Σαξές Στόρι

Η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ελλάδας κατέκτησε επάξια τη θέση της στο Μουντιάλ της Βραζιλίας που θα διεξαχθεί το 2014. Τα εικονικά πηγαδάκια του Facebook και του Twitter πήραν φωτιά: πρέπει να ασχολούμαστε ή δεν πρέπει; Να χαιρόμαστε ή όχι; Είναι επιτυχία ή είναι παρηγοριά στον άρρωστο; Πιστεύω ότι όπως και να έχει η συμμετοχή σε μια Εθνική ομάδα είναι για κάθε επαγγελματία αθλητή μια ευκαιρία να παίξει για την τιμή της φανέλας. Δεν υπάρχει χρήμα, υπάρχει μόνο η δόξα και, πιο απτά, το ενδεχόμενο ενός τραυματισμού ο οποίος μπορεί να κρατήσει μακριά έναν αθλητή από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Όσο για εμάς τους υπόλοιπους πιστεύω ότι μια βραδιά χαράς δε μας θα εμποδίσει να βγούμε στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούμε, τουλάχιστον όχι πάνω από 24 ώρες. Αν η πρόκριση της Εθνικής ομάδας είναι ικανή να αποτελέσει φραγμό για τη Νέα Ελληνική Επανάσταση, τότε δεν έχουμε καμία ελπίδα, σας το λέω. Είτε με είτε χωρίς Μουντιάλ.

Πάντως η επιτυχία της Εθνικής ομάδας, εν μέσω μιας κρίσης που δεν έχει αφήσει ανέγγιχτο ούτε το ποδόσφαιρο, αποτελεί πολύ πιο πειστικό «σαξές στόρι» από εκείνο που ευαγγελίζεται ο Αντώνης Σαμαράς. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να χαρούμε εμείς που η Ελλάδα εξασφάλισε το ταξίδι της στη Βραζιλία το καλοκαίρι. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να χαρεί η Βραζιλία για τη διοργάνωση του Μουντιάλ (και μόλις δύο χρόνια αργότερα των Ολυμπιακών Αγώνων).

Η Βραζιλία μπορεί να είναι η δεύτερη πατρίδα του ποδοσφαίρου, μπορεί να μας θυμίζει καρναβάλι, σάμπα, καλλίπυγες χορεύτριες, φρεσκοκομμένο καφέ και ατελείωτες παραλίες, αλλά δεν εξαντλείται εκεί. Είναι μια χώρα με μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και τεράστιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Είναι ο τόπος όπου οι παραγκουπόλεις συνυπάρχουν με τους ουρανοξύστες και όπου η άνοδος στην τιμή του εισιτηρίου των λεωφορείων μπορεί να προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις απίστευτου μεγέθους.

Ωστόσο, αποτελεί ταυτόχρονα το ιδανικό παράδειγμα οικονομικού «σαξές στόρι», από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Η οικονομία της, στρατοκρατούμενης ακόμα, Βραζιλίας στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 έμοιαζε με τραινάκι σε λούνα παρκ. Μετά από μια ξέφρενη πορεία συνάντησε μια τεράστια ανηφόρα, σταμάτησε και άρχισε να φεύγει προς τα πίσω.

Τότε επιστρατεύτηκε το ΔΝΤ το οποίο επέβαλλε, τι άλλο, ένα πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας που προέβλεπε περικοπές στο Δημόσιο και περιορισμό των εισαγωγών. Μπορεί να έδωσε τη δυνατότητα στη Βραζιλία να εξυπηρετεί το χρέος της, αλλά το τίμημα ήταν εις βάρος της ανάπτυξης. Η συρρίκνωση του ΑΕΠ, η αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας και η εκτόξευση του πληθωρισμού έφεραν τη χώρα στα όρια της κατάρρευσης.

Όταν, τελικά, μετά από μια δεκαετία πειραμάτων βρέθηκε η λύση για τη μάστιγα του πληθωρισμού, αυτή δεν οφειλόταν σε κάποιο εξωτερικό σχέδιο βοήθειας-προκάτ, αλλά στο «Real Plan» που σχεδιάστηκε από Βραζιλιάνους για τις ανάγκες της οικονομίας τους.

Το επακόλουθο δεύτερο σχέδιο βοήθειας του ΔΝΤ δεν ήταν παρά ένα δεκανίκι σε μια οικονομία που βρισκόταν ήδη σε τροχιά ανάκαμψης. Μέσα σε μια δεκαετία η Βραζιλία σημείωσε ρυθμούς ανάπτυξης-ρεκόρ, ανάπτυξη η οποία συνεχίστηκε έως και το 2010 διαψεύδοντας τις αρνητικές προβλέψεις λόγω της κρίσης.

Φυσικά, δεν είναι όλα ρόδινα: παρ’ όλη τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού του πληθυσμού που ανήκει στη μεσαία τάξη και τη σωτηρία 20 εκατομμυρίων Βραζιλιάνων από τη φτώχεια, το 21,4% του πληθυσμού ζει ακόμα κάτω από το όριο, ενώ το 4% περίπου βρίσκεται σε απόλυτη ανέχεια.

Για αυτό, εξάλλου, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται κατά των πανάκριβων αθλητικών διοργανώσεων που έχει αναλάβει η χώρα τους. Ακόμα και οι παλιοί αστέρες του ποδοσφαίρου δεν ζουν όλοι στα σύννεφα. Όταν το ιερό τέρας (τέως ποδοσφαιρικό, νυν ανοησίας) που λέγεται Πελέ τόλμησε να συστήσει στους συμπατριώτες του που διαδήλωναν κατά του Μουντιάλ να γυρίσουν σπίτια τους και να χαρούν τη γιορτή του ποδοσφαίρου, ο Ρομάριο (αλλά και άλλοι παλιοί παίκτες) του συνέστησαν να σωπάσει – και όχι τόσο ευγενικά.

Αυτό δεν είναι λίγο. Η Βραζιλία ήταν πάντοτε μια χώρα όπου τα φτωχά παιδιά ονειρεύονταν να γίνουν μεγάλοι ποδοσφαιριστές και το άθλημα, όπως και ο Πελέ, αντιμετωπίζονται συνήθως με θρησκευτική ευλάβεια. Όλα, όμως, έχουν ένα όριο. Ακόμα και η αγάπη των Βραζιλιάνων για τη μπάλα.

Εξετάζοντας το βραζιλιάνικο σαξές στόρι διαπιστώνουμε ότι το σχέδιο που έσωσε τη χώρα συμπεριλάμβανε μια τολμηρή, ριζοσπαστική νομισματική μεταρρύθμιση, με τη δημιουργία ενός εικονικού νομίσματος, το οποίο τελικά έγινε πραγματικό. Κανένας δεν πίστευε ότι το σχέδιο που είχαν συλλάβει στα νιάτα τους τέσσερις φοιτητές οικονομολόγοι θα μπορούσε να πετύχει, εκεί που το ΔΝΤ και οι κυβερνήσεις αποτύγχαναν. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα στο Ευρώ, ειδικά τώρα που η ενδεχόμενη έξοδός μας έχει γίνει πολύ δύσκολη. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μας είχε βοηθήσει αν αποφασίζαμε να βγούμε εγκαίρως.

Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι παρά το κύμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις της Βραζιλίας υπό την καθοδήγηση του ΔΝΤ και το οποίο δεν έφερε ουσιαστικά αποτελέσματα, η μεγαλύτερη εταιρεία πετρελαίου της χώρας και μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως, παραμένει σε ποσοστό 64% στην ιδιοκτησία του Δημοσίου. Η Βραζιλία είναι μεν μια μεγάλη χώρα με σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, αλλά δεν τις ξεπούλησε για να σωθεί. Τις αξιοποίησε. Και αν το δικό μας πρότυπο «αξιοποίησης» είναι ο χρυσός της Χαλκιδικής, τότε δε θα έχουμε καλύτερη τύχη από τον πάμπτωχο Νίγηρα με τα πλούσια κοιτάσματα ουρανίου.

Αυτό που οφείλουμε να μάθουμε από τη Βραζιλία είναι ότι καμία εξωτερική βοήθεια δεν μπορεί να μας βγάλει από την κρίση, αν δεν υπάρχει βούληση και σχέδιο από την πολιτική ηγεσία. Η εξαναγκαστική εφαρμογή ενός τυποποιημένου σχεδίου «διάσωσης», το οποίο μας επιβάλλεται εκβιαστικά από οργανισμούς που γνωρίζουν και οι ίδιοι ότι είναι ακατάλληλο, δε θα βοηθήσει σε τίποτα. Αντίθετα, θα συνεχίσει να βαθαίνει την κρίση, «κλειδώνοντας» την πορεία της οικονομίας σε μια βασανιστική πτώση σε αργή κίνηση. Εμείς σαν θεατές βλέπουμε το φάουλ, βρίζουμε και φωνάζουμε από τις εξέδρες, αλλά κανείς από τους διαιτητές δεν πρόκειται να το σφυρίξει.

Δεν είναι κακό να χαιρόμαστε για την επιτυχία της Εθνικής ομάδας. Το κακό είναι πως δεν ακολουθήσαμε το παράδειγμά της. Ακόμα και το πιο απίθανο πράγμα είναι δυνατό, αρκεί να το διεκδικήσουμε.

Μουσικό Διάλειμμα #47

Advertisements

Χρηματοφασισμός

Θα μπορούσα, λόγω των ημερών, να επικεντρωθώ στη Χρυσή Αυγή και στο γεγονός ότι θα «εορτάσει» αύριο μαζί με τους Έλληνες (ανεξαρτήτως χρώματος και γενεαλογίας) κατοίκους αυτής της χώρας το ιστορικό «ΟΧΙ» απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα.

Θα μπορούσα να σχολιάσω το πόσο οξύμωρο είναι όλο αυτό το σκηνικό. Ένα ξεκάθαρα νεοναζιστικό κόμμα να προσποιείται ότι εορτάζει την απαρχή της πρώτης ήττας που υπέστη ο Άξονας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μια μικρή, φτωχή χώρα, η οποία ήταν πάντα μεγάλη σε ψυχή και πλούσια σε πνεύμα.

Αλλά είναι περιττό. Θα χυθεί πολύ ψηφιακό μελάνι αυτές τις μέρες για αυτό το σκοπό. Τη στιγμή μάλιστα που ουσιαστικά δεν είναι η Χρυσή Αυγή το πραγματικό πρόβλημα αυτού του τόπου, δεν είναι καν το πραγματικό πρόσωπο του φασισμού σήμερα.

Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια που αποδίδονται σε έναν από τους διασημότερους και πιο επιτυχημένους βιομηχάνους της Ιστορίας. Ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν υποστηρικτής των Ναζί και τον οποίο θαύμαζε απερίφραστα ο Αδόλφος Χίτλερ.

«Ευτυχώς που ο [αμερικανικός] λαός δεν κατανοεί το τραπεζικό και νομισματικό μας σύστημα καθώς, αν το κατανοούσε, πιστεύω ότι θα σημειωνόταν επανάσταση μέχρι αύριο το πρωί.»

Χένρι Φορντ

Η ρήση αυτή από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, αποκαλύπτει με τον πιο απλό τρόπο τη σύγχρονη πραγματικότητα: ο κόσμος διοικείται από ένα οικονομικό σύστημα το οποίο όχι μόνο δεν είναι δίκαιο προς όλους, αλλά εκμεταλλεύεται συστηματικά την πλειοψηφία προς όφελος των λίγων.

Αυτό δεν αποτελεί κάτι νέο. Αποτελεί την κατάσταση των πραγμάτων καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της Ιστορίας του ανθρώπου. Ωστόσο, υπήρχε η ψευδαίσθηση ότι η βαθμιαία κατάργηση της μοναρχίας και της ολιγαρχίας στα περισσότερα σύγχρονα κράτη του κόσμου και ο σταδιακός εκδημοκρατισμός τους κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες, θα οδηγούσε στην μείωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ειδικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σημείωσε αλματώδη πρόοδο σε κάθε επίπεδο. Οι συνθήκες εργασίας βελτιώθηκαν, οι φυλετικές και σεξιστικές διακρίσεις μειώθηκαν αισθητά, η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης ενισχύθηκε και το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό. Με την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ, όλος ο ανεπτυγμένος κόσμος πίστεψε πως θα μεταβαίναμε σε μια πιο φωτισμένη εποχή ειρήνης και ανάπτυξης.

Όπως ξέρουμε πια, η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ενώ η οικονομία έχει παγκοσμιοποιηθεί σε πρωτοφανή βαθμό, υπάρχει μια πληθώρα πολιτικών, εθνικών, νομικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών φραγμών και δυσχερειών που καθιστούν μια ανάλογη πρόοδο αδύνατη σε διοικητικό επίπεδο.

Πάρτε για παράδειγμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η νομισματική ένωση επιτεύχθηκε προτού να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία σχετικά με το πώς θα μπορούσε η ΕΕ να μετασχηματιστεί σε μια ενιαία πολιτική, κοινωνική και, ως ένα βαθμό, πολιτιστική οντότητα.

Έχουμε, λοιπόν, άτομα και πολυεθνικές εταιρείες με οικονομικό μέγεθος μικρών χωρών, τα οποία μπορούν να κινούνται σχεδόν χωρίς έλεγχο σε οικονομικό επίπεδο και να ασκούν πολιτική επιρροή με πολύ μεγαλύτερη ευελιξία από οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό.

Ας το σκεφθούμε διαφορετικά: αν ο λαός παίζει το ρόλο του βασιλιά, τότε οι τράπεζες, οι εταιρείες και οι πλούσιοι είναι οι βαρόνοι του. Και οι βαρόνοι αυτοί μπορούν πλέον να δρουν όπως θέλουν, χωρίς να δίνουν ουσιαστικά λογαριασμό στο Στέμμα. Αυτό συμβαίνει επειδή ο βασιλιάς βασίζεται σε αυτούς για να είναι το θησαυροφυλάκιο του γεμάτο, ενώ δεν έχει ουσιαστικό τρόπο να τους ελέγχει.

Αν ένας βασιλιάς δεν έχει πραγματική εξουσία, τότε δε μιλάμε πλέον για μοναρχία. Και αν ο «βασιλιάς» είναι στην πραγματικότητα ο λαός και ο λαός δεν έχει πραγματική εξουσία, τότε δε μιλάμε πλέον για δημοκρατία.

Ο 21ος αιώνας έφερε μαζί του την υπόσχεση της ανάπτυξης, των ίσων ευκαιριών για όλους και μια πληθώρα από τεχνολογικά αγαθά και υπηρεσίες. Όλα αυτά με τις ευλογίες της «ελεύθερης αγοράς». Δυστυχώς, οι υποσχέσεις αυτές διαψεύστηκαν προτού κλείσει η πρώτη δεκαετία του αιώνα, από το φάντασμα μιας οικονομικής κρίσης η οποία δε φαίνεται να τελειώνει πουθενά.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κρίση ή, καλύτερα, δεν θα υπήρχε εάν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν εξοπλισμένο με τις κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες κατά της απάτης, της κατάχρησης και της εκμετάλλευσης. Ή, ακόμα πιο απλά, εάν ήταν δίκαιο και βιώσιμο. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν περισσότερο κρατικό έλεγχο. Αλλά στο άκουσμα και μόνο αυτού του όρου οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι παθαίνουν κρίση.

Γιατί; Επειδή λένε πως η ελεύθερη αγορά «αυτορυθμίζεται». Μόνο που δεν μπορεί. Είναι σαν να βάζεις δύο θανατοποινίτες σε ένα κλουβί να παλέψουν για την ελευθερία τους και να ελπίζεις ότι θα υπακούσουν στους κανόνες. Είναι ουτοπικό. Στην πραγματικότητα θα χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε κόλπο έχουν στη διάθεσή τους για να εξοντώσουν τον αντίπαλο, όσο βρώμικο και αν είναι αυτό.

Κατά τον ίδιο τρόπο, μια εταιρεία σε συνθήκες «ελεύθερου ανταγωνισμού» θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να αυξήσει το πλεονέκτημά της έναντι των ανταγωνιστών της. Δεν έχει σημασία εάν το τίμημα το πληρώσουν οι καταναλωτές και οι εργαζόμενοι, αρκεί να μην γίνει αυτό ποτέ αντιληπτό. Φθηνός εξοπλισμός και υλικά, φρικτές εργασιακές συνθήκες και πρακτικές, νομικές «τρύπες» και τεχνάσματα είναι κάποια από τα όπλα που χρησιμοποιούνται σε αυτόν τον πόλεμο.

Δεν ακολουθούν όλοι τέτοιες πρακτικές, αλλά όταν οι περισσότεροι «παίκτες» το κάνουν, τότε το πλεονέκτημα που κερδίζουν είτε θα αναγκάσει τους ανταγωνιστές να παίξουν το ίδιο παιχνίδι, είτε θα τους οδηγήσει εκτός αρένας.

Οι τράπεζες δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Κάποτε θεωρούνταν ένας από τους βασικούς πυλώνες στήριξης οποιαδήποτε οικονομίας. Πλέον λειτουργούν απροκάλυπτα και ανοιχτά μόνο για το δικό τους κέρδος, ακόμα και όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον αναπτυξιακό ρόλο που οφείλουν να παίζουν.

Εάν μια πλούσια χώρα όπως η Ισλανδία μπορεί να καταστραφεί οικονομικά από τις τράπεζές της και μόνο, τότε είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Όλα αυτά συνέβησαν επειδή η κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα της Ισλανδίας «αγνόησαν» τις απίστευτα ανεύθυνες συναλλαγές μιας χούφτας ανθρώπων, οι οποίοι διοικούσαν τις τρεις μεγάλες τράπεζες της χώρας.

Ωστόσο, η πρώτη σκέψη για την αντιμετώπιση της «κρίσης» δεν ήταν να συλληφθούν οι υπεύθυνοι και να αποδοθούν ποινικές και πολιτικές ευθύνες, αλλά να δοθεί ο «λογαριασμός» στο λαό της Ισλανδίας, σαν να είχαν αυτοί οι άνθρωποι έστω και την ελάχιστη ευθύνη για αυτό το χάλι.

Ακριβώς το ίδιο πράγμα συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου αυτή τη στιγμή. Στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης ζητείται από τους πολίτες να επωμιστούν το κόστος της κακοδιαχείρισης από μέρους των τραπεζιτών και των διεφθαρμένων πολιτικών, ακόμα και από άλλες χώρες.

Η κρίση αυτή δε θα τελειώσει ποτέ, επειδή προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τα συμπτώματα, ενώ οι βασικές αιτίες παραμένουν ανέγγιχτες. Τα εισοδήματα των περισσοτέρων θα μειώνονται σταθερά ενώ θα υπάρχουν όλο και λιγότερες θέσεις εργασίας. Εργασιακά δικαιώματα, τα οποία έχουν κατακτηθεί με αίμα, θα χαθούν.

Αυτό συμβαίνει τα τελευταία δυόμιση χρόνια στη χώρα μας. Αυτό εξηγεί την απότομη άνοδο του εθνικισμού και του νεοναζισμού. Αλλά αυτά που εμφανίζονται ως «αιτίες» είναι στην πραγματικότητα οι αφορμές. Η διαφθορά, η ανομία και η κακοδιαχείριση που θέριεψαν στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης γίνονται σήμερα προϊόν εκμετάλλευσης από τις «αγορές» και από τους εταίρους μας στην Ευρώπη, που βλέπουν μια εν δυνάμει πλούσια χώρα να τους παραδίδεται σε τιμή ευκαιρίας.

Όλοι εντός και εκτός ΕΕ γνωρίζουν και παραδέχονται ότι οι πολιτικές λιτότητας έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές. Αλλά η τρόικα επιμένει, διότι δεν την ενδιαφέρει πραγματικά να σωθεί η Ελλάδα. Όσοι, δε, μιλούν για «πρόοδο» και «αποτελέσματα» ξεχνούν πολύ βολικά τα 1,2 εκ. ανέργων που θα αυξάνονται συνεχώς τα επόμενα χρόνια, αδιαφορούν για την ουσιαστική κατάρρευση του συστήματος ασφάλισης και υγείας και το χάος που επικρατεί στην παιδεία.

Αγνοούν επιδεικτικά το νέο κύμα μετανάστευσης των νεότερων ανθρώπων στο εξωτερικό. Εκμεταλλεύονται και τροφοδοτούν την ενίσχυση του ρατσισμού και του νεοναζισμού. Όσο ο κόσμος είναι διχασμένος και στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου αντί να διεκδικεί τα αυτονόητα, δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξουν τα πράγματα.

Η κρίση δε θα σταματήσει εδώ. Όταν πια εφαρμοστεί στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου ο νέος εργασιακός Μεσαίωνας, οι πολυεθνικές θα μεταφέρουν εδώ τις μονάδες παραγωγής τους.

Και τότε θα χτυπήσει η «κρίση» την πόρτα και των πιο ανεπτυγμένων χωρών.

Ο πραγματικός φασισμός δεν είναι πια το ξυρισμένο κεφάλι και η σβάστικα. Ο σύγχρονος φασισμός είναι ευπρεπής, φορά κοστούμι και κρατάει tablet. Μπορεί να τον αποκαλούν «λιτότητα», «μεταρρύθμιση», «ελεύθερη αγορά», «οικονομικό εξορθολογισμό» ή όπως αλλιώς θέλουν. Εγώ τον αποκαλώ χρηματοφασισμό.