διχασμός

Division Bell

To 1994 οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν το 14ο τους άλμπουμ με τίτλο Division Bell. Η έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από το ομώνυμο καμπανάκι το οποίο ηχεί όποτε καλούνται να ψηφίσουν τα μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου ή της Βουλής των Λόρδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί αναγνωρίζουν με τον τρόπο αυτό ότι κάθε ψηφοφορία ή απόφαση δημιουργεί αυτομάτως διχασμό.

Το βασικό θέμα του άλμπουμ επικεντρώνεται στη δυνατότητα (και επιλογή) των ανθρώπων να λύνουν τα προβλήματά τους συζητώντας τα, παρόλο που οι απόψεις και οι επιλογές τους μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετες. Το ίδιο το εξώφυλλο, με τα πανομοιότυπα πρόσωπα, το ένα απέναντι από το άλλο σαν αντανακλάσεις, συμβολίζει ακριβώς αυτό: ότι παρά τις διαφορές μας είμαστε ίδιοι με τους συνανθρώπους μας και το μόνο που μας χωρίζει είναι η πλευρά της πραγματικότητας που επιλέγουμε. Ακόμα καλύτερα, η ερμηνεία που της δίνουμε εμείς.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι τα πρόσωπα, μισά και δισδιάστατα όπως φαίνονται στο προφίλ τους, αν ενωθούν θα σχηματίσουν ένα ολοκληρωμένο τρισδιάστατο σύνολο. Αυτό που μπορεί να τα ενώσει είναι η φωτεινή γραμμή της επικοινωνίας. Όχι η απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει το ένα το άλλο ότι η δική του πλευρά είναι η «σωστή», αλλά η κοινή προσπάθεια για προσέγγιση της αλήθειας και από τις δύο πλευρές.

Αυτό δε θα βοηθούσε μόνο εμάς που διχαζόμαστε στην Ελλάδα για το «ΝΑΙ» ή για το «ΟΧΙ», αλλά και για το διάλογο μεταξύ Ελλάδας και εταίρων. Να αναγνωριστούν τα αμοιβαία λάθη και να υπάρξει προσπάθεια για μια λύση. Φυσικά, αυτό γίνεται δύσκολο έως αδύνατον όταν το ένα από τα δύο μέρη είτε δεν έχει πραγματική βούληση για συνεννόηση είτε θεωρεί ότι ο φταίχτης είναι πάντοτε ο «απέναντι».

Σε πρώτη φάση, λοιπόν, αυτό που θα βοηθούσε εμάς εδώ είναι να αναγνωρίσουμε ότι καμία από τις δύο πλευρές δε στερείται επιχειρημάτων. Ασχέτως από το αν συμφωνούμε με αυτά οφείλουμε να σεβόμαστε τον απέναντί μας. Έχω διαβάσει, όπως οι περισσότεροι αυτές τις μέρες, άπειρες απόψεις, αναλύσεις, άρθρα ειδικών και ανειδίκευτων, έχω παρακολουθήσει ομιλίες, διαγγέλματα, έχω ακούσει ψέμματα και αλήθειες.

Όσο κι αν το θέλουν κάποιοι δεν υπάρχουν «καλοί» Ευρωπαίοι και «κακοί» Έλληνες. Ούτε το αντίθετο ισχύει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το σύστημα «χωλαίνει», εντός και εκτός συνόρων. Αυτό έχει γίνει αποδεκτό από όλους σε κάποιο βαθμό. Μπορούμε να το αλλάξουμε μόνοι μας; Μπορούμε να εμπιστευτούμε μια κυβέρνηση που έχει προέλθει λίγο-πολύ από το ίδιο πολιτικό σύστημα που έχει προκαλέσει το δικό μας μερίδιο της ζημιάς; Μπορούμε να εμπιστευτούμε τους θεσμούς που φαίνεται να αγνοούν τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία εκπροσωπούν; Πρέπει να πάρουμε ρίσκο ή πρέπει να το πάμε «εκ του ασφαλούς»; Υπάρχει, σε τελική ανάλυση, ασφαλής επιλογή;

Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση σε καθένα από τα παραπάνω ερωτήματα. Το ζητούμενο είναι να μην μετατρέψουμε τις απαντήσεις αυτές σε δόγμα, προσπαθώντας να συντρίψουμε με αυτό κάθε διαφωνία, να βάψουμε κάθε αντίθετη άποψη με το μαύρο της «προδοσίας».

Έχουμε επιδοθεί δε σε ένα ανόητο παιχνίδι συγκρίσεων μεταξύ των υποστηρικτών του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ», όπως παίζαμε κάποτε σαν παιδιά με κάρτες με αυτοκίνητα και πλοία «ΑΤΟΥ» και «ΥΠΕΡΑΤΟΥ». «-Εγώ έχω τον Γκοτζίλα! – Και γω έχω τον Μητσοτάκη! Νίκησα!»

Φυσικά και θα δούμε σε κάθε πλευρά άτομα που ενεργούν και αποφασίζουν βάσει του προσωπικού τους συμφέροντος. Φυσικά και θα δούμε ανθρώπους οι οποίοι βρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού προσπαθούν να πείσουν όλους τους γύρω τους ότι μόνο η δική τους άποψη είναι η ορθή. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την επιλογή τους, χωρίς να την έχουν καλοσκεφθεί, ενεργώντας κυρίως με το συναίσθημα.

Δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε με όλους. Υπάρχουν, άλλωστε και αυτοί, οι οποίοι ακολουθούν σαν στρατιωτάκια τη γραμμή που κάποιοι άλλοι έχουν χαράξει για λογαριασμό τους. Αυτοί, ξέρετε για ποιους μιλώ, επιθυμούν έναν νέο Εμφύλιο. Παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς δεν τον έχουν ζήσει, έχουμε γνωρίσει ωστόσο τα αποτελέσματα αυτού του απόλυτου διχασμού. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Ο διάλογος σίγουρα δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση. Ο διχασμός, όμως, αν τον προεκτείνουμε πέρα από τον αναγκαστικό βαθμό, πέρα από τη στιγμή της ψήφου και τον τεντώσουμε μέχρι την απόδοση ευθυνών στον απέναντι, έχει αποτέλεσμα. Και αυτό είναι πάντοτε αρνητικό.

Όπως έγραψαν και πολλοί φίλοι αυτές τις μέρες, δεν πρέπει να υπάρξει σύγχυση στην ανάγκη μας για ομόνοια: όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποτελεί συγχωροχάρτι για κανέναν. Οι ευθύνες είναι υπαρκτές και θα πρέπει να αποδοθούν. Αν θέλετε τη γνώμη μου οι πολίτες θα έπρεπε να τιμωρήσουν ολόκληρο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα και να το απομακρύνουν από την εξουσία. Θα έπρεπε, σε μια ιδανική κατάσταση, να προχωρήσουμε σε μια λύση τύπου Ισλανδίας, με εντελώς νέα πρόσωπα στην πολιτική. Πρόσωπα τα οποία να μην προκαλούν περισσότερο διχασμό από αυτόν που υπάρχει ήδη.

Είναι αυτό εφικτό; Ίσως όχι. Σίγουρα όμως είναι ένας μπούσουλας για τις αποφάσεις μας στο εξής.

Σκόπιμα δεν δημοσίευσα κάποιο άρθρο υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Περίμενα ως τώρα οπότε οι περισσότερο από εμάς να έχουν ήδη ψηφίσει. Ο καθένας μας έχει υπερφορτωθεί τις μέρες αυτές από επιχειρήματα και διαφωνίες ακόμα και καβγάδες με αγαπημένα πρόσωπα.

Αυτό που έχει σημασία πάνω απ’ όλα, για μένα, είναι να μην αφήσουμε το διχασμό να μας χωρίσει.

Μουσικό Διάλειμμα #60

Together we stand
Divided we fall…

Advertisements

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

NO Democracy

Θιχτήκαμε; Περίεργο αίσθημα ευθιξίας έχουμε σε αυτή τη χώρα νομίζω.

Image

Με την ευκαιρία της παρουσίασης  από τον κ. Σαμαρά των προτεραιοτήτων της ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε. στο ευρωκοινοβούλιο, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Nigel Farage εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον του πρωθυπουργού, της κυβέρνησής του και της Νέας Δημοκρατίας.

«[Το κόμμα σας] λέγεται Νέα Δημοκρατία (New Democracy). Προτείνω να το πείτε Καθόλου Δημοκρατία (No Democracy)».

Πολλοί, είμαι βέβαιος, απόλαυσαν τα δυόμισι λεπτά της αδυσώπητης επίθεσης. Κάποιοι άλλοι δυσανασχέτησαν: «Θα μας πει ο Άγγλος για δημοκρατία τώρα;» Ξύπνησε ο υπερήφανος Έλλην μέσα τους, γιατί μας προσέβαλαν τον πρωθυπουργό οι κουτόφραγκοι, που όταν είχαμε εμείς Δημοκρατία… τα γνωστά περί πιθήκων και ακροβατικών στα κλαδιά. Τι λες!

Είναι κάτι σαν ζήτημα οικογενειακής τιμής, φαίνεται. Εμείς μπορεί να λέμε ό,τι θέλουμε για την οικογένειά μας, αλλά αν την προσβάλει τρίτος…

Μόνο που δεν είμαστε οικογένεια με τον κ. Σαμαρά. Ευτυχώς. Ούτε με τον κ. Στουρνάρα, τον κ. Βενιζέλο, τον κ. Γεωργιάδη, τον κ. Δένδια, τον κ. Κεδίκογλου και τους λοιπούς κυρίους που στελεχώνουν την υποδειγματική μας κυβέρνηση.

Το πατροπαράδοτο αίσθημα της οικογενειακής τιμής έχει να κάνει με την αξιοπρέπεια, τη διατήρηση του καθαρού οικογενειακού ονόματος. Τα εν οίκω, μη εν δήμω.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, δεν ισχύει αυτό. Είναι πολύ αργά για να διατηρούμε τα προσχήματα. Αυτά ζουν μόνο στη φαντασία μας πλέον, καθώς η πολιτική συντεχνία της χώρας καταστρέφει συστηματικά την εικόνα και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας στην Ευρώπη, ειδικά από το 2008 και μετά.

Τώρα θυμηθήκαμε την αξιοπρέπειά μας; Όταν έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου στο Γιούνκερ ότι κυβερνά μια διεφθαρμένη χώρα δε μας πείραζε; Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα-οχετό του ο Πάγκαλος στο εξωτερικό και αποκαλούσε τους πολίτες που διαμαρτύρονταν «φασίστες, κομμουνιστές και μαλάκες«, δε μας άγγιζε το γεγονός;

Όταν υπουργοί της κυβέρνησης υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια στους ξένους επενδυτές προκειμένου να «διώξουν» με κάθε τρόπο τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, εξαπατώντας τους χωρίς κανένα ενδοιασμό, αυτό δεν έκανε ζημιά στην εικόνα της Ελλάδας;

Όταν η κατά το ήμισυ φασίζουσα Ελληνική Αστυνομία ασκεί ανεξέλεγκτη βία εναντίον διαδηλωτών και ρεπόρτερ, προσβάλλει και συλλαμβάνει τουρίστες λόγω χρώματος και βασανίζει κρατούμενους, γεμίζοντας πολυσέλιδες αναφορές της Διεθνούς Αμνηστίας, αυτό δε μας ενοχλεί;

Τα κατορθώματα αυτά της ΕΛ.ΑΣ. τράβηξαν την προσοχή διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως η βρετανική Guardian. Η απάντηση του υπουργού Δημόσιας Τάξης ήταν να απειλήσει την παγκοσμίου εμβέλειας εφημερίδα με… μήνυση. Απειλή την οποία, απ’ όσο γνωρίζω, ουδέποτε πραγματοποίησε. Ευτυχώς, γιατί γλυτώσαμε τον περαιτέρω διασυρμό. Ή μήπως δυστυχώς;

Τι να πρωτοθυμηθώ; Να γράψω για τις Σκουριές, για το πρωτοφανές και αυθαίρετο κλείσιμο της ΕΡΤ και την κατάργηση των μουσικών συνόλων της και τόσα άλλα, τα οποία έχουν κάνει πολλές φορές το γύρο του κόσμου και μας έχουν εκθέσει ανεπανόρθωτα; Να γράψω για την άρον-άρον απόσυρση του αντιφασιστικού νομοσχεδίου, για την ουσιαστική άρνηση βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας (που προφανώς περπατούν και τα σέρνουν) να συζητήσουν το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους; Θα το ξαναπώ, εκτός από το ότι η Ελλάδα είναι η ΜΟΝΗ ευρωπαϊκή χώρα χωρίς εθνική συμφωνική ορχήστρα, είναι πλέον και η μόνη μαζί με τη Λιθουανία στην Ε.Ε. που δεν αναγνωρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων.

Μήπως να μιλήσουμε για τη δογματική άρνηση της πολιτείας να διαχωρίσει επιτέλους Εκκλησία και Κράτος; Ή, τουλάχιστον, να φορολογήσει την περιουσία της; Να θυμηθούμε ότι ακόμα αρνούμαστε πεισματικά να επιτρέψουμε σε δεκάδες χιλιάδες υπηκόους του Πακιστάν, του Μπαγκλαντές και άλλων μουσουλμανικών χωρών να έχουν ένα τζαμί επειδή μια εντελώς άσχετη μουσουλμανική χώρα, η… Τουρκία αρνείται να ανοίξει τη Χάλκη; Να πούμε για το φιάσκο με τη λίστα Λαγκάρντ; Για την άνοδο της Χρυσής Αυγής; Θεωρείτε πραγματικά ότι η Ελλάδα δίνει την εικόνα σύγχρονου, δημοκρατικού κράτους; Γιατί; Επειδή υιοθετήσαμε με φθηνά κόλπα το Ευρώ, για το οποίο προφανώς ήμασταν ανέτοιμοι και το οποίο στραγγαλίζει την οικονομία μας αργά και σταθερά;

Ναι, αλλά όχι να μας τα λέει και ο Άγγλος Καρατζαφέρης, θα πουν ορισμένοι. Μπορείς να κατηγορείς τη Χρυσή Αυγή για δημαγωγία και όχι αυτόν;

Συμφωνώ απόλυτα ότι σημασία δεν έχει μόνο να λέγεται η αλήθεια, αλλά και το ποιος τη λέει. Πλην όμως, εμένα δε με αφορά ο Farage, δεν τον ψηφίζω, είναι πρόβλημα των Άγγλων. Εγώ έχω κάτι χειρότερο να αντιμετωπίσω στη χώρα μου. Και το ενδεχόμενο να βρεθούμε ξαφνικά με δημάρχους και ευρωβουλευτές από τη νεοναζιστική αυτή συμμορία θα μας προσβάλει και θα μας εκθέσει πολύ περισσότερο από εκατό Nigel Farage. Ή μήπως φαντάζεστε ότι το θέμα της Χρυσής Αυγής έχει κλείσει οριστικά;

Είναι λυπηρό το φαινόμενο αυτό, να δίνεται το δικαίωμα σε ακροδεξιούς, δημαγωγούς και νεοναζί να λένε τις αλήθειες που δεν αρθρώνει κανείς άλλος. Αλλά δεν είναι κάτι τυχαίο. Είναι το ιδανικό πολιτικό τέχνασμα για να αναγκάζονται να σωπαίνουν οι σκεπτόμενοι πολίτες. Βλέπετε, όταν η αλήθεια ακούγεται μόνο από γραφικούς και τραμπούκους, τότε όποιος θελήσει να αρθρώσει την αλήθεια θα το κάνει με το φόβο της περιθωριοποίησης. Στην καλύτερη περίπτωση θα τον πουν λαϊκιστή ή γραφικό. Στη χειρότερη θα βαφτιστεί «ακραίος», φασίστας, αναρχικός…

Και αναρωτιέστε μετά γιατί σωπαίνει και δεν αντιδρά ο κόσμος; Αλήθεια;

Χρηματοφασισμός

Θα μπορούσα, λόγω των ημερών, να επικεντρωθώ στη Χρυσή Αυγή και στο γεγονός ότι θα «εορτάσει» αύριο μαζί με τους Έλληνες (ανεξαρτήτως χρώματος και γενεαλογίας) κατοίκους αυτής της χώρας το ιστορικό «ΟΧΙ» απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα.

Θα μπορούσα να σχολιάσω το πόσο οξύμωρο είναι όλο αυτό το σκηνικό. Ένα ξεκάθαρα νεοναζιστικό κόμμα να προσποιείται ότι εορτάζει την απαρχή της πρώτης ήττας που υπέστη ο Άξονας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μια μικρή, φτωχή χώρα, η οποία ήταν πάντα μεγάλη σε ψυχή και πλούσια σε πνεύμα.

Αλλά είναι περιττό. Θα χυθεί πολύ ψηφιακό μελάνι αυτές τις μέρες για αυτό το σκοπό. Τη στιγμή μάλιστα που ουσιαστικά δεν είναι η Χρυσή Αυγή το πραγματικό πρόβλημα αυτού του τόπου, δεν είναι καν το πραγματικό πρόσωπο του φασισμού σήμερα.

Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια που αποδίδονται σε έναν από τους διασημότερους και πιο επιτυχημένους βιομηχάνους της Ιστορίας. Ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν υποστηρικτής των Ναζί και τον οποίο θαύμαζε απερίφραστα ο Αδόλφος Χίτλερ.

«Ευτυχώς που ο [αμερικανικός] λαός δεν κατανοεί το τραπεζικό και νομισματικό μας σύστημα καθώς, αν το κατανοούσε, πιστεύω ότι θα σημειωνόταν επανάσταση μέχρι αύριο το πρωί.»

Χένρι Φορντ

Η ρήση αυτή από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, αποκαλύπτει με τον πιο απλό τρόπο τη σύγχρονη πραγματικότητα: ο κόσμος διοικείται από ένα οικονομικό σύστημα το οποίο όχι μόνο δεν είναι δίκαιο προς όλους, αλλά εκμεταλλεύεται συστηματικά την πλειοψηφία προς όφελος των λίγων.

Αυτό δεν αποτελεί κάτι νέο. Αποτελεί την κατάσταση των πραγμάτων καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της Ιστορίας του ανθρώπου. Ωστόσο, υπήρχε η ψευδαίσθηση ότι η βαθμιαία κατάργηση της μοναρχίας και της ολιγαρχίας στα περισσότερα σύγχρονα κράτη του κόσμου και ο σταδιακός εκδημοκρατισμός τους κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες, θα οδηγούσε στην μείωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ειδικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σημείωσε αλματώδη πρόοδο σε κάθε επίπεδο. Οι συνθήκες εργασίας βελτιώθηκαν, οι φυλετικές και σεξιστικές διακρίσεις μειώθηκαν αισθητά, η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης ενισχύθηκε και το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό. Με την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ, όλος ο ανεπτυγμένος κόσμος πίστεψε πως θα μεταβαίναμε σε μια πιο φωτισμένη εποχή ειρήνης και ανάπτυξης.

Όπως ξέρουμε πια, η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ενώ η οικονομία έχει παγκοσμιοποιηθεί σε πρωτοφανή βαθμό, υπάρχει μια πληθώρα πολιτικών, εθνικών, νομικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών φραγμών και δυσχερειών που καθιστούν μια ανάλογη πρόοδο αδύνατη σε διοικητικό επίπεδο.

Πάρτε για παράδειγμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η νομισματική ένωση επιτεύχθηκε προτού να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία σχετικά με το πώς θα μπορούσε η ΕΕ να μετασχηματιστεί σε μια ενιαία πολιτική, κοινωνική και, ως ένα βαθμό, πολιτιστική οντότητα.

Έχουμε, λοιπόν, άτομα και πολυεθνικές εταιρείες με οικονομικό μέγεθος μικρών χωρών, τα οποία μπορούν να κινούνται σχεδόν χωρίς έλεγχο σε οικονομικό επίπεδο και να ασκούν πολιτική επιρροή με πολύ μεγαλύτερη ευελιξία από οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό.

Ας το σκεφθούμε διαφορετικά: αν ο λαός παίζει το ρόλο του βασιλιά, τότε οι τράπεζες, οι εταιρείες και οι πλούσιοι είναι οι βαρόνοι του. Και οι βαρόνοι αυτοί μπορούν πλέον να δρουν όπως θέλουν, χωρίς να δίνουν ουσιαστικά λογαριασμό στο Στέμμα. Αυτό συμβαίνει επειδή ο βασιλιάς βασίζεται σε αυτούς για να είναι το θησαυροφυλάκιο του γεμάτο, ενώ δεν έχει ουσιαστικό τρόπο να τους ελέγχει.

Αν ένας βασιλιάς δεν έχει πραγματική εξουσία, τότε δε μιλάμε πλέον για μοναρχία. Και αν ο «βασιλιάς» είναι στην πραγματικότητα ο λαός και ο λαός δεν έχει πραγματική εξουσία, τότε δε μιλάμε πλέον για δημοκρατία.

Ο 21ος αιώνας έφερε μαζί του την υπόσχεση της ανάπτυξης, των ίσων ευκαιριών για όλους και μια πληθώρα από τεχνολογικά αγαθά και υπηρεσίες. Όλα αυτά με τις ευλογίες της «ελεύθερης αγοράς». Δυστυχώς, οι υποσχέσεις αυτές διαψεύστηκαν προτού κλείσει η πρώτη δεκαετία του αιώνα, από το φάντασμα μιας οικονομικής κρίσης η οποία δε φαίνεται να τελειώνει πουθενά.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κρίση ή, καλύτερα, δεν θα υπήρχε εάν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν εξοπλισμένο με τις κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες κατά της απάτης, της κατάχρησης και της εκμετάλλευσης. Ή, ακόμα πιο απλά, εάν ήταν δίκαιο και βιώσιμο. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν περισσότερο κρατικό έλεγχο. Αλλά στο άκουσμα και μόνο αυτού του όρου οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι παθαίνουν κρίση.

Γιατί; Επειδή λένε πως η ελεύθερη αγορά «αυτορυθμίζεται». Μόνο που δεν μπορεί. Είναι σαν να βάζεις δύο θανατοποινίτες σε ένα κλουβί να παλέψουν για την ελευθερία τους και να ελπίζεις ότι θα υπακούσουν στους κανόνες. Είναι ουτοπικό. Στην πραγματικότητα θα χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε κόλπο έχουν στη διάθεσή τους για να εξοντώσουν τον αντίπαλο, όσο βρώμικο και αν είναι αυτό.

Κατά τον ίδιο τρόπο, μια εταιρεία σε συνθήκες «ελεύθερου ανταγωνισμού» θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να αυξήσει το πλεονέκτημά της έναντι των ανταγωνιστών της. Δεν έχει σημασία εάν το τίμημα το πληρώσουν οι καταναλωτές και οι εργαζόμενοι, αρκεί να μην γίνει αυτό ποτέ αντιληπτό. Φθηνός εξοπλισμός και υλικά, φρικτές εργασιακές συνθήκες και πρακτικές, νομικές «τρύπες» και τεχνάσματα είναι κάποια από τα όπλα που χρησιμοποιούνται σε αυτόν τον πόλεμο.

Δεν ακολουθούν όλοι τέτοιες πρακτικές, αλλά όταν οι περισσότεροι «παίκτες» το κάνουν, τότε το πλεονέκτημα που κερδίζουν είτε θα αναγκάσει τους ανταγωνιστές να παίξουν το ίδιο παιχνίδι, είτε θα τους οδηγήσει εκτός αρένας.

Οι τράπεζες δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Κάποτε θεωρούνταν ένας από τους βασικούς πυλώνες στήριξης οποιαδήποτε οικονομίας. Πλέον λειτουργούν απροκάλυπτα και ανοιχτά μόνο για το δικό τους κέρδος, ακόμα και όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον αναπτυξιακό ρόλο που οφείλουν να παίζουν.

Εάν μια πλούσια χώρα όπως η Ισλανδία μπορεί να καταστραφεί οικονομικά από τις τράπεζές της και μόνο, τότε είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Όλα αυτά συνέβησαν επειδή η κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα της Ισλανδίας «αγνόησαν» τις απίστευτα ανεύθυνες συναλλαγές μιας χούφτας ανθρώπων, οι οποίοι διοικούσαν τις τρεις μεγάλες τράπεζες της χώρας.

Ωστόσο, η πρώτη σκέψη για την αντιμετώπιση της «κρίσης» δεν ήταν να συλληφθούν οι υπεύθυνοι και να αποδοθούν ποινικές και πολιτικές ευθύνες, αλλά να δοθεί ο «λογαριασμός» στο λαό της Ισλανδίας, σαν να είχαν αυτοί οι άνθρωποι έστω και την ελάχιστη ευθύνη για αυτό το χάλι.

Ακριβώς το ίδιο πράγμα συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου αυτή τη στιγμή. Στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης ζητείται από τους πολίτες να επωμιστούν το κόστος της κακοδιαχείρισης από μέρους των τραπεζιτών και των διεφθαρμένων πολιτικών, ακόμα και από άλλες χώρες.

Η κρίση αυτή δε θα τελειώσει ποτέ, επειδή προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τα συμπτώματα, ενώ οι βασικές αιτίες παραμένουν ανέγγιχτες. Τα εισοδήματα των περισσοτέρων θα μειώνονται σταθερά ενώ θα υπάρχουν όλο και λιγότερες θέσεις εργασίας. Εργασιακά δικαιώματα, τα οποία έχουν κατακτηθεί με αίμα, θα χαθούν.

Αυτό συμβαίνει τα τελευταία δυόμιση χρόνια στη χώρα μας. Αυτό εξηγεί την απότομη άνοδο του εθνικισμού και του νεοναζισμού. Αλλά αυτά που εμφανίζονται ως «αιτίες» είναι στην πραγματικότητα οι αφορμές. Η διαφθορά, η ανομία και η κακοδιαχείριση που θέριεψαν στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης γίνονται σήμερα προϊόν εκμετάλλευσης από τις «αγορές» και από τους εταίρους μας στην Ευρώπη, που βλέπουν μια εν δυνάμει πλούσια χώρα να τους παραδίδεται σε τιμή ευκαιρίας.

Όλοι εντός και εκτός ΕΕ γνωρίζουν και παραδέχονται ότι οι πολιτικές λιτότητας έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές. Αλλά η τρόικα επιμένει, διότι δεν την ενδιαφέρει πραγματικά να σωθεί η Ελλάδα. Όσοι, δε, μιλούν για «πρόοδο» και «αποτελέσματα» ξεχνούν πολύ βολικά τα 1,2 εκ. ανέργων που θα αυξάνονται συνεχώς τα επόμενα χρόνια, αδιαφορούν για την ουσιαστική κατάρρευση του συστήματος ασφάλισης και υγείας και το χάος που επικρατεί στην παιδεία.

Αγνοούν επιδεικτικά το νέο κύμα μετανάστευσης των νεότερων ανθρώπων στο εξωτερικό. Εκμεταλλεύονται και τροφοδοτούν την ενίσχυση του ρατσισμού και του νεοναζισμού. Όσο ο κόσμος είναι διχασμένος και στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου αντί να διεκδικεί τα αυτονόητα, δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξουν τα πράγματα.

Η κρίση δε θα σταματήσει εδώ. Όταν πια εφαρμοστεί στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου ο νέος εργασιακός Μεσαίωνας, οι πολυεθνικές θα μεταφέρουν εδώ τις μονάδες παραγωγής τους.

Και τότε θα χτυπήσει η «κρίση» την πόρτα και των πιο ανεπτυγμένων χωρών.

Ο πραγματικός φασισμός δεν είναι πια το ξυρισμένο κεφάλι και η σβάστικα. Ο σύγχρονος φασισμός είναι ευπρεπής, φορά κοστούμι και κρατάει tablet. Μπορεί να τον αποκαλούν «λιτότητα», «μεταρρύθμιση», «ελεύθερη αγορά», «οικονομικό εξορθολογισμό» ή όπως αλλιώς θέλουν. Εγώ τον αποκαλώ χρηματοφασισμό.