Η αρχή του τέλους;

12324-itok=LQ0Ks41a

Τα πράγματα δεν είναι απλά. Και με αυτό δεν εννοώ αυτό που θα ακολουθήσει μετά το ιστορικής σημασίας δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας για την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα επακόλουθα σίγουρα δεν είναι απλά, ακόμα και αν πάμε σε ένα, θεωρητικά λιγότερο επώδυνο, ενδεχόμενο «ντρίπλας» σαν εκείνη που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το δικό μας αντίστοιχο δημοψήφισμα.

Και αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει γιατί, όπως επισημάνθηκε από τον Independent, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν έχει ουσιαστικά νομική ισχύ. Μπορεί, λοιπόν, κάλλιστα να «κολλήσει» στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, πράγμα που πολύ θα βολέψει για να βγει η Αγγλία από την εξαιρετικά άβολη θέση που τη φέρνει, μεταξύ άλλων, το δικό της «έξω» με το «μέσα» της Σκωτίας. Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι, «απλώς», το κύρος της δημοκρατίας.

Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε μια εξαιρετικά εκτεταμένη παρένθεση και να φιλοσοφήσουμε πάνω στη φύση και τις αδυναμίες της δημοκρατίας, αλλά το αποτέλεσμα θα παραμείνει το ίδιο: η Μεγάλη Βρετανία συνολικά αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα είναι να εντοπιστούν οι λόγοι που οδήγησαν εδώ. Λυπάμαι αν σας χαλάω την απλή και βολική σας εξήγηση, αλλά δε φταίνε ούτε οι «γέροι», ούτε οι ακροδεξιοί, ούτε οι αμόρφωτοι. Φυσικά, οι μεγάλες ηλικίες όντως προτίμησαν το «Brexit», όπως έγινε ασφαλώς και με τους ακροδεξιούς οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι και άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Αλλά η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο. Ποτέ δεν είναι. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που περιορίζεται μόνο στη Βρετανία ή στην Ελλάδα. Είναι πανευρωπαϊκό. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το φαινόμενο Τραμπ, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα είναι μάλλον παγκόσμιο. Ας παραμείνουμε, όμως, στην Ευρώπη.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένωση περισσότερο στο όνομα, παρά στην πράξη. Το εγχείρημα «κόλλησε» στο φιάσκο του Ευρωσυντάγματος καθώς, όπως μας έχουν επισημάνει αρκετές φορές οι φίλοι μας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι αδύνατον να υπάρξει νομισματική ένωση, χωρίς πολιτική ένωση. Η Ε.Ε. αποτελείτο μέχρι χθες από 28 μέλη, 19 εκ των οποίων έχουν κοινό νόμισμα. Από κει και πέρα όμως;

Δε χρειάζεται να διαθέτει κανείς εις βάθος γνώση των διεθνών σχέσεων για να καταλάβει ότι η προσφυγική κρίση ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα της αποτυχίας της Ε.Ε. να δείξει ουσιαστική ενότητα και αλληλεγγύη. Για να το αντιληφθούμε αυτό, αρκεί να φανταστούμε ότι η Ελλάδα αποτελείται από ομόσπονδα κρατίδια. Με το που φθάνουν οι πρόσφυγες ας πούμε στη Λέσβο, τα υπόλοιπα κρατίδια αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορά τους και να αφήσουν τους πρόσφυγες εγκλωβισμένους στο νησί. Ταυτόχρονα και ενώ η Λέσβος είναι εν γνώσει τους σε κακή οικονομική κατάσταση, κυριολεκτικά πετούν χρήματα στην Τουρκία για να εξασφαλίσουν ότι θα περιορίσει την ροή των μεταναστών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή εγγύηση για αυτό. Η Αθήνα μπορεί να διατυμπανίζει ότι έχει τις πόρτες της ανοιχτές στους πρόσφυγες, αλλά εφόσον αυτοί δεν μπορούν να φύγουν από τη Λέσβο, η δήλωση αυτή έχει μάλλον θεωρητικό χαρακτήρα. Θα είχε αυτή η κατάσταση νόημα σε μια ενωμένη χώρα; Σίγουρα όχι. Πώς μπορεί, λοιπόν, να έχει νόημα σε μια πραγματική ένωση κρατών;

Πώς γίνεται σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει, υποτίθεται, κοινά σύνορα να επιτρέπεται σε μεμονωμένα μέλη να τα κλείνουν κατά βούληση, συνάπτοντας μάλιστα συμφωνίες με μη μέλη και αστυνομεύοντας τα σύνορά τους; Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή κύρωση ή, έστω, μια αντίδραση ανάλογη της σοβαρότητας του ατοπήματος αυτού. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Ιρλανδία παραμένουν μέχρι σήμερα εκτός ζώνης Σένγκεν.

Πώς εξηγείται σε μια οικονομική ένωση σε πορεία νομισματικής ενοποίησης η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία να αρνείται να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα; Πέρα από τη Μεγάλη Βρετανία, εκτός παραμένουν οικειοθελώς η Σουηδία (7η σε μέγεθος στην Ε.Ε.), η Πολωνία (8η), η Δανία (11η) και η Τσεχία (16η). Η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία είχαν πάρει… χαρτί από γιατρό και δεν υποχρεούνταν να μπουν στο Ευρώ παρά μόνο εάν το ζητούσαν. Οι υπόλοιπες χώρες υποτίθεται ότι έχουν υποχρέωση, αλλά μόνο αν δεχθούν να μπουν στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών II, κίνηση που είναι προαιρετική. Η Σουηδία παίζει με αυτόν τον τρόπο τις «καθυστερήσεις» από το 2003, οπότε απέρριψε το Ευρώ με δημοψήφισμα. Και αυτό έγινε στις εποχές των παχιών αγελάδων…

Δεν ξέρω αν έχετε την ίδια αίσθηση με μένα, αλλά στην αντίληψή μου η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια χώρα μονίμως με το ένα πόδι έξω από την Ε.Ε. Αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να αποχωρήσει πραγματικά μια χώρα από την Ένωση ποια θα ήταν η πιο πιθανή υποψήφια;

Μία άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η συστημική χειραγώγηση των ΜΜΕ (ένα από τα πολλά επιτεύγματα το οποίο δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστικότητα της Ελλάδας). Όπως εδώ, έτσι και στη Μεγάλη Βρετανία οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρό προβάδισμα του Bremain με 7 μονάδες. Πολλοί πίστεψαν ότι η παραμονή ήταν σίγουρη και ψήφισαν Brexit, έτσι για να μην τους έχουν οι Ευρωπαίοι για δεδομένους. Ή επειδή κατά βάθος θα προτιμούσαν να είναι μόνοι στο νησί τους, αλλά χωρίς να θέλουν στα σοβαρά το ρίσκο του Brexit. Μόνο και μόνο για να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη.

Όπως και να έχει, το πρόβλημα είναι ότι η Ε.Ε. δεν έχει πείσει ότι αποτέλεί πραγματικά το δρόμο προς την ευημερία. Όσο η Γερμανία πιέζει για περισσότερη λιτότητα και βάζει την προστασία της Bundesbank πάνω από την ευημερία των πολιτών της Ευρώπης, όσο το οικονομικό μοντέλο που προωθείται είναι εκείνο της ανταγωνιστικότητας χωρίς να εξετάζεται η βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου, με λίγα λόγια όσο ο στόχος είναι να εξυπηρετούνται οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι, τόσο οι ακραίες τάσεις θα ενισχύονται, τόσο θα ωθούνται οι ψηφοφόροι προς τα λαϊκίστικα κόμματα και τόσο πιο κοντά θα βαδίζουμε στο γκρεμό, είτε αυτός εκδηλωθεί με έναν ακόμα πόλεμο, είτε με κάποιο ολοκληρωτικό μόρφωμα. Είτε και στα δύο μαζί, κατά σειρά.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία χάνουμε εστιάζοντας αποκλειστικά στους «αμόρφωτους γεροφασίστες» που ψήφισαν υπέρ του Brexit. Πρώτον: τι ακριβώς εννοεί η Μέρκελ όταν δηλώνει το εξής:

«Ακόμη και αν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς για μας, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν μια ιδέα ειρήνης. Βλέπουμε όλοι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Η ειρήνη που έχουμε στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια, δεν είναι αυτονόητη.»

Δεύτερον, ήταν πραγματικά τόσο σημαντικός λόγος η ενδοκομματική διαμάχη για τον Κάμερον ώστε να πάρει το ρίσκο ενός τέτοιου δημοψηφίσματος; Είναι άραγε εγκληματικά ηλίθιος ή υπάρχει κάποια άλλη σκοπιμότητα;

Και τρίτον: ποιος είναι ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το παιχνίδι και με ποιον τρόπο σκοπεύει να συσφίξει τις σχέσεις της με μια απομονωμένη Αγγλία, η οποία κινδυνεύει ακόμα και να χάσει τη Σκωτία και την Ιρλανδία;

Η Ε.Ε. δεν γεννήθηκε απλώς και μόνο για να πάρει τη μορφή μιας ενιαίας και ομοιόμορφης αγοράς. Ο βαθύτερος και ουσιαστικός λόγος ήταν να αποφευχθεί η γένεση μιας ακόμα, τρίτης καταστροφικής παγκόσμιας σύρραξης. Παρόλα αυτά, οι ηγέτες της Ευρώπης φαίνεται να το ξεχνούν αυτό και ενώ ακολουθούν πολιτικές, οι οποίες σταδιακά εξαθλιώνουν τους πολίτες τους και υποβαθμίζουν άμεσα τη δημοκρατία (βλ. TTIP, CETA), απορούν όταν οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων δεν είναι λογικές ή ψύχραιμες.

Αυτό δεν αφορά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς. Αυτό αφορά και την Ελλάδα και τις πλείστες όσες παθογένειές της, οι οποίες ωστόσο δεν πρόκειται ποτέ να εξαλειφθούν με τη θεραπεία-σοκ στην οποία επιμένει η γερμανική κυβέρνηση. Αφορά και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία η ακροδεξιά ανεβαίνει συνεχώς.

Δύο είναι τα πιο σημαντικά μαθήματα που οφείλουμε να αποκομίσουμε από αυτή τη συγκυρία: πρώτον, ότι δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ούτε η αρχή, ούτε το τέλος των προβλημάτων της Ε.Ε. Πέρσι τέτοια εποχή μιλούσαν όλοι για την Ελλάδα μεν, αλλά φέτος το show αναμένεται πολύ πιο συναρπαστικό κι ενδιαφέρον. Δεύτερον, αδαείς, ανενημέρωτους και ευκολόπιστους πολίτες έχουν κι αλλού, ακόμα και στην «καλλιεργημένη» Μεγάλη Βρετανία και είναι, μάλιστα, πολύ περισσότεροι απ’ ότι νομίζαμε.

Αν θέλουμε κάποια στιγμή να λύσουμε τα δικά μας θέματα, τότε θα πρέπει να πάψουμε να ταλαντευόμαστε σαν εκκρεμή από τον απόλυτο εγωκεντρισμό στην απόλυτη αυτό-απαξίωση και να δούμε τα πράγματα κάπως αντικειμενικά.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση… μακάρι να είχα κάτι καλό να σας πω. Το Brexit, εάν τελικά πραγματοποιηθεί, μοιάζει πραγματικά να σφραγίζει την αρχή του τέλους της Ε.Ε.

 

Μουσικό Διάλειμμα #63

 

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

Η εξουσία του φόβου

Η κραυγή

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

Φυλάει τα έρμα, θα μου πείτε. Ναι, αρκεί να μην τον χρησιμοποιούν εναντίον σου. Τα ζώα από ένστικτο φοβούνται τη φωτιά για την προστασία τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί αυτόν το φόβο για να τα κυνηγά. Βάζοντας φωτιά στα ξερά χόρτα, οι αρχαίοι κυνηγοί ανάγκαζαν το θήραμά τους να εγκαταλείψει την κάλυψή του και να μείνει εκτεθειμένο.

Το τέχνασμα αυτό εφαρμόζεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Ο φόβος χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να καταδυναστεύονται ολόκληροι λαοί. Όχι μόνο ο φόβος της εξουσίας, αλλά και ο φόβος του «άλλου». Οι αυτοκράτορες της Κίνας κρατούσαν μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το τεράστιο τείχος που έκτισαν, παράλληλα, όμως, εξασφάλιζαν την υποταγή των επαρχιών που βρίσκονταν πίσω από αυτό.

Οι φεουδάρχες προστάτευαν τις πόλεις τους με τείχη από επιδρομές κάθε είδους. Όσοι ήταν εντός των τειχών, ωστόσο, έπρεπε να πληρώνουν φόρους, οι οποίοι ήταν συνήθως δυσβάσταχτοι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ακόμα και αν κανείς  ξέφευγε από τους φοροεισπράκτορες του τοπικού βαρώνου (οι οποίοι προφανώς δεν μοίραζαν εκκαθαριστικά, απλά σου έκαιγαν το σπίτι αν δεν πλήρωνες) πού θα μπορούσε να πάει;

Η τακτική αυτή λειτουργεί θαυμάσια και στην εποχή μας. Ο φόβος του Εβραίου, του μουσουλμάνου, του κομμουνιστή, του εγκληματία λαθρομετανάστη, του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του διαφορετικού.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτόν τον κόσμο. Προφανώς και ο φόβος πολλές φορές έχει ρίζες στην πραγματικότητα. Το ζώο αν μείνει στα ξερόχορτα θα κάει, δεν έχει πραγματικά επιλογή. Οι χωρικοί του Μεσαίωνα ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε επίδοξο εισβολέα ή ληστή. Επομένως τα τείχη του φεουδάρχη ήταν σαν δώρο Θεού για εκείνους. Και εφόσον τα τείχη δεν χτίζονταν μόνο με καλές προθέσεις, ήταν λογικό και δίκαιο ο τοπικός άρχοντας να ζητά φόρους από όσους είχε υπό την προστασία του.

Πλην, όμως, έχοντας αυτούς τους ανθρώπους πλήρως στο έλεός του, ο εκάστοτε ηγεμόνας μπορούσε όχι απλώς να λάβει το ηθικό αντίτιμο για την προστασία που προσέφερε, αλλά να απαιτήσει όσα αυτός ήθελε. Κοινώς, να εκμεταλλεύεται και να εκβιάζει κατά βούληση. Μπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα στο κάστρο του, αφήνοντας στους χωρικούς μετά βίας αρκετά ώστε να μη λιμοκτονούν. Η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνικές επαναστάσεις σταδιακά έφεραν τον κόσμο από τα μοναρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα στα δημοκρατικά. Έπρεπε να πάψει να υπάρχει απόλυτη εξουσία, ώστε να πάψει η καταπίεση και η εκμετάλλευση του αδύναμου από τον ισχυρό.

Θεωρητικά, ο 20ος αιώνας είδε το αποκορύφωμα του εκδημοκρατισμού στον πλανήτη μας. Πρακτικά, όμως, η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή, που ασκούν οι πολυεθνικές στις κυβερνήσεις των κρατών, μειώνει συνεχώς τη δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να λαμβάνουν αποφάσεις. Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο οι περιβόητες «αγορές» να καθορίζουν εμμέσως πλην σαφώς την οικονομική πολιτική των κρατών. Και φυσικά αφού το χρήμα κινεί τα πάντα, η οικονομική πολιτική επηρεάζει τα πάντα, με πρώτο και εύκολο θύμα την κοινωνική πολιτική.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για, αυτονόητα στη θεωρία, πράγματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, η περίθαλψη και η παιδεία. Και καθώς όλα αυτά τα οποία κατακτήθηκαν με αίμα τα τελευταία 200 χρόνια περικόπτονται και εξανεμίζονται σταδιακά λόγω της «οικονομικής πραγματικότητας», συνειδητοποιεί κανείς ότι επιστρέφουμε, ουσιαστικά, στην εποχή του φεουδαλισμού.

Ο μεγάλος μας εχθρός είναι η χρεωκοπία. Για να τον κρατήσουμε μακριά είμαστε αναγκασμένοι να θυσιάσουμε τα πάντα. Βέβαια, οι τιμημένοι και δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες μας ζουν ακόμη στα κάστρα τους, τρώνε με χρυσά κουτάλια και κυκλοφορούν με θωρακισμένες λιμουζίνες. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, αφού αν μας πετάξουν έξω από τα τείχη θα χάσουμε και τα λίγα που έχουμε. Θα μείνουμε ακόμα και από χαρτί υγείας, όπως φαίνεται.

Ο μεγάλος μας εχθρός δεν είναι τόσο η χρεωκοπία, όσο ο φόβος αυτής. Και αυτό επειδή η χρεωκοπία έχει ήδη συμβεί, απλώς είναι ελεγχόμενη. Πράγματι, έχουμε ακόμα είδη πρώτης ανάγκης στα ράφια, αλλά έχουμε επίσης 27% ανεργία και ένα χρέος, το οποίο είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Καθώς επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά και το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι τόκοι αυξάνουν και το χρέος διογκώνεται. Και τίποτα δε φαίνεται δυνατόν να το σταματήσει.

Είναι απλά μαθηματικά. Οτιδήποτε άλλο περί success story και τα συναφή είναι απλά επικοινωνιακά τρικ. Κάθε χρόνο μόνο οι τόκοι του χρέους μας είναι 30 δις Ευρώ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμα και αυτό το εικονικό των 1.416 εκατ. ευρώ, είναι αστείο. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά κατουρώντας την. Και το πλεόνασμα αυτό παρουσιάζεται ως… επιτυχία. Και η «έξοδος στις αγορές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακόγουστο αστείο, το οποίο μας έκανε διεθνώς ρεζίλι για άλλη μια φορά.

Ο Σαμαράς μιλά για θυσίες του λαού, οι οποίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες. Μα είναι ήδη χαμένες. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καταφέρει τίποτα, παρά μόνο να επιβάλλουν εισπρακτικά μέτρα, να εκποιήσουν το προσοδοφόρο μέρος της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να ξεφορτωθούν το επιζήμιο, και να κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς κάποιο σχέδιο ή κριτήριο. Αξιολόγηση δεν υπάρχει, η γραφειοκρατεία ζει και βασιλεύει, το πελατειακό κράτος συνεχίζει να υφίσταται, οι διασυνδέσεις με τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα το ίδιο. Μεταρρυθμίσεις απλές και ορθολογικές, οι οποίες θα ήταν απολύτως ανέξοδες για το κράτος και θα βοηθούσαν πραγματικά τις επενδύσεις, προσκρούουν πάνω σε συμφέροντα ημέτερων που προστατεύονται ακόμα.

Ακόμα και στο Reuters κυκλοφόρησε η είδηση ότι η συγκυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη πλέον. Γιατί το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης εξαντλήθηκε. Ο φόβος δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τους πολίτες. Αν η κυβέρνηση τολμούσε να επιβάλλει κι άλλα μέτρα, οι αντιδράσεις θα ήταν απρόβλεπτες. Έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.

Από τη μία πλευρά, μια αριστερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή με κάποιο δεκανίκι, θα έχει μια μικρή πίστωση χρόνου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος, αν διαψευστούν οι μάλλον ουτοπικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος να εκραγεί σε πολύ μικρό διάστημα. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί με πολλή προσοχή τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη προκαλέσει εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Οι τράπεζες πιέζονται. Οι δανειστές θα επιδιώξουν την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Συν τοις άλλοις, έχει προσχωρήσει σε αυτόν αρκετό πρώην ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνυπάρχει (όπως και στο ΠΑΣΟΚ του ’81) με ριζοσπαστικά στοιχεία που θέλουν να μας βγάλουν από παντού.

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί και οι φόβοι ακόμα περισσότεροι. Αλλά το αδιέξοδο παραμένει. Και αυτό που φοβάμαι εγώ περισσότερο είναι το κατρακύλισμα σε έναν ακροδεξιό βούρκο που αρνείται ακόμα και τις πιο βασικές ανθρώπινες αξίες, όπως την προστασία των αδυνάτων και την περίθαλψη των προσφύγων, που καταπνίγει τη δημιουργικότητα, που εξαναγκάζει το 2% του πληθυσμού, του νεότερου και πιο υποσχόμενου τμήματός του, να μεταναστεύσει. Δεν είμαστε απλώς μια χώρα γερόντων και συνταξιούχων, είμαστε μια χώρα στην οποία οι λιγότεροι από τους μισούς νέους έχουν δουλειά και όσοι έχουν, αμείβονται με ψίχουλα. Οι υπόλοιποι απλά φεύγουν.

Αυτοί που μένουν αδυνατούν να δημιουργήσουν οικογένειες, αφού τα χρήματα απλά δε φθάνουν. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Σας το λέω χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και δράματος. Κάποιοι φοβούνται τη χρεωκοπία. Εγώ φοβάμαι περισσότερο ότι σβήνουμε αργά, αλλά σταθερά. Η ενδεχόμενη χρεωκοπία, η ανεξέλεγκτη, θα είναι άμεση και βάρβαρη. Ο αργός θάνατος, στον οποίο έχουμε καταδικαστεί, θα πάρει μια δεκαετία ακόμα μέχρι τα συμπτώματά του να γίνουν τόσο φανερά, ώστε κανένας να μην μπορεί πια να τα αρνηθεί. Αλλά θα έρθει, σας το εγγυώμαι.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Εγώ προτιμώ να ψηφίσω κατά συνείδηση.

 

Μουσικό Διάλειμμα #58

Οι δύο όψεις

Samaras Mundial 2014

Προφανώς έχουμε πολύ σοβαρότερα πράγματα να μας απασχολούν από το ποδόσφαιρο.

Στη Βραζιλία φτωχοί άνθρωποι εκτοπίστηκαν λόγω του Μουντιάλ.

Στην Ουκρανία η κατάσταση είναι ακόμα ρευστή.

Στην Ελλάδα οι κρατούμενοι στις φυλακές κάνουν απεργία πείνας, καθώς δεν έχουν πλέον πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι συνάνθρωποί μας που βρίσκονται εκτός φυλακών (ακόμα).

Στα διεθνή ύδατα νοτίως της Κρήτης, ο στόλος των ΗΠΑ ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει μια νέα, αδοκίμαστη, μέθοδο υδρόλυσης για να εξουδετερώσει μέρος του χημικού οπλοστασίου που παρέδωσε η Συρία. Οι ενδεχόμενες συνέπειες είναι άγνωστες.

Στα θερινά τμήματα της Βουλής πρόκειται να περάσει στη ζούλα το νομοσχέδιο για την πώληση των παραλιών μας, στις οποίες θα πρέπει σύντομα να πληρώνουμε για να έχουμε πρόσβαση.

Μπροστά σε όλα αυτά η επιτυχία της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, που κατάφερε όχι μόνο την πρώτη της νίκη σε φάση ομίλων Μουντιάλ, αλλά και την πρόκρισή της στους 16 του κόσμου, φαίνεται σαν αντιπερισπασμός, σαν περιττή πληροφορία.

Εξάλλου, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από εμπορικές συναλλαγές, προϊόντα προς πώληση. Οι ίδιοι οι παίκτες αγωνίζονται (συνήθως) χωρίς πληρωμή, εκπροσωπόντας τη χώρα τους, αλλά με ενδεχόμενο όφελος τη διεθνή τους προβολή και τη μεταγραφή τους στο εξωτερικό.

Παρόλα αυτά, όλα έχουν δύο όψεις.

Οι άνθρωποι, δε, έχουν περισσότερες. Δεν είμαστε κόλλες χαρτί. Κανένας δεν είναι άσπρος ή μαύρος (ούτε εξωτερικά, ούτε εσωτερικά). Σίγουρα ένας αθλητής ενδιαφέρεται για την καριέρα του και το χρήμα που αυτή του αποφέρει, όπως όλοι μας. Αυτό δεν σημαίνει πως το χρήμα είναι το μοναδικό του κίνητρο.

Σίγουρα ένας φτωχός άνθρωπος έχει σοβαρότερα προβλήματα να τον απασχολούν από τη μπάλα. Παρόλα αυτά εκατομμύρια φτωχών ανθρώπων στριμώχνονται μπροστά σε μικροσκοπικές τηλεοράσεις, μέσα σε σπίτια του ενός δωματίου που μπορεί να έχουν μόλις δύο γλόμπους και –ίσως- ένα ψυγείο πέρα από το δέκτη, για να παρακολουθήσουν αυτό που ενδεχομένως εμείς να σνομπάρουμε για ιδεολογικούς λόγους.

Καλώς; Κακώς; Δύσκολο να το ζυγίσεις. Πού σταματά η αναψυχή και πού ξεκινά η παραπλάνηση; Πού το όνειρο και πού το ψέμα; Πού η άμιλλα και πού το συμφέρον;

Τα πράγματα είναι πολύ λιγότερο ρομαντικά σε σχέση με το παρελθόν. Η εμπορευματοποίηση είναι εντονότερη, τα συμφέροντα μεγαλύτερα, τα συμβόλαια πιο παχυλά και το χάσμα που χωρίζει έναν επαγγελματία αθλητή από το φτωχαδάκι που τον έχει σαν ίνδαλμα πολύ πιο αχανές.

Παρόλα αυτά, μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα υπάρχουν στιγμές που μας θυμίζουν γιατί συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με το Μουντιάλ.

Στιγμές όπως αυτή της φωτογραφίας, όπου ο Σαμαράς, λίγα λεπτά μετά την εκτέλεση του πέναλτι που έδωσε σε μας την πρόκριση και έστειλε την Ακτή Ελεφαντοστού πίσω στην Αφρική, παρηγορεί τον τερματοφύλακα που έχει πέσει με τα μούτρα στο τερέν, κλαίγοντας σαν μωρό. Τον ίδιο τερματοφύλακα που προσπαθούσε πριν τον πέναλτι να εκφοβίσει το Σαμαρά με γκριμάτσες και χειρονομίες, σαν να ήταν εχθροί έτοιμοι να αλληλοσκοτωθούν στη μάχη.

Τίποτα το μεμπτό δεν υπάρχει. Πάνω στο πάθος της διεκδίκησης της νίκης συχνά ξεπερνιούνται τα όρια του ευ αγωνίζεσθαι. Δεν είπαμε, φυσικά, να αρχίσουμε τις… δαγκωνιές, όπως μερικοί-μερικοί, αλλά ούτε να περιμένουμε πως όλοι θα συμπεριφέρονται σαν λόρδοι την ώρα του αγώνα.

Μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς συμπεριφέρεσαι μετά τη φάση, αφού λήξει ο αγώνας. Τη στιγμή που είσαι νικητής και πανηγυρίζεις σα μικρό παιδί, ενώ ο αντίπαλος είναι στο χώμα. Εκεί φαίνεται αν υπάρχει σκοπιμότητα ή μικροπρέπεια. Όταν δε φοβάσαι το βλέμμα του διαιτητή, ώστε να απλώσεις το χέρι για να σηκώσεις τον αντίπαλο, μπας και γλυτώσεις την κάρτα.

Δεν υπάρχουν κανονισμοί, ούτε οδηγίες για κάτι τέτοιο. Σε τελική ανάλυση την ώρα που θριαμβεύεις και μάλιστα δίκαια, δε σε νοιάζει τι κάνει ο αντίπαλος. Δεν ξέρω αν ο Σαμαράς είναι αρκετά καλός ή όχι για την Εθνική από τεχνικής άποψης. Ξέρω όμως ότι παρουσιάζει αυτό το ήθος που δίνει πραγματική αξία στον αθλητισμό, έστω και σε αυτό το εμπορευματοποιημένο και, θεωρητικά, ψυχρό επίπεδο.

Η άλλη όψη της νίκης είναι πικρή. Ειδικά όταν βάζεις την οικογένειά σου σε δεύτερη μοίρα για χάρη της Εθνικής ομάδας. Διευκρινίζω: οι αδερφοί Τουρέ εκ των οποίων ο ένας, ο Γιαγιά Τουρέ, πέρασε και από τον Ολυμπιακό στο δρόμο του για τα «σαλόνια» της Ευρώπης, έχασαν τον μικρότερό τους αδερφό από καλπάζοντα καρκίνο στις 19 Ιουνίου. Η είδηση τους βρήκε λίγο μετά την ήττα της Ακτής Ελεφαντοστού από την Κολομβία. Δεν ήταν παρόντες στην κηδεία, καθώς ο πατέρας τους τούς ζήτησε να μείνουν για να στηρίξουν την ομάδα τους στο Μουντιάλ. Φαντάζομαι ότι η ήττα στο 90′ από την Εθνική μας δεν τους βοήθησε να ξεχάσουν τον πόνο τους.

Δεδομένου ότι και τα δύο αδέρφια έχουν διεθνή καριέρα στην Premiership είναι βέβαιο ότι δεν κάθησαν να παίξουν για να «πιάσουν την καλή» σε κάποια άλλη ομάδα. Όσο κοινότοπο και αν ακούγεται, έμειναν μόνο για τη φανέλα. Όπως, ας πούμε, ο Καραγκούνης. Στο τέλος της καριέρας του, αποκορύφωμα της οποίας είναι η κατάκτηση του Euro το 2004, τι περισσότερο θα μπορούσε να περιμένει από μια αξιοπρεπή εμφάνιση στο Μουντιάλ; Χρήματα; Μεταγραφή; Δεν το νομίζω. Μόνο ίσως… το ακατόρθωτο.

Τα προβλήματά μας, τα εν οίκω όπως και τα οικουμενικά, δε θα λυθούν από το Μουντιάλ. Ακόμα και αν γίνει για δεύτερη φορά το αδιανόητο. Αυτό δεν αλλάζει, όμως, το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι που ξεπερνά όλα αυτά τα πράγματα. Παρά την αδιαμφισβήτητη εκμετάλλευσή του, εμπορικά και πολιτικά, από τους ισχυρούς, έχει τη δύναμη να ενώνει ηπείρους, να αγνοεί κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις και να μαγεύει δισεκατομμύρια ανθρώπων. Κάθε οικονομικής στάθμης, ηλικίας, φύλου και μορφωτικού επιπέδου.

Βέβαια, εμείς μπορούμε να τα αγνοήσουμε όλα αυτά τα ρομαντικά και να εστιάσουμε στα αρνητικά. Δεν είδα, όμως, την επανάσταση να γίνεται πριν από το Μουντιάλ, ούτε νομίζω ότι η εν λόγω διοργάνωση την εμπόδισε να εκδηλωθεί. Άρα κάπου αλλού βρίσκεται το πρόβλημα. Και, εν τέλει, αν είναι φαιδρό και ανούσιο να ασχολείται κανείς με το Μουντιάλ, άλλο τόσο και περισσότερο είναι να το αντιμετωπίζει σαν αιτία των προβλημάτων μας. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον κόσμο να χαρεί για ένα μήνα. Έχουμε τέσσερα χρόνια μέχρι την επόμενη διοργάνωση για να σωθούμε.

(Ποδοσφαιρικό) Διάλειμμα #53

Φιλοσοφικό ποδόσφαιρο…

Το στοίχειωμα των Καιρών

Το φάντασμα των μελλοντικών Χριστουγέννων

«Κοίτα, Εμπενίζερ, έρχεται η ανάπτυξη!»

«απονενοημένο διάβημα»: 268. Από όλους τους όρους αναζήτησης που έχουν οδηγήσει κάποιον στο blog που διαβάζετε αυτή τη στιγμή, αυτός είναι ο πιο δημοφιλής. Αν μπορούμε να τον πούμε έτσι. «Δημοφιλής»…

«απονενοημένο»: 123. Σε κάθε δυνατή παραλλαγή.

«απονενοημένο διαβημα»: 28. Με τόνο ή χωρίς.

«απονενοημενο διαβημα»: 27, Σχεδόν κάθε μέρα. Ένα ή δύο «hits».

«απονενοημενο»: 18. To blog μου στοίχειωσε.

Το άρθρο που έκανε τη «ζημιά» ήταν το ομώνυμο Απονενοημένο Διάβημα, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην αυτοκτονία-διαμαρτυρία του 77χρονου συνταξιούχου στο Σύνταγμα τον Απρίλη του 2012. Όπως έγραφα κι εκεί, «απονενοημένο διάβημα» σημαίνει «απεγνωσμένη διαμαρτυρία».

«απενενοημενο διαβημα»: 6. Έστω κι ανορθόγραφα.

«απονενοημενο διάβημα»: 4. Πάνω από 500 αναζητήσεις συνολικά μέσα σε ενάμιση χρόνο.

Κάποιος, σχεδόν κάθε μέρα, έψαξε στο Internet να μάθει τι σημαίνει αυτή η έκφραση και κατέληξε στους «Καιρούς». Πόσοι άλλοι, άραγε, βρήκαν την απάντηση σε λεξικά ή σε άλλα ιστολόγια; Σίγουρα χιλιάδες.

Και αυτό σημαίνει πως χιλιάδες άνθρωποι ενδιαφέρθηκαν. Να μάθουν τι σημαίνει. Να μάθουν τι συμβαίνει. Σε πείσμα του κουκουλώματος που επιβάλλουν τα «ανεξάρτητα» ιδιωτικά κανάλια, τα οποία σπανίως αναφέρονται στις αυτοκτονίες και όταν το κάνουν προωθούν τη γραμμή του μεμονωμένου περιστατικού ή της απαξίωσης του εκάστοτε αυτόχειρα. Ίσως να τα έφαγε στα χαρτιά, ίσως να του τα έφαγαν τα παιδιά του. Ίσως να είχε ψυχολογικά προβλήματα. Ίσως να ήταν περιθωριακός, όπως αυτοί που ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια. Έτσι λένε στα ΜΜΕ.

Το γεγονός ότι σταδιακά όλη η χώρα περιθωριοποιείται, το ότι τα ψυχικά νοσήματα αυξάνουν γεωμετρικά, το ότι  καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια σαρώνουν ολοένα και νεότερους ανθρώπους, το ότι οι άνεργοι και οι άστεγοι αυξάνονται καθημερινά είναι πράγματα που σπανίως αναφέρονται στα δελτία ειδήσεων.

«Τι σε έπιασε, άνθρωπε, παραμονιάτικα και θες να μας μαυρίσεις την ψυχή με τις αυτοκτονίες;» θα αναρωτηθείτε δικαίως. Υπάρχει λόγος. Σας γράφω για το στοίχειωμα αυτό παραμονή Πρωτοχρονιάς γιατί είναι το φάντασμα της χρονιάς που πέρασε, της προηγούμενης από αυτήν και της πρόπροηγούμενης, από τότε που ξεκίνησε αυτή η κρίση και η απελπισία που τη συνοδεύει. Το φάντασμα δε θέλει να μας τρομάξει (μόνο), αλλά να μας ξυπνήσει σαν τον Εμπενίζερ Σκρουτζ την ημέρα των Χριστουγέννων.

Να μας ξυπνήσει για να δούμε το 2014 με άλλο μάτι. Όταν περάσουν οι γιορτές και χωνέψουμε (όσοι από εμάς φάγαμε) πρέπει να επανέλθουμε στην πραγματικότητα.

Και η πραγματικότητά μας δεν είναι χαρούμενη, σαν εκείνη του ήρωα του Ντίκενς, που άνοιξε τα παραθυρόφυλλα και άρχισε να μοιράζει δώρα και γαλοπούλες. Μπορεί όμως να γίνει καλύτερη σε βάθος χρόνου και σίγουρα δεν αναφέρομαι στα όνειρα θερινής νυκτός τα οποία «πουλάει» ο θίασος που περνιέται για κυβέρνηση.

Το θετικό από τη συνεχιζόμενη τραγωδία, είναι ότι ξαναβρίσκουμε την αλληλεγγύη μας. Όχι την κακώς εννοούμενη αλληλεγγύη των συντεχνιών, την «ομερτά» μπροστά σε παρανομίες και αδικίες που διέπρατταν συνάδελφοι, τη συνενοχή. Μιλώ για την πραγματική αλληλεγγύη μεταξύ ανθρώπων που περνούν δύσκολες εποχές, όλοι μαζί.

Αυτή η αλληλεγγύη είναι απαραίτητη, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να γίνει προϊόν εκμετάλλευσης. Η αλληλεγγύη δεν πρέπει, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει το κοινωνικό κράτος, ούτε να δώσει άλλοθι στην κυβέρνηση για να συνεχίσει τις περικοπές από εκεί που την παίρνει. Η ύπαρξή της είναι επιβεβλημένη, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από τη συνείδηση του ρόλου της και από τη συνειδητοποίηση της απουσίας του κράτους.

Με άλλα λόγια, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτή η πολιτική είναι δίκαιη, σωστή ή αποτελεσματική. Γιατί αν ήταν δε θα θρηνούσαμε τόσα θύματα.

Ας μην ευχηθούμε, λοιπόν, να είναι καλό το 2014. Καλύτερα να το κάνουμε εμείς έτσι.

 

Μουσικό Διάλειμμα #49

Σαξές Στόρι

Η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ελλάδας κατέκτησε επάξια τη θέση της στο Μουντιάλ της Βραζιλίας που θα διεξαχθεί το 2014. Τα εικονικά πηγαδάκια του Facebook και του Twitter πήραν φωτιά: πρέπει να ασχολούμαστε ή δεν πρέπει; Να χαιρόμαστε ή όχι; Είναι επιτυχία ή είναι παρηγοριά στον άρρωστο; Πιστεύω ότι όπως και να έχει η συμμετοχή σε μια Εθνική ομάδα είναι για κάθε επαγγελματία αθλητή μια ευκαιρία να παίξει για την τιμή της φανέλας. Δεν υπάρχει χρήμα, υπάρχει μόνο η δόξα και, πιο απτά, το ενδεχόμενο ενός τραυματισμού ο οποίος μπορεί να κρατήσει μακριά έναν αθλητή από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Όσο για εμάς τους υπόλοιπους πιστεύω ότι μια βραδιά χαράς δε μας θα εμποδίσει να βγούμε στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούμε, τουλάχιστον όχι πάνω από 24 ώρες. Αν η πρόκριση της Εθνικής ομάδας είναι ικανή να αποτελέσει φραγμό για τη Νέα Ελληνική Επανάσταση, τότε δεν έχουμε καμία ελπίδα, σας το λέω. Είτε με είτε χωρίς Μουντιάλ.

Πάντως η επιτυχία της Εθνικής ομάδας, εν μέσω μιας κρίσης που δεν έχει αφήσει ανέγγιχτο ούτε το ποδόσφαιρο, αποτελεί πολύ πιο πειστικό «σαξές στόρι» από εκείνο που ευαγγελίζεται ο Αντώνης Σαμαράς. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να χαρούμε εμείς που η Ελλάδα εξασφάλισε το ταξίδι της στη Βραζιλία το καλοκαίρι. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να χαρεί η Βραζιλία για τη διοργάνωση του Μουντιάλ (και μόλις δύο χρόνια αργότερα των Ολυμπιακών Αγώνων).

Η Βραζιλία μπορεί να είναι η δεύτερη πατρίδα του ποδοσφαίρου, μπορεί να μας θυμίζει καρναβάλι, σάμπα, καλλίπυγες χορεύτριες, φρεσκοκομμένο καφέ και ατελείωτες παραλίες, αλλά δεν εξαντλείται εκεί. Είναι μια χώρα με μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και τεράστιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Είναι ο τόπος όπου οι παραγκουπόλεις συνυπάρχουν με τους ουρανοξύστες και όπου η άνοδος στην τιμή του εισιτηρίου των λεωφορείων μπορεί να προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις απίστευτου μεγέθους.

Ωστόσο, αποτελεί ταυτόχρονα το ιδανικό παράδειγμα οικονομικού «σαξές στόρι», από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Η οικονομία της, στρατοκρατούμενης ακόμα, Βραζιλίας στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 έμοιαζε με τραινάκι σε λούνα παρκ. Μετά από μια ξέφρενη πορεία συνάντησε μια τεράστια ανηφόρα, σταμάτησε και άρχισε να φεύγει προς τα πίσω.

Τότε επιστρατεύτηκε το ΔΝΤ το οποίο επέβαλλε, τι άλλο, ένα πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας που προέβλεπε περικοπές στο Δημόσιο και περιορισμό των εισαγωγών. Μπορεί να έδωσε τη δυνατότητα στη Βραζιλία να εξυπηρετεί το χρέος της, αλλά το τίμημα ήταν εις βάρος της ανάπτυξης. Η συρρίκνωση του ΑΕΠ, η αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας και η εκτόξευση του πληθωρισμού έφεραν τη χώρα στα όρια της κατάρρευσης.

Όταν, τελικά, μετά από μια δεκαετία πειραμάτων βρέθηκε η λύση για τη μάστιγα του πληθωρισμού, αυτή δεν οφειλόταν σε κάποιο εξωτερικό σχέδιο βοήθειας-προκάτ, αλλά στο «Real Plan» που σχεδιάστηκε από Βραζιλιάνους για τις ανάγκες της οικονομίας τους.

Το επακόλουθο δεύτερο σχέδιο βοήθειας του ΔΝΤ δεν ήταν παρά ένα δεκανίκι σε μια οικονομία που βρισκόταν ήδη σε τροχιά ανάκαμψης. Μέσα σε μια δεκαετία η Βραζιλία σημείωσε ρυθμούς ανάπτυξης-ρεκόρ, ανάπτυξη η οποία συνεχίστηκε έως και το 2010 διαψεύδοντας τις αρνητικές προβλέψεις λόγω της κρίσης.

Φυσικά, δεν είναι όλα ρόδινα: παρ’ όλη τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού του πληθυσμού που ανήκει στη μεσαία τάξη και τη σωτηρία 20 εκατομμυρίων Βραζιλιάνων από τη φτώχεια, το 21,4% του πληθυσμού ζει ακόμα κάτω από το όριο, ενώ το 4% περίπου βρίσκεται σε απόλυτη ανέχεια.

Για αυτό, εξάλλου, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται κατά των πανάκριβων αθλητικών διοργανώσεων που έχει αναλάβει η χώρα τους. Ακόμα και οι παλιοί αστέρες του ποδοσφαίρου δεν ζουν όλοι στα σύννεφα. Όταν το ιερό τέρας (τέως ποδοσφαιρικό, νυν ανοησίας) που λέγεται Πελέ τόλμησε να συστήσει στους συμπατριώτες του που διαδήλωναν κατά του Μουντιάλ να γυρίσουν σπίτια τους και να χαρούν τη γιορτή του ποδοσφαίρου, ο Ρομάριο (αλλά και άλλοι παλιοί παίκτες) του συνέστησαν να σωπάσει – και όχι τόσο ευγενικά.

Αυτό δεν είναι λίγο. Η Βραζιλία ήταν πάντοτε μια χώρα όπου τα φτωχά παιδιά ονειρεύονταν να γίνουν μεγάλοι ποδοσφαιριστές και το άθλημα, όπως και ο Πελέ, αντιμετωπίζονται συνήθως με θρησκευτική ευλάβεια. Όλα, όμως, έχουν ένα όριο. Ακόμα και η αγάπη των Βραζιλιάνων για τη μπάλα.

Εξετάζοντας το βραζιλιάνικο σαξές στόρι διαπιστώνουμε ότι το σχέδιο που έσωσε τη χώρα συμπεριλάμβανε μια τολμηρή, ριζοσπαστική νομισματική μεταρρύθμιση, με τη δημιουργία ενός εικονικού νομίσματος, το οποίο τελικά έγινε πραγματικό. Κανένας δεν πίστευε ότι το σχέδιο που είχαν συλλάβει στα νιάτα τους τέσσερις φοιτητές οικονομολόγοι θα μπορούσε να πετύχει, εκεί που το ΔΝΤ και οι κυβερνήσεις αποτύγχαναν. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα στο Ευρώ, ειδικά τώρα που η ενδεχόμενη έξοδός μας έχει γίνει πολύ δύσκολη. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μας είχε βοηθήσει αν αποφασίζαμε να βγούμε εγκαίρως.

Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι παρά το κύμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις της Βραζιλίας υπό την καθοδήγηση του ΔΝΤ και το οποίο δεν έφερε ουσιαστικά αποτελέσματα, η μεγαλύτερη εταιρεία πετρελαίου της χώρας και μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως, παραμένει σε ποσοστό 64% στην ιδιοκτησία του Δημοσίου. Η Βραζιλία είναι μεν μια μεγάλη χώρα με σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, αλλά δεν τις ξεπούλησε για να σωθεί. Τις αξιοποίησε. Και αν το δικό μας πρότυπο «αξιοποίησης» είναι ο χρυσός της Χαλκιδικής, τότε δε θα έχουμε καλύτερη τύχη από τον πάμπτωχο Νίγηρα με τα πλούσια κοιτάσματα ουρανίου.

Αυτό που οφείλουμε να μάθουμε από τη Βραζιλία είναι ότι καμία εξωτερική βοήθεια δεν μπορεί να μας βγάλει από την κρίση, αν δεν υπάρχει βούληση και σχέδιο από την πολιτική ηγεσία. Η εξαναγκαστική εφαρμογή ενός τυποποιημένου σχεδίου «διάσωσης», το οποίο μας επιβάλλεται εκβιαστικά από οργανισμούς που γνωρίζουν και οι ίδιοι ότι είναι ακατάλληλο, δε θα βοηθήσει σε τίποτα. Αντίθετα, θα συνεχίσει να βαθαίνει την κρίση, «κλειδώνοντας» την πορεία της οικονομίας σε μια βασανιστική πτώση σε αργή κίνηση. Εμείς σαν θεατές βλέπουμε το φάουλ, βρίζουμε και φωνάζουμε από τις εξέδρες, αλλά κανείς από τους διαιτητές δεν πρόκειται να το σφυρίξει.

Δεν είναι κακό να χαιρόμαστε για την επιτυχία της Εθνικής ομάδας. Το κακό είναι πως δεν ακολουθήσαμε το παράδειγμά της. Ακόμα και το πιο απίθανο πράγμα είναι δυνατό, αρκεί να το διεκδικήσουμε.

Μουσικό Διάλειμμα #47

Γιατί όχι;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο θρόνο του. Ε όχι.

Και να που η πολιτική ηγεσία του «ναι σε όλα» γιορτάζει και πάλι το «όχι». Η ζωή (άρα και η Ιστορία) είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές και μεγάλες ειρωνείες. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σοβαρά τι θα έκαναν οι τιμημένοι ηγέτες του έθνους που βρίσκεται σήμερα στο έλεος της κρίσης, εάν ήταν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά το 1940. Πιστεύετε πραγματικά ότι θα έλεγαν το «όχι»; Η απάντηση ίσως δεν είναι και τόσο απλή.

Υπάρχει λόγος σοβαρός που η εκάστοτε κυβέρνηση δεν νιώθει καμία τύψη όταν πρόκειται να κόψει κονδύλια από την Παιδεία, όταν προωθεί ερμηνείες της Ιστορίας δήθεν προοδευτικές  και δεν αφήνει περιθώρια για μια πιο ορθολογική, αλλά όχι ισοπεδωτική μελέτη και διδασκαλία της. Ο λόγος είναι ότι η σωστή διδασκαλία της Ιστορίας σε βοηθά να μαθαίνεις να σκέφτεσαι και, κυρίως, να αμφισβητείς. Αντίθετα, οι ψευτοπροοδευτικοί αριστεροί σαν την κα. Ρεπούση, προτιμούν να θάβουν ό,τι μας ενοχλεί κάτω από το χαλί στο όνομα τίνος, άραγε; Της φιλίας των λαών; Αν έχω μάθει κάτι σε αυτή τη ζωή είναι ότι η φιλία που βασίζεται στο ψέμα δεν μπορεί να έχει καλό τέλος.

Μόνο αν έρθουμε αντιμέτωποι με τα γεγονότα και αναζητήσουμε την αλήθεια, απαλλαγμένοι όσο γίνεται από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, μπορούμε να μάθουμε κάτι χρήσιμο για την ταυτότητά μας και για τη θέση μας στον κόσμο. Διαφορετικά, θα ζούμε ο καθένας στο χρωματιστό συννεφάκι της επιλογής του και θα πέφτουμε από αυτό με κάθε ευκαιρία. Ας επανέλθουμε στην Ιστορία, λοιπόν.

Όταν ήμασταν παιδιά μας έμαθαν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το περήφανο «όχι» στις δυνάμεις του Άξονα. Κανείς δεν μας ανέφερε τότε τι ακριβώς ήταν ο Μεταξάς, ούτε τους λόγους που τον οδήγησαν στην ιστορική απάντηση. Γίνεται ένας κατά τεκμήριο γερμανόφιλος δικτάτορας, ένας φασίστας, να πει «όχι» στους ομοίους του; Γίνεται. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά δεν ήταν ηλίθιος (όπως κάποιοι άλλοι της συνομοταξίας του, τους οποίους μερικοί μνημονεύουν ακόμα).

Πρώτον, γνώριζε ότι ο στρατός στο μεγαλύτερο μέρος του διαφωνούσε με την αποδοχή της απαίτησης του Μουσολίνι. Ακόμα και όσοι είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τον ίδιο θα δυσκολεύονταν να καταπιούν την απίστευτη πρόκληση των Ιταλών με τον τορπιλισμό της Έλλης (και την ακόλουθη απόπειρα τορπιλισμού δύο επιβατικών πλοίων) το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για την κοινή γνώμη.

Δεύτερον, ο Μεταξάς ήταν στρατιωτικός με μεγάλη αντίληψη της στρατηγικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Μπορεί ο ίδιος να ήθελε την Ελλάδα να στηρίζει το Γ’ Ράιχ, αλλά πίστευε ότι ως ναυτική δύναμη ανήκε αναγκαστικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτοί είναι εν συντομία οι λόγοι που οδήγησαν τον Μεταξά στην ιστορική απόφαση και όχι ο υπέρμετρος ηρωισμός του. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι καθόλου ρομαντικά και ίσως να μην ικανοποιούν όποιον ντε και καλά θέλει να τα βάφει όλα άσπρα-μαύρα. Τίποτα, όμως, δεν είναι απόλυτο, ούτε καν οι λόγοι που οδηγούν σε ένα μονολεκτικό, κάθετο «όχι».

Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αν αποδεχθούμε ότι ένας φασίστας μπορεί να πάρει μια έντιμη, ηθική, γενναία απόφαση (έστω και αναγκαστικά), γυρίζοντας το νόμισμα αντιλαμβανόμαστε ότι εξίσου εύκολα ένας δημοκράτης μπορεί να πάρει τις χειρότερες αποφάσεις με την πρόφαση της «λαϊκής εντολής». Και τι θα γίνει αν ξαφνικά ο καθένας το συνειδητοποιήσει κι αρχίσει να κρίνει τα πράγματα όχι από τις ταμπέλες που τους κολλάμε, αλλά από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα;

Τι θα γίνει εάν αρχίσει να σκέφτεται;

Διάλειμμα #44

Αντί για μουσικό διάλειμμα προτίμησα αυτή τη φορά ένα αφιέρωμα σε ένα σχετικά άγνωστο επεισόδιο του Ελληνοϊταλικού πολέμου που μου επισήμανε μια φίλη. Αξίζει πολύ περισσότερο να αφιερώσετε εδώ μια ώρα αντί να παρακολουθήσετε μια ακόμα κενή, πριβέ παρέλαση από το θίασο που κυβερνά αυτή τη χώρα: