Ασφυξία

Manellada

Καλοκαίρι. Ζέστη και μια χώρα σε αποσύνθεση. Προσπαθώ να μην αφήνω την επικαιρότητα να με επηρεάζει, τη σφαγή στη Γάζα, την κρίση στην Ουκρανία, την εικόνα της ντροπής που έχει πια τόσες πτυχές στην Ελλάδα, τη σαπίλα. Κρατώ την αναπνοή μου, ιδρώνω, αλλά δεν τα καταφέρνω. Μου τελειώνει το οξυγόνο, ασφυκτιώ.

Θέλω, όπως όλοι όσοι μπορούν ακόμα, να εστιάσω στα θετικά, να συνεχίσω όσο μπορώ καλύτερα τη ζωή μου, αλλά δε γίνεται. Η οσμή της αποσύνθεσης είναι πάντοτε εκεί να μου θυμίζει πως τίποτα πια δεν είναι «φυσιολογικό», όσο κι αν προσποιούμαι για το αντίθετο.

Τελευταίο κρούσμα η αθώωση των δύο εκ των τεσσάρων κατηγορουμένων για την υπόθεση της Μανωλάδας. Ακόμα και αν πιστέψουμε ότι οι επιστάτες του φραουλοπαραγωγού πυροβόλησαν κατά των εργατών χωρίς να έχουν την άδεια του αφεντικού τους, πράγμα αμφίβολο, πώς είναι δυνατόν να έχει κανείς ανασφάλιστους μετανάστες, χωρίς άδεια παραμονής, να εργάζονται στη γη του για ψίχουλα και να μην έχει καμία νομική συνέπεια για αυτό;

Να τους έχει, μάλιστα, να ζουν σε άθλιες συνθήκες, σε υπόστεγα σκεπασμένα με λαμαρίνες, με πλαστικά βαρέλια για μπάνιο/τουαλέτα ή στοιβαγμένους 18 μαζί μέσα σε βρωμερά χαμόσπιτα και να πληρώνουν και νοίκι για αυτά; Από τα 120 με 160 Ευρώ που παίρνει ο καθένας από τους μετανάστες, πρέπει να δώσει έως και 40 Ευρώ για το προνόμιο να ζει χωμένος σε μια τρώγλη.

Η εκμετάλλευση δε σταματά εκεί, καθώς υπάρχουν σε πολλά αγροκτήματα παράνομοι οίκοι ανοχής, όπου κρατούνται αιχμάλωτες αλλοδαπές κοπέλες νεαρής ηλικίας και εκδίδονται για 20 Ευρώ. Ούτε κουβέντα να γίνεται για άδειες παραμονής, άδειες λειτουργίας, υγειονομικές συνθήκες, δικαιώματα και αμοιβές των γυναικών, φυσικά.

Και όταν οι εργάτες έμειναν απλήρωτοι για ένα εξάμηνο και τόλμησαν να διεκδικήσουν τα χρήματά τους, τότε δέχθηκαν πυροβολισμούς. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους άλλους δύο κατηγορούμενους έχει ανασταλτικό χαρακτήρα μέχρι να εκδικαστεί η έφεσή τους. Οπότε αφέθηκαν ελεύθερα δύο άτομα που πυροβόλησαν και τραυμάτισαν 35 ανθρώπους, τέσσερις εκ των οποίων σοβαρά, με όπλα που κατείχαν παράνομα.

Όλα αυτά στην Ελλάδα του 2013 κι ενώ φυσικά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το φαινόμενο αυτό σταμάτησε από πέρσι. Αντίθετα, με αυτή την απαράδεκτη και απάνθρωπη δικαστική απόφαση σχεδόν νομιμοποιείται. Γιατί ενώ πριν υπήρχε απλά η ανοχή των τοπικών αρχών, τώρα υπάρχει επίσημα και η βεβαιότητα της ατιμωρησίας, ειδικά για τους ηθικούς αυτουργούς.

Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα νομιμοποιείται η δουλεία. Στην πατρίδα της δημοκρατίας, όπου 2.500 χρόνια νωρίτερα οι δούλοι είχαν περισσότερα δικαιώματα από ότι στις φυτείες της Αμερικής του 19ου αιώνα, η δουλεία νομιμοποιείται ξανά, με πολύ χειρότερους όρους.

Βλέπετε, στην αρχαία Αθήνα ο ιδιοκτήτης του δούλου ήταν υπόλογος για τη σωματική του ακεραιότητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο δούλος (οικέτης) έμενε στο σπίτι της οικογένειας που υπηρετούσε, έτρωγε στο ίδιο τραπέζι, συχνά είχε και την οικογένειά του μαζί.

Σήμερα όλα αυτά προφανώς δεν ισχύουν, οπότε έχουμε γυρίσει πίσω στη Λίθινη Εποχή. Εκτός αν προτιμάτε τον Αμερικάνικο Νότο του 1800.

Την ημέρα που κυκλοφόρησε η είδηση, ο τότε Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο γνωστός κ. Δένδιας, έσπευσε να κάνει μεγαλόσχημες δηλώσεις σχετικά με το πόσο απαράδεκτο ήταν το συμβάν και πως «δεν αντίκειται μόνο στη νομιμότητα, αλλά ευθέως στην ιδέα της ανθρωπότητας». Τους έκανε δε και τη χάρη να μην τους απελάσει. Αυτούς τους, όπως τους έχει αποκαλέσει σε άλλη στιγμή, «κακής ποιότητας» μετανάστες. Είναι αυτονόητο ότι θα ήταν αδύνατον να απελαθούν αν επρόκειτο η δίκη να μη γίνει από την πρώτη στιγμή παρωδία. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ αρνητικό επικοινωνιακά. Αντίθετα, μια μισό-καταδίκη ένα χρόνο αργότερα θα περνούσε πιο εύκολα. Ή τουλάχιστο έτσι πίστεψαν. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις ήταν έντονες, ενώ το θέμα απασχόλησε και διεθνή μέσα, όπως η Guardian. Έτσι για μια ακόμα φορά εκτεθήκαμε στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου. Για μια ακόμα φορά στιγματιστήκαμε ως χώρα ρατσιστική, οπισθοδρομική και απάνθρωπη. Για μια ακόμα φορά φανήκαμε ανάξιοι της ιστορικής μας κληρονομιάς.

Το χειρότερο είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο περισταστικό ή για τη δράση μιας νεο-ναζιστικής οργάνωσης. Πρόκειται για επίσημη απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, ομόφωνη μάλιστα (7 υπέρ, ο κατά), πράγμα που αποκλείει την έφεση. Εκτός και αν φωτίσει κάποιος την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ζητήσει επανάληψη της δίκης. Γιατί η ουσία της υπόθεσης μετά την αθώωση του παραγωγού είναι ξεκάθαρη: βρέθηκαν 200 αλλοδαποί χωρίς χαρτιά να εργάζονται ανασφάλιστοι σε συνθήκες δουλείας, έναντι κλάσματος του βασικού μισθού, να είναι μάλιστα απλήρωτοι και ο εργοδότης τους να μην είναι υπόλογος για όλα αυτά.

Και αν αυτό δεν είναι ντροπή για το δικαστικό σύστημα οποιουδήποτε κράτους, τότε δεν ξέρω τι είναι.

Δεν έχει καμία σημασία αν θεωρούμε ότι καλώς ή κακώς βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι εδώ. Είτε πρέπει να μείνουν, είτε πρέπει να φύγουν, δεν έχει κανείς δικαίωμα να τους εκμεταλλεύεται, γιατί κανείς δεν μπορεί να μεταχειρίζεται έτσι άλλους ανθρώπους, όποιο κι αν είναι το χρώμα ή η καταγωγή τους.

Το κερασάκι στην τούρτα είναι ασφαλώς η απόπειρα του κοινοβουλευτικού εκπρόσωπου της Νέας Δημοκρατίας, κ. Άδωνι Γεωργιάδη να δικαιολογήσει την απόφαση εντός και εκτός Βουλής. Δεν μας ενδιαφέρει, κ. Γεωργιάδη αν πιστεύετε ότι η απόφαση είναι ορθή επειδή ήταν ομόφωνη. Και 7000-0 να ήταν, πάλι θα ήταν απαράδεκτη και αδικαιολόγητη. Δεν μας ενδιαφέρει επίσης αν θέλετε οπωσδήποτε να κάνετε το ζήτημα πολιτικό, γιατί δεν είναι. Ούτε οι περισσότεροι σκεπτόμενοι κάτοικοι αυτής της χώρας ενδιαφέρονται για την κοντρίτσα σας με το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε κανένας εκτός των συνόρων.

Το μόνο που βλέπουν όλοι είναι μια χώρα όπου ο ρατσισμός και η εκμετάλλευση (γηγενών και μη) καλύπτεται και καλλιεργείται όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά και από την, ανεξάρτητη υποτίθεται, δικαιοσύνη. Αυτή την οποία για κάποιο λόγο θέλετε εσείς να υπερασπιστείτε, ακόμα και όταν λαμβάνει εξωφρενικές αποφάσεις. Αποδεικνύεται δε, ότι καταλαβαίνετε τόσα για τον ελληνικό πολιτισμό, όσα και όλοι οι ομοϊδεάτες σας του ακροδεξιού χώρου. Δηλαδή απολύτως τίποτα.

Νιώθω να με πιάνει ασφυξία. Από όλες αυτές τις ειδήσεις που μας μαυρίζουν την ψυχή. Και αναρωτιέμαι, προτού κατηγορήσουμε το Ισραήλ για τα εγκληματα που όντως διαπράττει και την αδιαφορία που δείχνει για την ανθρώπινη ζωή, μήπως πρέπει και εμείς να λογαριάσουμε πόση σημασία της δίνει η ίδια μας η χώρα; Ανθρώπους δεν καταστρέφουν μόνο τα βλήματα και οι βόμβες. Η καραμπίνα και το σφυρί του δικαστηρίου αρκούν.

 

Μουσικό Διάλειμμα #55

Advertisements

Το ναυάγιο

Φαρμακονήσι 2014

«Φύλαξη των συνόρων δεν μπορεί να υφίσταται αν δεν υπάρχουν απώλειες και, για να γίνω κατανοητός, αν δεν υπάρχουν νεκροί.»

-Θάνος Πλεύρης, πρώην βουλευτής ΛΑ.Ο.Σ., νυν βουλευτής ΝΔ και σύμβουλος Υπουργού Υγείας, 10-4-2011

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν, φυσικά, να νιώσω τη ντροπή που ακολουθεί όταν ακούω κάθε τέτοια είδηση. Δηλαδή κάθε είδηση, η οποία κάνει το γύρο του κόσμου και βάζει στη χώρα μου τη βούλα του ρατσισμού, της έλλειψης δημοκρατίας και της απουσίας σεβασμού απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ήθελα να γράψω, αλλά αποφάσισα να περιμένω, να το δω πιο ψύχραιμα, πιο αντικειμενικά.

Διαβάζοντας τις επίσημες δηλώσεις και παρακολουθώντας την αρθρογραφία και τα ρεπορτάζ που αναπόφευκτα ακολουθούν ένα τέτοιο γεγονός, αυτό που αποκόμισα είναι ότι η πόλωση έχει πια φθάσει σε επικίνδυνα επίπεδα. Όχι ότι η κυβέρνηση και τα σώματα ασφαλείας δεν έχουν εξαιρετικά βεβαρυμένο μητρώο στον τομέα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαβόητη δήλωση του κ. Πλεύρη παραπάνω είναι μόλις ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής η τωρινή, αλλά και οι προηγούμενες κυβερνήσεις της κρίσης.

Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ μήπως η αυτόματη καταδίκη των λιμενικών για το χαμό αυτών των ανθρώπων είναι σχεδόν εξίσου επικίνδυνη με αυτήν την απαξιωτική στάση. Πόσω μάλλον τη στιγμή που δε μιλάμε για κάτι που συνέβη στο κέντρο της Αθήνας, αλλά στη θάλασσα, χωρίς άλλους μάρτυρες πέρα από τους άμεσα εμπλεκόμενους.

Ας φανταστούμε λοιπόν, όσο γίνεται, ότι είμαστε στη θέση αυτών των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να πάρουν ό,τι μπορούσαν να σηκώσουν και να εγκαταλείψουν τη χώρα τους μαζί με τα παιδιά τους, να περάσουν παράνομα τα σύνορα γειτονικών χωρών με κίνδυνο της ζωής τους και να πέσουν στα χέρια λαθρεμπόρων, οι οποίοι τους πήραν ό,τι είχαν για να τους στοιβάξουν σε μια βάρκα. Όλα αυτά με την ελπίδα να καταφέρουν να μπουν στην Ευρώπη.

Μέσα στη θαλασσοταραχή, 30 άτομα σε μια βάρκα για 5-10, εντοπίζονται από σκάφος του Λιμενικού, στο οποίο άλλοι άνθρωποι προσπαθούν καθημερινά να φέρουν εις πέρας το καθήκον τους με πολύ περιορισμένα μέσα και σε δύσκολες συνθήκες.

Υπάρχει φόβος και ένταση και από τις δύο πλευρές. Η συνεννόηση είναι πολύ δύσκολη. Η βάρκα τελικά δένεται στο σκάφος με σκοπό τη ρυμούλκησή της. Ενδεχομένως προς την Ελλάδα, ίσως όμως και προς την Τουρκία, αν υπάρχουν σχετικές εντολές. Πιθανόν να υπάρχουν στην περιοχή και τουρκικά σκάφη. Ο καιρός είναι επικίνδυνος και η επιχείρηση πρέπει να ολοκληρωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Οι πρόσφυγες πάνω στη βάρκα αντιλαμβάνονται (είτε σωστά, είτε εσφαλμένα) ότι τους γυρίζουν πίσω. Επικρατεί πανικός. Σε κάποια στιγμή δύο άνθρωποι πέφτουν στη θάλασσα και ουρλιάζουν για βοήθεια. Οι υπόλοιποι προσπαθούν να βοηθήσουν, οι λιμενικοί προσπαθούν να τους σταματήσουν, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο. Η βάρκα αναποδογυρίζει.

Το τι επικρατεί τη στιγμή εκείνη είναι μάλλον αδύνατο να το φανταστεί κανείς, αν δεν το έχει ζήσει.

Αυτή δεν είναι απαραίτητα η πραγματικότητα, είναι όμως η καλύτερη εικασία που μπορώ να κάνω, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και τις λεπτομέρειες που μπόρεσα να μάθω ανεπίσημα. Πώς θα μπορούσε κανείς να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα υπό αυτές τις συνθήκες;

Το θέμα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο από τη στιγμή που το μόνο μέλημα της κυβέρνησης είναι να το κουκουλώσει, επειδή κατά πάσα πιθανότητα (όπως υποπτεύονται και διεθνείς οργανισμοί) έχει πέσει «γραμμή» να απωθούνται οι παράνομοι μετανάστες, ακόμα και αν πρόκειται για πρόσφυγες από χώρες σε εμπόλεμη κατάσταση.

Απορώ, δε, με το νόημα της δήλωσης του Υπουργού Ναυτιλίας, κ. Βαρβιτσιώτη: «Δεν μπορούν όλα αυτά να αποτελούν αντικείμενο χαζής εκμετάλλευσης, δεν πιστεύω ότι κανείς θέλει να ανοίξουμε τις πύλες και όλοι οι μετανάστες να απολαμβάνουν ασύλου στη χώρα». Τι σημαίνει αυτό; Έχουμε κλείσει, δηλαδή, τα σύνορα και αφήνουμε να περάσουν μόνο όσοι ξεφεύγουν; Μήπως τους γυρίζουμε πίσω αδιακρίτως, είτε δικαιούνται άσυλο στη χώρα μας, είτε όχι;

Φτάνει, όμως, με τις εικασίες. Πιστεύω ότι ο καθένας στο σημείο αυτό μπορεί να κρίνει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Ας μιλήσουμε για κάτι πιο απτό.

Όταν φθάνουμε στο σημείο να ασχολείται με το θέμα η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ  και να εκθέτει επίσημα τον προβληματισμό της για τις επαναπροωθήσεις, τότε δεν μιλάμε πια ούτε για πολιτική προπαγάνδα, ούτε για εικασίες. Υπάρχει καπνός άρα, σίγουρα, υπάρχει και φωτιά.

Και ο μόνος τρόπος είναι να γίνει επίσημη, διεξοδική έρευνα, ώστε να αποδοθούν ευθύνες εκεί που πρέπει και να μη γίνεται δίκη και καταδίκη δια βοής. Το κακό είναι ότι αυτού του είδους οι έρευνες στην Ελλάδα, όταν γίνονται, παίρνουν πολλά χρόνια.

Αυτό που μένει στην κοινή γνώμη είναι, συνήθως, αυτό που λέει η τηλεόραση και όταν πια βγουν οι τελικές αποφάσεις, σπανίως αποκτούν την ίδια δημοσιότητα με το εκάστοτε συμβάν. Ειδικά όταν η απόφαση δεν βολεύει τους κυβερνώντες. Ας πάρουμε το παράδειγμα της «ζαρντινιέρας«. Η τελική απόφαση που καταδίκασε τους δύο από τους οκτώ αστυνομικούς βγήκε πέρσι τον Ιανουάριο. Η υπόθεση ήταν του 2006. Πόσοι από αυτούς που καταδίκασαν επί τόπου το «τσογλάνι που θέλει και τα ρέστα» έμαθαν τελικά την έκβαση της ιστορίας;

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα και μια υπόθεση, η οποία δεν έχει κλείσει ακόμα οριστικά, είναι εκείνη του εμπρησμού της Marfin. Πόσοι έμαθαν ότι τον περασμένο Ιούλιο καταδικάστηκαν τρία στελέχη της τράπεζας, μεταξύ των οποίων και ο διευθύνων σύμβουλος για ανθρωποκτονία κατά συρροήν και βαριά σωματική βλάβη από αμέλεια; Η υπόθεση ξεκίνησε το 2010 και η δεύτερη δίκη, για τους δράστες αυτή τη φορά, έχει πάρει αναβολή για το Μάιο.  Σωτήριον έτος 2014 κι έχουμε μέλλον ακόμα.

Στην Ελλάδα, όπου η Δικαιοσύνη κωλυσιεργεί αντικαθίσταται από τους γνωστούς τηλε-εισαγγελείς. Οι εντυπώσεις μένουν και οι τελικές αποφάσεις περνούν «στα ψιλά». Δίκαιοι και άδικοι διασύρονται και κατηγορούνται, ώστε να ικανοποιηθεί το αίσθημα δικαίου του λαού και οι δημοσιογράφοι, ως Ρωμιοί αυτοκράτορες, κρίνουν την ενοχή ή την αθωότητα όποιου τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Είτε είναι όργανο της τάξης, είτε αναρχικός, είτε πρόσφυγας, είτε αυτόχειρας, είτε πολιτικός, είτε τρομοκράτης. Οι λέξεις και οι χαρακτηρισμοί χάνουν το νόημα και την αξία τους, γίνονται ένα κουβάρι, μέχρι που το κοινό να υπνωτιστεί εντελώς και να εξαπολύει μύδρους εναντίον όποιου φέρει μπροστά του το καρουζέλ του τηλεδικαστηρίου. Τη μία εβδομάδα είναι ο βρωμερός λαθρομετανάστης, την άλλη ο αδίστακτος φασίστας, την επόμενη ο άπλυτος αναρχικός.

Έτσι θολώνει το τοπίο και ξεχνάμε, μεταξύ άλλων, τι σημαίνει «πρόσφυγας» και τι «μετανάστης». Αν πιστέψουμε τον Πρετεντέρη, οι πρόσφυγες από τη Συρία και το Αφγανιστάν είναι κάποιοι μουρλοί που αποφασίζουν, αντί να κάνουν ράφτινγκ στην πατρίδα τους, να πάρουν τα παιδιά τους και να τα βάλουν Γενάρη μήνα σε μια βάρκα για να κάνουν βόλτα στο Αιγαίο. Οι νεκροί από την αρχή του πολέμου στη Συρία αριθμούν τους 100.000 περίπου. Τα νεκρά παιδιά υπολογίζονται σε 11.000. Μήπως λοιπόν, ελεεινέ τηλε-δικαστή, οι άνθρωποι αυτοί μπήκαν στη βάρκα για να σώσουν τα παιδιά τους;

Κάποτε, μετά τον «συνωστισμό» της Σμύρνης, οι Μικρασιάτες πέρασαν απέναντι στην πατρίδα με βάρκες. Τότε, πολλοί νοικοκυραίοι τους αποκαλούσαν «τουρκόσπορους», ξεχνώντας ότι ήταν Έλληνες οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, πλήρωναν το τίμημα της έπαρσης των Αθηνών. Είμαι βέβαιος ότι ο κ. Πρετεντέρης θα είχε πολλά να γράψει και για αυτούς τους πρόσφυγες και ότι θα έβρισκε πρόθυμο κοινό μεταξύ των φιλήσυχων νοικοκυραίων.

«Ποιος φταίει; Εμείς; Όχι, αυτοί». Ο Πρετεντέρης και όλοι οι «πρετεντέρηδες» αυτού του τόπου ξέρουν: ήταν μέσα στη βάρκα όταν αναποδογύριζε, ήταν μέσα στη Marfin όταν πυρπολήθηκε, ήταν λίγα μέτρα μακριά από τον Γρηγορόπουλο όταν τον πυροβόλησαν, ήταν στις Σκουριές όταν η Αστυνομία άνοιγε τα σπίτια του κόσμου, ήταν μπροστά στους ληστές που δεν τους βασάνισαν, ήταν και είναι παντού.

Στο Φαρμακονήσι χάθηκαν 12 άνθρωποι. 3 γυναίκες και 9 παιδιά. Ο κ. Πρετεντέρης, όμως, δε δέχεται την ευθύνη, λες και του αποδόθηκε προσωπικά, λες και είναι κυβερνητικός εκπρόσωπος. Ή μήπως τελικά είναι;

Κανένας δε σε ρώτησε τι δέχεσαι και τι δε δέχεσαι, κ. Πρετεντέρη. Οφείλεις, όταν χάνονται οι ζωές εννέα παιδιών, αν μη τι άλλο, να σιωπάς. Αν δεν έχεις να πεις μια ανθρώπινη κουβέντα, αν δεν μπορείς να κάνεις ένα τυπικό, έστω, σχόλιο το οποίο δεν προσβάλλει αθώους νεκρούς ανθρώπους, αν δεν μπορείς να πεις κάτι χωρίς να αποδώσεις ή να αρνηθείς ευθύνες, τότε βούλωστο επιτέλους.

Ποιος φταίει; Αυτοί; Όχι, εμείς. Εμείς τους δίνουμε το δικαίωμα να δικάζουν καθημερινά, επειδή εμείς τους δίνουμε τηλεθέαση και αξία. Του Πρετεντέρη και όλων των ομοίων του.

Στο Φαρμακονήσι χάθηκαν 12 ζωές. Το μεγάλο, διαρκές ναυάγιο σε αυτή τη χώρα, ωστόσο, είναι το ναυάγιο του δικαίου.

Μουσικό Διάλειμμα #50

Πωλείται Έλληνας σε τιμή ανθρωπιάς

Φιλοξενία στην Αμυγδαλέζα

«Κόλαση στην Αμυγδαλέζα» έγραψαν στα blog και είπαν (;) στις ειδήσεις. Οι μετανάστες, αλλοδαποί, φιλοξενούμενοι, κρατούμενοι, (πες τους όπως θέλεις) επιτέθηκαν «απρόκλητα» στους αστυνομικούς και εξεγέρθηκαν, βάζοντας φωτιές. Κάποιοι δραπέτευσαν, μάλιστα. Από το Κέντρο Φιλοξενίας. Ξέρεις, είναι όπως στις ταινίες που ο κακός πάντα λέει στο θύμα του ότι το «φιλοξενεί». Για τέτοια φιλοξενία μιλάμε.

Αλήθεια, αναρωτιέμαι πόσο «απρόκλητη» μπορεί να είναι μια επίθεση ενός «φιλοξενούμενου» επί μήνες σε κοντέινερ, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς κλιματισμό με θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών υπό σκιάν. Έχεις δοκιμάσει ποτέ να μείνεις σε κοντέινερ που το ψήνει ο ήλιος όλη μέρα; Έτσι, από περιέργεια. Στο αυτοκίνητο να μπεις, που μένει μισή ώρα στο πάρκινγκ κάτω από τον ήλιο, δεν αντέχεις χωρίς κλιματισμό.

Ξέρω ότι πολλοί λένε, (κάποιοι το γράφουν και στο Facebook για να τους θαυμάζουν), «άντε μωρέ με τους Πακιστανούς, είχαν και στο χωριό τους κλιματισμό» ή «τους ταΐζουμε, τους ποτίζουμε, τους πληρώνουμε και πάνε και τα καίνε από πάνω» ή «να πάνε πίσω στη χώρα τους αν δεν τους αρέσει». Τόσο πολύ τους αρέσει που όταν τους είπαν ότι θα τους κρατάνε στην Αμυγδαλέζα άλλους έξι μήνες (έως 18 στο σύνολο) τα έκαψαν από τη χαρά τους.

Στις εφημερίδες και στα blog έγραψαν «Τουλάχιστον 10 αστυνομικοί τραυματίες κατά τα επεισόδια στην Αμυγδαλέζα». Για τους «λαθρό» ούτε κουβέντα. Αλλά είναι λαθραίοι αυτοί, δεν έχουν ανθρώπινη υπόσταση, δεν έχουν ταυτότητα, μαυριδερά «νομιστεράκια» είναι. Όπως λένε και στην Αμερική «non-people».

Είναι, άραγε, τόσο άρτια και άψογη στις επιχειρήσεις της η ΕΛ.ΑΣ. ώστε μεταξύ των μεταναστών, που πετούσαν πέτρες και έκαιγαν στρώματα και «οικίσκους» (έτσι λέγεται πολιτικά ορθώς το κοντέινερ) μέσα στη νύχτα δεν άνοιξε ούτε ρουθούνι; Ούτε ένας τραυματίας; Καμία αστυνομία στον κόσμο δεν μπορεί να είναι τόσο τέλεια στην καταστολή μιας εξέγερσης. Γιατί, λοιπόν, δεν αναφέρεται πουθενά πόσοι κρατούμενοι τραυματίστηκαν κατά την επιχείρηση; Επειδή δεν είναι άνθρωποι, είπαμε. Οπότε και να σκοτώθηκαν μερικοί, μικρό το κακό. Ποιος θα νοιαστεί να ρωτήσει, ποιος θα το μάθει;

Η αλήθεια είναι ότι η «φιλοξενία» στην Αμυγδαλέζα, όπως και σε οποιοδήποτε τόπο κράτησης κοστίζει. Και η χώρα μας δεν έχει περιθώρια για περιττά έξοδα. Άκου, όμως, ποιο είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει επιλογή για αυτούς τους ανθρώπους. Ή θα τους αφήσουμε να τριγυρνούν σαν την άδικη κατάρα σε μια χώρα που έχει γίνει πια αφιλόξενη ακόμα και για τους ίδιους της τους πολίτες, τους νόμιμους και ασπριδερούς ή θα τους στείλουμε πίσω.

Και, όσο και να το θέλουν πολλοί, δεν γίνεται να τους βάλουμε σε ένα καράβι και να τους γυρίσουμε από εκεί που ήρθαν. Κανένας δε θα τους δεχθεί. Άρα είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνει νόμιμα και για την οποία το κράτος αρνείται να μεριμνήσει ώστε να γίνεται όσο το δυνατόν ταχύτερα. Δε θέλει να πιέσει τους εταίρους μας να επανεξετάσουν τις συνθήκες που έχουν υπογραφεί και έχουν μετατρέψει τη χώρα σε φράγμα όλης της Ευρώπης για τους μετανάστες. Δε θέλει να οργανωθεί και να εκμεταλλευτεί τα υφιστάμενα κονδύλια της Ε.Ε. και τους μηχανισμούς για να διευκολύνει την κατάσταση.

Προτιμά να στοιβάζει ανθρώπους σε κοντέινερ σαν ανεπιθύμητο εμπόρευμα και να τους αφήνει στη μοίρα τους,

Όλα αυτά έχουν ένα τίμημα, όμως. Αν αποφασίσουμε ότι δεν αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι να έχουν αξιοπρεπή μεταχείριση τότε αυτομάτως τους κοστολογούμε. «Δεν αξίζεις 5 Ευρώ (ή 10 ή 15) τη μέρα, φίλε μου, λυπάμαι.» Τη στιγμή που θα βάλεις ταμπελάκι με τιμή στη ζωή του οποιουδήποτε, αυτομάτως έχεις αποδεχθεί και ένα αντίστοιχο για τη δική σου τη ζωή. Ενδεχομένως να είναι λίγο ανεβασμένη η αξία σου, ως λευκού ανθρώπου γεννημένου στη χώρα που έδωσε τον πολιτισμό στον κόσμο. Αλλά μη φανταστείς ότι είσαι και πολύ ακριβός. Έχουμε κρίση, άλλωστε.

Μην ξεχνάς ότι και ο Ευρωπαίος που σε «πληρώνει» (ή έτσι του λένε, πως πληρώνει εσένα, τον ακαμάτη Έλληνα) έχει κι αυτός τα προβλήματά του. Πόσο ακόμα θα σε «συντηρεί» νομίζεις;

Και το πιο σημαντικό, ξέρεις, είναι ότι όσο πέφτει η τιμή σου, τόσο πιο εύκολα θα σε ξεπουλήσουν κι εσένα και τη χώρα σου, όταν έρθει η ώρα. Ο Έλληνας που είναι τεμπέλης, κλέφτης και άχρηστος είναι και ρατσιστής από πάνω. «Πάρτον, δε βαριέσαι, θα σου δουλεύει τσάμπα.»

Κακομοίρη μου, όσο-όσο θα σε δώσουν, να το ξέρεις.

Μουσικό Διάλειμμα #37

Η νύχτα της Κρουστάλλως

Απογοήτευση. Πίκρα. Θυμός. Πιστεύαμε πραγματικά, κάποιοι από εμάς τουλάχιστον, ότι ήμασταν ως λαός καλύτεροι από αυτό το χάλι. Όμως, έφθασαν λίγα μόλις χρόνια οικονομικής κρίσης για να διαλύσουν ανελέητα τις όποιες αυταπάτες μπορεί να τρέφαμε ως Έλληνες.

Ναι, είμαστε ανοργάνωτοι, της τελευταίας στιγμής, επιπόλαιοι, ενίοτε και ανεύθυνοι. Ναι, υπάρχει μεγάλη έλλειψη παιδείας και κοινού νου. Ναι, είμαστε συναισθηματικοί και παρορμητικοί και αφήνουμε συχνά το θυμικό μας να παίρνει τις αποφάσεις για μας.

Αυτά τα γνωρίζαμε πολύ καλά. Έτσι λανσαρίστηκε, εξάλλου, ο Νεοέλληνας στους ξένους: ως κινηματογραφικός Ζορμπάς που δε δίνει μία και το ρίχνει στο συρτάκι ό,τι και να γίνει.

Αυτό δείχναμε στους «ξενέρωτους» τους Άγγλους που έρχονται μαζικά στην Ελλάδα για να γίνουν λιώμα και στους «αχώνευτους» Γερμανούς που παρελαύνουν με το περίφημο σανδαλάκι και τη λευκή καλτσούλα σε ταβέρνες και παραλίες.

Και αφού μέσα στην ανέμελη ζορμπαδοσύνη μας αφήσαμε τα κλειδιά της χώρας στα χέρια προδοτών, καιροσκόπων ή απλά ηλιθίων (διαλέξτε εσείς όποιο προτιμάτε περισσότερο), τώρα που φθάσαμε στο χείλος του γκρεμού ξαφνικά σταματήσαμε το συρτάκι.

Τι έγινε ρε παιδιά;

Πάνω που είχαμε σηκώσει (κι άλλο) τα μανίκια και ετοιμαζόμασταν να δείξουμε στους κυβερνώντες ποια ακριβώς είναι η άποψή μας για τη διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία 40 χρόνια, κάποιος μας έδωσε ένα στειλιάρι και μας έδειξε έναν Πακιστανό στη γωνία.

«Αυτός φταίει». Και καθώς μείναμε αποσβολωμένοι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει, είδαμε άλλους ανέμελους πρώην ζορμπάδες να τον σαπίζουν στο ξύλο.

Στην αρχή πολλοί δεν το πίστευαν. Όταν έμπαιναν οι Χρυσαυγίτες δέκα-δέκα στον ηλεκτρικό βρίζοντας και δέρνοντας όποιον μαυριδερό έβρισκαν μπροστά τους, ορισμένοι το αμφισβητούσαν. «Δεν γίνονται αυτά», «ψέματα είναι». Τόσο σίγουροι ήμασταν.

Μετά άρχισαν τα μαχαιρώματα. Και πάλι ήταν «υπερβολές» και «μεμονωμένα περιστατικά». Παράλληλα, όμως, καταπίναμε αμάσητα τα αναρίθμητα δημοσιεύματα για ληστείες και βιασμούς από μετανάστες. Ακόμα και όταν αποκαλυπτόταν ότι επρόκειτο για περιστατικά είτε εντελώς φανταστικά, είτε διετίας και πάνω.

Δε λέω ότι δε γίνονται εγκλήματα. Πώς να μη γίνονται όταν το ανύπαρκτο ελληνικό κράτος έχει αφήσει επί δύο δεκαετίες να στοιβαχτούν στην Ελλάδα τόσοι άνθρωποι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα; Οι απόλυτοι αριθμοί, όμως, δεν αμφισβητούνται. Τα εγκλήματα εγχώριας «παραγωγής» παραμένουν περισσότερα από εκείνα των μεταναστών.

Αλλά δεν ακούμε, ούτε διαβάζουμε πια για αυτά.

Δε λέω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Υπάρχει και είναι κοινωνικό, οικονομικό και ανθρωπιστικό. Αλλά δεν είναι το μόνο. Δεν είναι καν το κυριότερο, όπως θέλει απεγνωσμένα να μας πείσει ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης.

Γιατί εκτός από κατευθυνόμενο ανθρωπάκι, ο κ. Δένδιας είναι και ανιστόρητος. Θα ήθελα να τον πληροφορήσω, λοιπόν, ότι η κάθοδος των Δωριέων (με την οποία παραλληλίζει την εισβολή των μεταναστών), όχι μόνο δεν κατέστρεψε την Ελλάδα, αλλά γέννησε την αρχαία Σπάρτη, η οποία στη συνέχεια έσωσε τον ελληνισμό από τους Πέρσες. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Κάπως έτσι φθάσαμε στο σημείο να συγκεντρώνονται μπουλούκια Χρυσαυγιτών και να σπάνε πάγκους μικροπωλητών σε πανηγύρια. Χωρίς αντίδραση και χωρίς να επεμβαίνει ο νόμος. Γιατί, ως γνωστόν, οι παράνομοι μικροπωλητές καταστρέφουν την ελληνική οικονομία με τα εκατομμύρια μαύρων Ευρώ που διακινούν.

Ρίξτε μια ματιά στο λήμμα της Βικιπαίδειας για τη Νύχτα των Κρυστάλλων στη ναζιστική Γερμανία και πείτε μου με το χέρι στην καρδιά ότι δε σας ανησυχεί καθόλου αυτό που βλέπετε να γίνεται εδώ σήμερα.

‘Όχι ότι κινδυνεύει ο κόσμος από την άνοδο του Μιχαλολιάκου και της παρέας του. Εδώ δε μπορούμε να κυβερνήσουμε το σπίτι μας, όχι να κατακτήσουμε την υφήλιο. Κινδυνεύει, όμως, η ίδια η Ελλάδα.

Κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο όχι πια μόνο ως χώρα τεμπέληδων, αλλά και ως χώρα ρατσιστών όπου δεν υπάρχει νόμος και όπου τίποτα δε λειτουργεί. Ιδανικός τόπος για διακοπές, δε νομίζετε;

Έτσι θα ξυπνήσουμε μια μέρα σε μια χώρα τριτοκοσμική όπου, όπως είναι επόμενο, οι γνήσιοι ιθαγενείς πληρώνονται ψίχουλα για να εργάζονται έξι μέρες την εβδομάδα επί 13 ώρες. Και ψοφάνε σωρηδόν στα νοσοκομεία επειδή δεν έχουν φάρμακα. Αλλά μετανάστες δε θα έχουμε πια.

Πιστέψαμε ότι οι Έλληνες δε θα έπεφταν τόσο χαμηλά, ότι είμαστε ένα είδος φωτισμένης ράτσας που δεν υποκύπτει στην τυφλή βία. Λάθος. Ο κανόνας που θέλει την άνοδο του φασισμού σε χώρες που βρίσκονται σε οικονομική και κοινωνική κρίση δεν κάνει εξαιρέσεις ούτε για τους Ζορμπάδες.

Αλλά εγώ θα σας πω να πάνε στα κομμάτια και οι μετανάστες, αν το θέλετε έτσι. Ας μιλήσουμε για μας, τους «καθαρόαιμους» Έλληνες, μόνο για το δικό μας το τομάρι. Έχετε σκεφθεί ποτέ ποιον εξυπηρέτησε πραγματικά η άνοδος της Χρυσής Αυγής;

Με την εμφάνιση των φασιστών στο προσκήνιο το σύστημα απλά και αποτελεσματικά έστρεψε την δικαιολογημένη οργή του κόσμου προς τα πιο εύκολα θύματα.

Παράλληλα, όσοι δεν τσίμπησαν το δόλωμα ασχολούνται με την ίδια τη Χρυσή Αυγή, αντί να αντιδρούν κατά της άθλιας κυβέρνησης που απλά συνεχίζει το καταστροφικό έργο των προηγουμένων.

Είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο, οι φασίστες αποτελούν ένα εξαιρετικό πιόνι στα χέρια του ίδιου σάπιου συστήματος που συνεχίζει ανενόχλητο να αναπαράγεται, ενώ ετοιμάζεται να περάσει τα πλέον αντιδημοκρατικά μέτρα που έχει γνωρίσει αυτός ο τόπος μετά την Κατοχή.

Και μετά μας φταίνε μόνο οι Γερμανοί.

Μουσικό Διάλειμμα #23

Συνεχίστε να αποστρέφετε το βλέμμα…

Κάτι χάσαμε…

Θυμάμαι μια από τις καλύτερες σκηνές μιας πολυαγαπημένης ταινίας, όπου ο βασιλιάς μόνος με τον υπασπιστή του αναπολεί το χαμένο μεγαλείο της χώρας του και αναρωτιέται εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν το τέλος, πως πήραν τα πράγματα αυτήν την εφιαλτική τροπή. «Πως φθάσαμε ως εδώ;»

Εμείς, αλήθεια, πως φθάσαμε ως εδώ;

Έχω επιχειρήσει να βρω πολλές φορές μια εξήγηση, όπως και πολλοί άλλοι άλλωστε, τα τελευταία δύο και πλέον χρόνια. Είναι μια ερώτηση που επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, έχει στοιχειώσει πια καθώς γυρνά εδώ κι εκεί και αδυνατεί να βρει μια απάντηση. Ίσως επειδή δεν υπάρχει μία απάντηση…

Φταίει η νοοτροπία, φταίνε τα γονίδια, φταίει το διεφθαρμένο κατεστημένο, φταίει η Τουρκοκρατία, φταίει η έλλειψη παιδείας, φταίει το αδηφάγο διεθνές τραπεζικό σύστημα, φταίνε οι εταίροι μας στην Ευρώπη που μόνο ως τέτοιοι δε φέρθηκαν…

Αν εξαιρέσουμε τη γελοία, κατά τη γνώμη μου, «γονιδιακή» εξήγηση όλα τα υπόλοιπα στέκουν. Το μόνο που διαφέρει είναι το μίγμα των αιτίων που προτιμά και αποδέχεται ο καθένας. Με την απαραίτητη διευκρίνηση ότι, σε τελική ανάλυση, το κακό θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς λόγω της αδυναμίας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος να λειτουργήσει με ορθολογικό, βιώσιμο τρόπο.

Αν αμφιβάλλετε αρκεί να ρίξετε μια ματιά στην Ισπανία και τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται, όντας πιο οργανωμένη και «συμμαζεμένη» δημοσιονομικά αλλά και υγιέστερη οικονομικά από τη χώρα μας.

Παρόλα αυτά, όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν ότι τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πάνε καθόλου καλά εδώ και χρόνια, πολλά χρόνια, όχι τα δύο της κρίσης, ούτε καν τις τέσσερις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται πολύ πιο πίσω στο χρόνο.

Πως φθάσαμε ως εδώ;

Είμαστε, ως Έλληνες, υπερήφανοι για τα επιτεύγματα των αρχαίων προγόνων μας. Και πως να μην είμαστε, εφόσον η αρχαία Ελλάδα έβαλε τα θεμέλια του Δυτικού πολιτισμού και η ιστορία μας αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Τι σημαίνει, όμως, αυτό για εμάς σήμερα;

Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι είμαστε οι θεματοφύλακες του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Σκεφθήκαμε ποτέ, όμως, ότι αυτό δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά τεράστια ευθύνη;

Και ‘γω είμαι υπερήφανος για τον παππού μου που πολέμησε το ’40 για να κρατήσει το φασισμό* μακριά από την Ελλάδα. Αλλά δε μου χρωστά κανένας τίποτα για αυτό, δε θα κριθώ με βάση τις πράξεις του. Αν εγώ ο ίδιος δεν επιδείξω ένα ίχνος αξίας ως άνθρωπος, δεν δικαιούμαι να χρησιμοποιώ ως βάθρο προσωπικής ανάδειξης το ένδοξο παρελθόν του τόπου μου.

Μπορώ να το ξεσκονίζω, να το φροντίζω ώστε όσοι έρχονται να το θαυμάζουν και να το απολαμβάνουν όσο το δυνατόν καλύτερα. Αν, όμως, δεν μπορώ να σκαρφαλώσω το βάθρο αυτό, δεν θα είμαι τίποτα παραπάνω από έναν έφορο μουσείου. Όχι ότι έχει κάτι κακό το επάγγελμα. Αλλά κανένας δεν πάει στο μουσείο για να δει τον έφορο.

Και καμία χώρα με ζωντανούς κατοίκους δεν μπορεί να είναι μόνο μουσείο. Ούτε μόνο πλαζ. Ούτε μόνο πατρίδα μεταναστών. Είτε εισερχομένων, είτε εξερχομένων.

Κάτι χάσαμε στην πορεία, αδέρφια. Κάτι πολύ σημαντικό. Και αύριο θα σας πω τι.


* Τον ξενόφερτο, τον ιταλικό δηλαδή. Δεν τον χρειαζόμασταν, είχαμε ήδη τον δικό μας. Μεταξύ μας, Μεταξάς.

Μουσικό Διάλειμμα #20

Théoden: «Who am I, Gamling?»

Gamling: «You are our King, sire.»

Théoden: «And do you trust your king?»

Gamling: «Your men, my lord, will follow you to whatever end.»

Théoden: «To whatever end…»

Théoden: «Where is the horse and the rider. Where is the horn that was blowing.»

Théoden: «They have passed like rain on the mountains. Like wind in the meadow. The days have gone down in the west. Behind the hills, into shadow.»

Théoden: «How did it come to this…»