Πολύ σκληρός για να αποφασίσει

Jesus facepalm

Τους βαρέθηκα.

Όχι μόνο εγώ, φυσικά, αλλά κι εγώ μαζί με εκατομμύρια άλλους. Τα κανάλια βρήκαν και έναν κομψό όρο για να μας χαρακτηρίσουν. Είμαστε, λέει, «σκληροί αναποφάσιστοι». Για την ακρίβεια, ο όρος δεν είναι και πολύ νέος. Ο κόσμος απλά σκλήρυνε και το δημογραφικό σύνολο αυξήθηκε. Και το «σκλήρυνε» δε λέει και πολλά: ο Έλληνας μάλλον έμεινε από εναλλακτικές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε. Όχι μόνο στη διαπραγμάτευση. Με δεδομένη την ακραία στάση της Γερμανίας που ξεπέρασε κάθε όριο θράσους και μας πρότεινε να βγούμε για λίγο, να υποστούμε όλες τις συνέπειες ενός GRexit και μετά να επιστρέψουμε στη μέγγενη του Ευρώ, η αποτυχία ήταν σχεδόν βέβαιη, πέρα από την απειρία και τους όποιους άστοχους χειρισμούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε επειδή δεν έκανε ούτε το ελάχιστο απ’ όσα θα περίμενε κανείς. Αν, ας πούμε το άνοιγμα της ΕΡΤ θεωρηθεί ως μια χαρακτηριστική κίνηση της κυβέρνησης, τότε αυτό που έκανε γενικά ήταν να διορθώσει ένα λάθος με άλλο ένα λάθος.

Το όνειρο του διαχωρισμού κράτους-Εκκλησίας, το οποίο φυσικά και θα απέφερε μεγάλο δημοσιονομικό όφελος στο κράτος και το οποίο είναι κάτι που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς από την «πρώτη φορά Αριστερή» κυβέρνηση, πέθανε πολύ νωρίς, πριν από τις τελευταίες εκλογές. Αλλά ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης; Συνειδητοποιούμε, βέβαια, ότι το δεύτερο μάλλον προσέκρουσε στις δεξιές ευαισθησίες του Πάνου Καμμένου, όπως ίσως και αρκετά άλλα. Τον καταλαβαίνω, βέβαια, τον Πάνο. Αν ήμουν γυναίκα και ήταν η μόνη μου επιλογή από το «ισχυρό» φύλο, μάλλον θα άλλαζα στρατόπεδο. Πρέπει κι αυτός να προστατέψει λοιπόν την υφαλοκρηπίδα του.

Ούτε καν στο μείζον θέμα του μεταναστευτικού δεν έγινε κάτι. Εκτός από το ότι μάθαμε πως οι πρόσφυγες από τη Συρία έρχονται για να λιαστούν στην Ελλάδα. Ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κλείσιμο των συνόρων δεν είναι λύση. Λύση, όμως, δεν είναι και η απόλυτη απραξία.

Η ουσία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό, με μόνη λαμπρή εξαίρεση τη συνετή στάση που εμπόδισε περαιτέρω μέτρα κατά της Ρωσίας από την ΕΕ, συμβάλλοντας ίσως έτσι στο να μη περάσουμε το πιο θερμό καλοκαίρι από καταβολής κόσμου. Ο κίνδυνος δεν απετράπηκε εντελώς, βέβαια. Όσοι ενδιαφέρονται να εξαφανιστεί αυτό το περίεργο δίποδο που καταπατεί τον θαυμαστό γαλάζιο μας πλανήτη θα έχουν κι άλλες ευκαιρίες για να πραγματοποιηθεί η ευχή τους.

Η ΝΔ ξεφορτώθηκε την ακροδεξιά πέτρα που είχε γύρω από το λαιμό της τα τελευταία χρόνια. Οποιοσδήποτε ακολουθούσε τον Αντώνη Σαμαρά, με εξαίρεση τα φασιστοειδή πουλέν Βορίδη και Γεωργιάδη, θα ήταν βελτίωση. Και βέβαια ο ακροδεξιός πυρήνας βρίσκεται ακόμα εκεί, δίπλα-δίπλα με τον παλιό, καλό παλαιοκομματικό μηχανισμό της ΝΔ. Αλλά ο Βαγγέλας δεν κάνει για πρωθυπουργός, παιδιά, ούτε καν των νησιών Φερόες. Και ποιος κάνει, θα μου πείτε. Ας αλλάξουμε κατηγορία, να πάμε…

ΠΑΣΟΚ. Φώφη Γεννηματά. Ο πατέρας της θα γυρίζει στον τάφο του με αυτά που βλέπει. Στο ΠΑΣΟΚ του ’80 έλυναν το πρόβλημα των πιο αξιοπρεπών στελεχών ξεκάνοντάς τους. Όχι, δεν εννοώ τον Κουτσόγιωργα. Το αποτέλεσμα αυτής της παρά φύσει επιλογής είναι καταφανές σήμερα. Και δε μου λείπει ο Βενιζέλος, καθόλου. Από πολλές απόψεις έμοιαζε με μια παραφουσκωμένη εκδοχή του Ανδρέα. Ικανότατος, δεινός ρήτορας, πανέξυπνος, χωρίς τη χαρισματικότητα του Παπανδρέου, αλλά με εξίσου έντονη επιθυμία να κυβερνήσει και να κάνει καλό μόνο στον εαυτό του. Και να προσφέρει πλήρη ασυλία σε κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά θα βάλει το χέρι της στο μέλι. Στην περίπτωση αυτή η Φώφη αποτελεί βελτίωση υπό την έννοια ότι μπορεί επιτέλους να στείλει το ΠΑΣΟΚ στο τελευταίο του ραντεβού με την Ιστορία.

ΚΚΕ. Μιας και μιλάμε για Ιστορία να πάμε και στο πλέον ανιστόρητο κόμμα της ελληνικής Βουλής, το οποίο ακόμα μουρμουράει μέσα από τα δόντια του όταν αναφέρεται ο Στάλιν και ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι το μοναδικό καθαρό «πρότυπο» του μοντέλου που υποστηρίζει είναι η Βόρεια Κορέα. Και μπορεί ο κ. Κουτσούμπας να μην είναι τόσο αχώνευτος όσο ο Κιμ Γιόνγκ-ουν, αλλά αυτό ποσώς θα μας ενδιαφέρει αν ποτέ πραγματοποιηθεί το απόλυτα απευκταίο ενδεχόμενο, ακόμα και για το ίδιο το ΚΚΕ: όχι να ανέβει η Χ.Α., αλλά να κυβερνήσει το ίδιο.

ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. Πώς μ’αρέσει η ειρωνεία. Να διαλύεις ένα κόμμα και να βγάζεις το δικό σου που αποσχίστηκε ΕΝΟΤΗΤΑ. Ο Λαφαζάνης είναι, αν μη τι άλλο, σπουδαίος κωμικός. Η δεύτερη απόδειξη είναι ότι συνεργάζεται με τη Ζωή.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα

ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ. Ο Βασίλης Λεβέντης τώρα δικαιώνεται. Σκεφθείτε λίγο τις αφίσες του, που κόσμησαν την Αθήνα σε αυτή την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη προεκλογική περίοδο που μας φόρτωσαν. Η ερώτηση που πρέπει να γίνει είναι: πού βρέθηκαν τα λεφτά; Ο κ. Λεβέντης αναζητούσε επί 20 χρόνια σπόνσορα, χτυπώντας την πόρτα σχεδόν κάθε επιχείρησης του Λεκανοπεδίου. Εκτός κι αν βρήκε την κρυψώνα του Γιωργάκη «λεφτά υπάρχουν», κάποιος άλλος πρέπει να ενδιαφέρθηκε να τον στηρίξει. Αναρωτιέμαι τι να λέει ο ΣΚΑΙ για αυτό.

ΑΝΕΛ. Α ναι είναι και αυτοί. Η συνεισφορά τους στην απραξία και αναποτελεσματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα τα επίπεδα ήταν καθοριστική. Είμαι βέβαιος ότι ο λαός θα τους δώσει τη θέση που τους αξίζει.

ΠΟΤΑΜΙ. Άφησα το Ποτάμι για το τέλος. Σε ένα γενικά εύστοχο κείμενό του ο κ. Γεωργακόπουλος περιγράφει γλαφυρά την πολιτική κατάσταση της χώρας. Εκεί που, για μένα, το χαλάει αρκετά είναι το Ποτάμι. Ιδέα δεν έχει λέει ο συνάδελφος blogger (ναι, γράφω πλέον μια φορά το δίμηνο και είμαι και blogger, τρομάρα μου) γιατί δεν πάει καλά το Ποτάμι. Επιτρέψτε μου να σας διαφωτίσω, λοιπόν. Το Ποτάμι δεν μετακινείται από το 6% επειδή οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονται τον Σταύρο Θεοδωράκη. Γνωρίζουν τις στενές του σχέσεις με την οικογένεια Παπανδρέου (και Σημίτη) κατά το παρελθόν, όπως και τις πολύ πιο στενές του σχέσεις με τον κ. Μπόμπολα. Βλέπετε, για το χάλι που έχουμε σήμερα δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί και οι πολίτες που τους ψήφιζαν, αλλά σε εξίσου μεγάλο βαθμό και το καρτέλ των ΜΜΕ, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια κατευθύνει συστηματικά την κοινή γνώμη. Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που εγώ δεν ρίχνω το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στον Έλληνα πολίτη για το χάος που συστηματικά παραλαμβάνει κάθε κυβέρνηση από το 1981 και μετά.

Στην Ελλάδα σήμερα και οι τέσσερις εξουσίες είναι χωμένες στη διαφθορά και το έργο του Τύπου είναι να κατευθύνει τα πρόβατα στον επόμενο λύκο. Αυτό, λοιπόν, είναι το πρόβλημα του Ποταμιού. Και επειδή εγώ και πολλοί άλλοι δεν έχουμε καμία όρεξη να ψηφίσουμε κάποιον μηντιάρχη βρισκόμαστε κάτω από την αμφιβόλου ποιότητας ταμπέλα του «σκληρού αναποφάσιστου».

Και τι κάνουμε τώρα; Κι άλλη υπομονή;

Υ.Γ.:

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Αχ, αυτές οι νεανικές τρέλες που δεν ξεπερνιούνται ποτέ…

Sieg Geil

Ζιγκ Χάιλ.

Μουσικό Διάλειμμα #61

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

Η εξουσία του φόβου

Η κραυγή

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

Φυλάει τα έρμα, θα μου πείτε. Ναι, αρκεί να μην τον χρησιμοποιούν εναντίον σου. Τα ζώα από ένστικτο φοβούνται τη φωτιά για την προστασία τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί αυτόν το φόβο για να τα κυνηγά. Βάζοντας φωτιά στα ξερά χόρτα, οι αρχαίοι κυνηγοί ανάγκαζαν το θήραμά τους να εγκαταλείψει την κάλυψή του και να μείνει εκτεθειμένο.

Το τέχνασμα αυτό εφαρμόζεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Ο φόβος χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να καταδυναστεύονται ολόκληροι λαοί. Όχι μόνο ο φόβος της εξουσίας, αλλά και ο φόβος του «άλλου». Οι αυτοκράτορες της Κίνας κρατούσαν μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το τεράστιο τείχος που έκτισαν, παράλληλα, όμως, εξασφάλιζαν την υποταγή των επαρχιών που βρίσκονταν πίσω από αυτό.

Οι φεουδάρχες προστάτευαν τις πόλεις τους με τείχη από επιδρομές κάθε είδους. Όσοι ήταν εντός των τειχών, ωστόσο, έπρεπε να πληρώνουν φόρους, οι οποίοι ήταν συνήθως δυσβάσταχτοι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ακόμα και αν κανείς  ξέφευγε από τους φοροεισπράκτορες του τοπικού βαρώνου (οι οποίοι προφανώς δεν μοίραζαν εκκαθαριστικά, απλά σου έκαιγαν το σπίτι αν δεν πλήρωνες) πού θα μπορούσε να πάει;

Η τακτική αυτή λειτουργεί θαυμάσια και στην εποχή μας. Ο φόβος του Εβραίου, του μουσουλμάνου, του κομμουνιστή, του εγκληματία λαθρομετανάστη, του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του διαφορετικού.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτόν τον κόσμο. Προφανώς και ο φόβος πολλές φορές έχει ρίζες στην πραγματικότητα. Το ζώο αν μείνει στα ξερόχορτα θα κάει, δεν έχει πραγματικά επιλογή. Οι χωρικοί του Μεσαίωνα ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε επίδοξο εισβολέα ή ληστή. Επομένως τα τείχη του φεουδάρχη ήταν σαν δώρο Θεού για εκείνους. Και εφόσον τα τείχη δεν χτίζονταν μόνο με καλές προθέσεις, ήταν λογικό και δίκαιο ο τοπικός άρχοντας να ζητά φόρους από όσους είχε υπό την προστασία του.

Πλην, όμως, έχοντας αυτούς τους ανθρώπους πλήρως στο έλεός του, ο εκάστοτε ηγεμόνας μπορούσε όχι απλώς να λάβει το ηθικό αντίτιμο για την προστασία που προσέφερε, αλλά να απαιτήσει όσα αυτός ήθελε. Κοινώς, να εκμεταλλεύεται και να εκβιάζει κατά βούληση. Μπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα στο κάστρο του, αφήνοντας στους χωρικούς μετά βίας αρκετά ώστε να μη λιμοκτονούν. Η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνικές επαναστάσεις σταδιακά έφεραν τον κόσμο από τα μοναρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα στα δημοκρατικά. Έπρεπε να πάψει να υπάρχει απόλυτη εξουσία, ώστε να πάψει η καταπίεση και η εκμετάλλευση του αδύναμου από τον ισχυρό.

Θεωρητικά, ο 20ος αιώνας είδε το αποκορύφωμα του εκδημοκρατισμού στον πλανήτη μας. Πρακτικά, όμως, η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή, που ασκούν οι πολυεθνικές στις κυβερνήσεις των κρατών, μειώνει συνεχώς τη δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να λαμβάνουν αποφάσεις. Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο οι περιβόητες «αγορές» να καθορίζουν εμμέσως πλην σαφώς την οικονομική πολιτική των κρατών. Και φυσικά αφού το χρήμα κινεί τα πάντα, η οικονομική πολιτική επηρεάζει τα πάντα, με πρώτο και εύκολο θύμα την κοινωνική πολιτική.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για, αυτονόητα στη θεωρία, πράγματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, η περίθαλψη και η παιδεία. Και καθώς όλα αυτά τα οποία κατακτήθηκαν με αίμα τα τελευταία 200 χρόνια περικόπτονται και εξανεμίζονται σταδιακά λόγω της «οικονομικής πραγματικότητας», συνειδητοποιεί κανείς ότι επιστρέφουμε, ουσιαστικά, στην εποχή του φεουδαλισμού.

Ο μεγάλος μας εχθρός είναι η χρεωκοπία. Για να τον κρατήσουμε μακριά είμαστε αναγκασμένοι να θυσιάσουμε τα πάντα. Βέβαια, οι τιμημένοι και δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες μας ζουν ακόμη στα κάστρα τους, τρώνε με χρυσά κουτάλια και κυκλοφορούν με θωρακισμένες λιμουζίνες. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, αφού αν μας πετάξουν έξω από τα τείχη θα χάσουμε και τα λίγα που έχουμε. Θα μείνουμε ακόμα και από χαρτί υγείας, όπως φαίνεται.

Ο μεγάλος μας εχθρός δεν είναι τόσο η χρεωκοπία, όσο ο φόβος αυτής. Και αυτό επειδή η χρεωκοπία έχει ήδη συμβεί, απλώς είναι ελεγχόμενη. Πράγματι, έχουμε ακόμα είδη πρώτης ανάγκης στα ράφια, αλλά έχουμε επίσης 27% ανεργία και ένα χρέος, το οποίο είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Καθώς επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά και το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι τόκοι αυξάνουν και το χρέος διογκώνεται. Και τίποτα δε φαίνεται δυνατόν να το σταματήσει.

Είναι απλά μαθηματικά. Οτιδήποτε άλλο περί success story και τα συναφή είναι απλά επικοινωνιακά τρικ. Κάθε χρόνο μόνο οι τόκοι του χρέους μας είναι 30 δις Ευρώ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμα και αυτό το εικονικό των 1.416 εκατ. ευρώ, είναι αστείο. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά κατουρώντας την. Και το πλεόνασμα αυτό παρουσιάζεται ως… επιτυχία. Και η «έξοδος στις αγορές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακόγουστο αστείο, το οποίο μας έκανε διεθνώς ρεζίλι για άλλη μια φορά.

Ο Σαμαράς μιλά για θυσίες του λαού, οι οποίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες. Μα είναι ήδη χαμένες. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καταφέρει τίποτα, παρά μόνο να επιβάλλουν εισπρακτικά μέτρα, να εκποιήσουν το προσοδοφόρο μέρος της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να ξεφορτωθούν το επιζήμιο, και να κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς κάποιο σχέδιο ή κριτήριο. Αξιολόγηση δεν υπάρχει, η γραφειοκρατεία ζει και βασιλεύει, το πελατειακό κράτος συνεχίζει να υφίσταται, οι διασυνδέσεις με τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα το ίδιο. Μεταρρυθμίσεις απλές και ορθολογικές, οι οποίες θα ήταν απολύτως ανέξοδες για το κράτος και θα βοηθούσαν πραγματικά τις επενδύσεις, προσκρούουν πάνω σε συμφέροντα ημέτερων που προστατεύονται ακόμα.

Ακόμα και στο Reuters κυκλοφόρησε η είδηση ότι η συγκυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη πλέον. Γιατί το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης εξαντλήθηκε. Ο φόβος δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τους πολίτες. Αν η κυβέρνηση τολμούσε να επιβάλλει κι άλλα μέτρα, οι αντιδράσεις θα ήταν απρόβλεπτες. Έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.

Από τη μία πλευρά, μια αριστερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή με κάποιο δεκανίκι, θα έχει μια μικρή πίστωση χρόνου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος, αν διαψευστούν οι μάλλον ουτοπικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος να εκραγεί σε πολύ μικρό διάστημα. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί με πολλή προσοχή τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη προκαλέσει εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Οι τράπεζες πιέζονται. Οι δανειστές θα επιδιώξουν την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Συν τοις άλλοις, έχει προσχωρήσει σε αυτόν αρκετό πρώην ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνυπάρχει (όπως και στο ΠΑΣΟΚ του ’81) με ριζοσπαστικά στοιχεία που θέλουν να μας βγάλουν από παντού.

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί και οι φόβοι ακόμα περισσότεροι. Αλλά το αδιέξοδο παραμένει. Και αυτό που φοβάμαι εγώ περισσότερο είναι το κατρακύλισμα σε έναν ακροδεξιό βούρκο που αρνείται ακόμα και τις πιο βασικές ανθρώπινες αξίες, όπως την προστασία των αδυνάτων και την περίθαλψη των προσφύγων, που καταπνίγει τη δημιουργικότητα, που εξαναγκάζει το 2% του πληθυσμού, του νεότερου και πιο υποσχόμενου τμήματός του, να μεταναστεύσει. Δεν είμαστε απλώς μια χώρα γερόντων και συνταξιούχων, είμαστε μια χώρα στην οποία οι λιγότεροι από τους μισούς νέους έχουν δουλειά και όσοι έχουν, αμείβονται με ψίχουλα. Οι υπόλοιποι απλά φεύγουν.

Αυτοί που μένουν αδυνατούν να δημιουργήσουν οικογένειες, αφού τα χρήματα απλά δε φθάνουν. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Σας το λέω χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και δράματος. Κάποιοι φοβούνται τη χρεωκοπία. Εγώ φοβάμαι περισσότερο ότι σβήνουμε αργά, αλλά σταθερά. Η ενδεχόμενη χρεωκοπία, η ανεξέλεγκτη, θα είναι άμεση και βάρβαρη. Ο αργός θάνατος, στον οποίο έχουμε καταδικαστεί, θα πάρει μια δεκαετία ακόμα μέχρι τα συμπτώματά του να γίνουν τόσο φανερά, ώστε κανένας να μην μπορεί πια να τα αρνηθεί. Αλλά θα έρθει, σας το εγγυώμαι.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Εγώ προτιμώ να ψηφίσω κατά συνείδηση.

 

Μουσικό Διάλειμμα #58

Με εντολή Σαμαρά

Σαμαράς

 

Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημα; Δεν είναι ένα βέβαια, είναι πολλά, αλλά τη δεδομένη στιγμή ένα είναι αυτό που ξεχωρίζει στη δική μου αντίληψη.

 

Είμαστε κουτσομπόληδες. Είμαστε καχύποπτοι, ενίοτε και συνομωσιολάγνοι. Αγνοούμε αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας, για να το «ανακαλύψουμε» ξαφνικά όταν μας το σερβίρουν με πλάγιο τρόπο. Βγήκε ξαφνικά ο Κασιδιάρης με ένα βίντεο που ξεμπροστιάζει τον ομοϊδεάτη του κ. Μπαλτάκο (αυτοί οι φασίστες είναι τίμιοι και έχουν αλληλεγγύη πάνω απ’ όλα) για να δημιουργήσει σούσουρο στη συζήτηση περί άρσεως ασυλίας στη Βουλή και ξαφνικά όλοι έπεσαν από τα σύννεφα (πάλι).

 

Τι δεν καταλαβαίνουμε; Δεν γνωρίζαμε δηλαδή ότι στη ΝΔ υπάρχουν ακροδεξιά στοιχεία; Οι κκ. Πολύδωρας, Γεωργιάδης και Βορίδης διαθέτουν πλούσιο ρεπερτόριο δηλώσεων όπου εκθέτουν ανοιχτά τις «προοδευτικές» τους απόψεις, για όποιους δεν το θυμούνται.

 

Ο κ. Μπαλτάκος δεν είχε δώσει τόσο φανερές λαβές, ίσως. Μπορεί να αποτέλεσε δυσάρεστη έκπληξη για πολλούς. Αλλά οι ακροδεξιές τάσεις του Γενικού Γραμματέα της κυβέρνησης είναι μόνο η μία όψη του σκανδάλου. Υποτίθεται ότι η άλλη μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι ο κ. Δένδιας και ο κ. Αθανασίου χρειάστηκε να πιέσουν την εισαγγελέα για να προχωρήσει σε διώξεις. Και ότι όλα αυτά έγιναν κατ’ εντολή του Πρωθυπουργού.

 

Εκπλαγήκατε;

 

Ε δεν έχουμε όλοι μνήμη χρυσόψαρου σε αυτήν τη χώρα. Την ίδια κιόλας ημέρα που έγιναν οι συλλήψεις του αρχηγού και των βουλευτών της Χρυσής Αυγής σχετικά με την υπόθεση Φύσσα και την εγκληματική δράση της οργάνωσης, ο κ. Δένδιας δήλωνε πανηγυρικά:

 

Το Κράτος Δικαίου επιβάλλει τη νομιμότητα προς όλους. Η Πολιτεία, ήρθη στο ύψος των περιστάσεων και επιτέλεσε στο ακέραιο το δημοκρατικό καθήκον της. Διαβεβαιώνω την ελληνική κοινωνία ότι η έρευνα δεν σταματάει εδώ. Κατ’ εντολήν του Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά θα συνεχισθεί προς πάσα κατεύθυνση και θα ολοκληρωθεί.

 

Προς τι η έκπληξη, λοιπόν; Είπε ή δεν είπε ξεκάθαρα ο Δένδιας ότι ο Πρωθυπουργός έδωσε εντολή για να συνεχίσει η Δικαιοσύνη την έρευνα; Ακόμα κι αν υπήρχαν, δηλαδή, υπόνοιες για άλλες εγκληματικές ενέργειες, οι εισαγγελείς δε θα τις ερευνούσαν. Τώρα, όμως, που τους διέταξε ο Πρωθυπουργός δε θα σταματήσουν μέχρι να λάμψει η δικαιοσύνη. Όχι ότι έχει αλλάξει κάτι από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Χωρίς εντολή Πρωθυπουργού ούτε λίστα Λαγκάρντ ερευνήθηκε, ούτε Siemens, ούτε υποβρύχια. Έγιναν κάποιες επιτροπές για το θεαθήναι, κάποιες πάσες δεξιά κι αριστερά και τέλος. Υπουργοί και Πρωθυπουργοί δεν ήξεραν, δεν άκουσαν. Και δεν έδωσαν εντολή.

 

Όπως επί δύο χρόνια άφηναν τη Χρυσή Αυγή να αλωνίζει, ενώ ήξεραν. Το παρελθόν του Μιχαλολιάκου ως τρομοκράτη, τα ποινικά μητρώα των μελών της, το καθαρά ναζιστικό περιεχόμενο της ιδεολογίας, των εντύπων και των συμβόλων της οργάνωσης (μέχρι να βγει στο προσκήνιο) και τη μετέπειτα δράση της. Η Δικαιοσύνη πού ήταν; Περίμενε εντολή Σαμαρά, προφανώς.

 

Πείτε ό,τι θέλετε. Να ξέρετε, όμως, ότι δεν υπάρχει σύγχρονη δημοκρατική χώρα, η οποία να σέβεται το πολίτευμά της και στην οποία Υπουργοί ή Πρωθυπουργοί να κάνουν έστω και την παραμικρή υπόνοια υπόδειξης προς τη Δικαιοσύνη για το έργο της. Ούτε για αστείο. Γίνεται σεβαστό, έστω και για τους τύπους, αυτό που ονομάζεται διάκριση εξουσιών. «Η διάκριση των εξουσιών είναι θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου» γράφει η Βικιπαίδεια. Ωστόσο, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης κατάφερε μέσα σε μόλις τέσσερις φράσεις να επικαλεστεί το «κράτος δικαίου» και να το ακυρώσει.

 

Και ψάχνουμε μετά βίντεο από υποκλοπές και κολοκύθια. Τη στιγμή που τα λένε μέσα στα μούτρα μας και δεν αντιδρά κανείς.

 

Αντιθέτως εδώ υπερηφανευόμαστε για αυτό. Συνεχίζουμε ακόμα να καλλιεργούμε τη νοσηρή προσωπολατρεία, η οποία μαστίζει αυτόν τον τόπο από την εποχή του Όθωνα και μετά. Καλοί, κακοί, δημοκράτες, φασίστες, δεν έχει σημασία. Είτε ήταν ο βασιλιάς, είτε ο Βενιζέλος, είτε ο Παπαδόπουλος, είτε ο Ανδρέας σημασία είχε το πρόσωπο. Ο ηγέτης. Όχι οι θεσμοί. Ασφαλώς, όλες οι χώρες, λίγο-πολύ, έδιναν βάρος στους ηγέτες τους. Αυτή η τάση, όμως, έχει αρχίσει να φθίνει εδώ και δεκαετίες στις σύγχρονες δημοκρατίες.

 

Έχει πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι όσο πιο ψηλά βρίσκεται μια χώρα στους δείκτες διαφάνειας και δημοκρατικότητας, τόσο λιγότερο γνωστοί είναι οι ηγέτες της. Στις Σκανδιναβικές χώρες, οι Πρωθυπουργοί και οι Υπουργοί είναι σχεδόν άγνωστοι, όχι μόνο σε μας, αλλά στους ίδιους τους πολίτες. Και αυτό επειδή είναι, ουσιαστικά, υπάλληλοι των πολιτών και όχι διευθυντές τους. Στις χώρες αυτές η πολιτική δεν επικεντρώνεται στα πρόσωπα, αλλά στις ίδιες τις πολιτικές. Και οι πολιτικοί κρίνονται από τα αποτελέσματα, όχι από τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις ή τον τσαμπουκά που πουλάνε στη Βουλή.

 

Εμείς εδώ ακόμα περιμένουμε το μεγάλο αρχηγό που θα μας οδηγήσει στη σωτηρία, το Μεσσία που θα διορθώσει τα πάντα ως εκ θαύματος, το λεβέντη που χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, ρίχνει μια ζεϊμπεκιά και δύο-τρεις γκόμενες στην καθισιά του. Θέλουμε έναν Πατερούλη Στάλιν να επιβάλει την τάξη με την ατσαλένια του γροθιά ή έναν φωτισμένο ηγέτη, που με τη βοήθεια του Θεού θα κάνει τη θάλασσα κρασί και τα βότσαλα καρβέλια. Και θα ανοίξει διάπλατα τις πόρτες για να ξεχυθούμε ξανά στις αγορές, όπως κάποτε οι έλληνες τουρίστες παραμονές Πρωτοχρονιάς στα Harrods.

 

Γελάτε; Καλά κάνετε. Και γω γελάω με τα χάλια μας. Κάθε φορά που ακούω αυτή την ατάκα «με εντολή Σαμαρά» μού έρχεται ταυτόχρονα νευρικό γέλιο και τέλεια αποστροφή. Πάρτε το χαμπάρι. Δε χρειαζόμαστε σωτήρες, χρειαζόμαστε θεσμούς που να λειτουργούν ανεξάρτητα από πρόσωπα και κόμματα. Αλλά και να θέλαμε ένα σωτήρα, τίποτα δε δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει πια. Οι καιροί άλλαξαν και απαιτούν πολίτες που είτε θα έχουν ενεργό ρόλο ή θα καταλήξουν σαν πρόβατα στο μαντρί. Ακολουθώντας τυφλά τον όποιο επίδοξο ηγέτη.

 

Μουσικό Διάλειμμα #52

Καρκίνος


Ευρωπαίος Υπουργός Υγείας 21ου αιώνα

Κόλλησα πάλι. Θα περίμενε κανείς να γράψω για κάτι πιο επίκαιρο, για την απειλή πολέμου στην Ουκρανία, για το «ποτάμι» του Σ. Θεοδωράκη, κάτι πιο φρέσκο, τελοσπάντων.

Έλα, όμως, που κάθε φορά που κάθομαι να σκεφτώ μου έρχεται στο νου αυτή η ηλίθια φάτσα, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια πλασάριζε ελληνολαγνεία σε έντυπη μορφή με το κιλό, ενώ αποστρεφόταν μετά βδελυγμίας τη Νέα Δημοκρατία. Και σήμερα; Είναι Υπουργός Υγείας στην κυβέρνηση του πρώην μισητού του κόμματος και βγάζει αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Έλα που διαβάζοντας τη δήλωσή του, όχι σε κάποιο εγχώριο μέσο αλλά στην Washington Post παρακαλώ, ένοιωσα να πνίγομαι, να με πιάνει δύσπνοια κυριολεκτικά. Δεν μπορούσα καν να σχολιάσω στην αρχή, πόσω μάλλον να γράψω χωρίς να καταλήξει το κείμενο σε μια σειρά από βρισιές.

Τα επείγοντα περιστατικά αντιμετωπίζονται ακόμα στα δημόσια νοσοκομεία, είπε, ανεξάρτητα από το αν είναι ασφαλισμένος ο ασθενής ή όχι. «Όμως, ασθένειες όπως ο καρκίνος δε θεωρούνται επείγουσες εκτός αν είσαι σε τελικό στάδιο.»

Απέφυγα επιμελώς να αναφερθώ σε αυτή τη δήλωση, αλλά δε γίνεται, σκοντάφτω νοερά πάνω στο βουναλάκι που προσπάθησα να χώσω κάτω από το χαλί. Το χρωστώ στους ανθρώπους μου που έχω χάσει, σε αυτούς που το πάλεψαν και το παλεύουν και περισσότερο ακόμα στους αγνώστους που χάνονται και θα χαθούν, επειδή ένας αχρείος τηλεπωλητής τους στερεί το πιο βασικό ανθρώπινο δικαίωμα.

Δυστυχώς ο καρκίνος, μαζί με τις καρδιοπάθειες και τα εγκεφαλικά, είναι η μάστιγα της εποχής. Θα δυσκολευτεί κανείς να βρει κάποιον που δεν έχει χάσει κοντινό του πρόσωπο από αυτή την ασθένεια. Και όπως ξέρουμε όλοι, το τελικό στάδιο του καρκίνου έχει μία μόνο κατάληξη.

Τι λέει, ουσιαστικά, ο αξιότιμος Υπουργός Υγείας; Πως αν δεν πεθαίνει ο ανασφάλιστος, δεν του καλύπτει τη θεραπεία το κράτος. Σε μια χώρα όπου το ποσοστό ανεργίας φλερτάρει με το 30% και οι μακροχρόνια άνεργοι αυξάνονται συνεχώς, η ούτως ή άλλως απάνθρωπη αυτή πρακτική γίνεται δολοφονική.

Ίσως κ. Υπουργέ να σας παρεξήγησα. Ίσως να μη γνωρίζετε τι είναι ο καρκίνος και πόσο επείγουσα είναι η ανάγκη της αντιμετώπισής του. Θα σας το εξηγήσω:

Καρκίνος είναι μια πάθηση κατά την οποία μεταλλαγμένα, καρκινικά κύτταρα που υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Για κάποιο λόγο οι μηχανισμοί του οργανισμού μας αδυνατούν να τα εξοντώσουν, όπως γίνεται κανονικά, και αυτά αρχίζουν να συσσωρεύονται και να σχηματίζουν έναν όγκο. Ο μόνος λόγος ύπαρξης των κυττάρων αυτών είναι να αναπαράγονται εις βάρος όλων: της λειτουργίας που όφειλαν να εκτελούν, των γειτονικών τους υγιών κυττάρων και, τελικά, του ίδιου του οργανισμού που τα γέννησε και τα φιλοξενεί. Ο όγκος μεγαλώνει, ο καρκίνος εξαπλώνεται και σε άλλα όργανα και τελικά ο οργανισμός παραλύει και πεθαίνει. Μαζί με αυτόν και ο καρκίνος που τον κατέστρεψε.

Δεν υπάρχει θέμα «μη επείγουσας» ασθένειας. Αν έχεις καρκίνο και δεν τον αντιμετωπίσεις, πεθαίνεις. Αν περιμένεις το τελικό στάδιο είναι ήδη αργά.

Γιατί να μπείτε στον κόπο και στα έξοδα τότε κ. Υπουργέ; Γιατί δε νομιμοποιείτε απλά την ευθανασία; Να ορίσετε μια μέρα της εβδομάδας κατά την οποία μπορούν να έρχονται οι καρκινοπαθείς για να τους βγάζετε από τη μιζέρια τους. Και γιατί να περιορίζεστε; Μπορείτε να ανοίξετε αυτή την υπηρεσία και σε άλλες περιττές για το κράτος ομάδες, όπως είναι οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι άνεργοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι μετανάστες.

Ξέρετε, επειδή ο κ. Γεωργιάδης είναι γραφικός έχουμε συνηθίσει να τον παίρνουμε στο ψιλό, να τον λέμε «Μπουμπούκο» ή «Άδωνι» περιπαικτικά και να μην του δίνουμε σημασία. Ωστόσο, αν εξαρτάται η ζωή και η υγεία σου από αυτόν, τότε το θέμα παύει να είναι αστείο.

Ίσως το μόνο αστείο της υπόθεσης είναι η διάψευση από τον ίδιο του δημοσιεύματος της Washington Post, όταν έγινε σάλος στο Διαδίκτυο με τη δήλωσή του. Περίμενα πώς και πώς να ακολουθήσει και η απειλή της μήνυσης, αλλά φαίνεται ότι ο κ. Γεωργιάδης δεν είναι τόσο σκληρός όσο στάθηκε ο κ. Δένδιας απέναντι στη βρετανική Guardian.

Μαζί με τη διάψευση ήρθε και ο ισχυρισμός ότι απλά αναφερόταν στο σημερινό σύστημα ως έχει και ότι αυτό θα βελτιωθεί από το νέο ΠΕΔΥ. Δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί πώς θα γίνει αυτό τη στιγμή που περικόπτονται συνεχώς τα κονδύλια για την Υγεία και οι 2.300 γιατροί του ΠΕΔΥ προφανώς δεν αρκούν για να καλυφθεί όλη η χώρα.

Φυσικά, δεν προκάλεσε μόνος του ο Γεωργιάδης αυτό το χάος. Οι καρκινοπαθείς πληρώνουν με τις ζωές τους εδώ και χρόνια τα πειράματα και τις αλχημείες των προκατόχων του με τις συνταγογραφήσεις, τις οφειλές των ταμείων και τα γενόσημα, που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται μοιραίες ελλείψεις φαρμάκων. Και εδώ το «μοιραίες» δεν είναι απλό σχήμα λόγου.

Ο ισχυρισμός, όμως, ότι το σύστημα καλύπτει αυτή τη στιγμή τους ανασφάλιστους πολίτες έστω και όταν κινδυνεύει η ζωή τους είναι ολότελα ψευδής. Η αλήθεια, όπως την εκθέτει το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο, είναι πως όσοι επιχειρήσουν να νοσηλευτούν όντας ανασφάλιστοι θα αντιμετωπίσουν ένα τείχος γραφειοκρατίας. Στην καλύτερη περίπτωση θα αναγκαστούν να εγγυηθούν ότι θα καλύψουν όλα τα έξοδα. Αν δεν μπορέσουν, οι οφειλές μεταφέρονται στην εφορία με άμεση συνέπεια να συλληφθούν αργότερα για χρέη προς το Δημόσιο.

Δεν περιθάλπετε δωρεάν κανέναν, κ. Υπουργέ. Υποθηκεύετε ανθρώπους.

Όσο και να θέλετε να κρυφτείτε πίσω από τις δικαιολογίες και τις διαψεύσεις, όμως, δεν μπορείτε. Όταν σας έθεσε ο κ. Παπαδάκης την περίπτωση της σύλληψης 80χρονης με Αλτσχάιμερ και τριπλό μπάι-πας για χρέη προς το Δημόσιο, το βασικό επιχείρημά σας ήταν «Τι θέλετε κύριε Παπαδάκη, να… μην κυνηγάει το κράτος αυτούς που του χρωστάνε;»

Μου θύμισε πολύ έντονα την επιχειρηματολογία του πρώην και νυν ομόσταβλού σας κ. Βορίδη, που επικροτούσε την κατάσχεση κατοικίας πολύτεκνου για χρέος 2.000 Ευρώ, αλλά ταυτόχρονα υποστήριζε ότι το πρόβλημα της χώρας δε θα λυνόταν με την αντίστοιχη διεκδίκηση των οφειλών 500 μεγαλοφειλετών.

Δεν είναι ποτέ τυχαία η επιλογή ασυνείδητων ανθρώπων, χωρίς ίχνος αξιοπιστίας και αξιοπρέπειας, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι για μια καρέκλα να προσχωρήσουν εν μία νυκτί εκεί όπου προηγουμένως έφτυναν για να κάνουν τέτοιες δηλώσεις και να (φαίνεται ότι) λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετούν τον εαυτό τους και τους σκοπούς όσων τους χρησιμοποιούν για να κάνουν τις βρωμοδουλειές τους.

Με άλλα λόγια ζουν, δρουν και πολλαπλασιάζονται εις βάρος όλων των άλλων. Κάτι σαν τον καρκίνο.

Μουσικό Διάλειμμα #51

3ης Σεπτεμβρίου, γωνία

Η Επανάσταση της 3ης ΣεπτεμβρίουΈνας φίλος μου φρόντισε να μου θυμίσει προχθές το νόημα της επετείου της ημέρας. Ντράπηκα λίγο, είναι η αλήθεια. Για κάποιον που ενδιαφέρεται για την Ιστορία, απέτυχα παταγωδώς να εστιάσω στο πραγματικά ιστορικό γεγονός, πέφτοντας ακόμα και μετά από τόσα χρόνια στην παγίδα που έστησε περίτεχνα ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ήταν αναμφισβήτητα ένας χαρισματικός και πανούργος πολιτικός. Μία ένδειξη αυτής της πανουργίας αποτελεί και ο σφετερισμός μιας ιστορικής επετείου, παραγκωνισμένης έτσι κι αλλιώς στις μέρες μας, προς όφελος του κόμματός του το οποίο έμελλε να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της χώρας επί σχεδόν 40 χρόνια.

Η 3η Σεπτεμβρίου δεν είναι απλά η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Η 3η Σεπτεμβρίου είναι η επέτειος του κινήματος που έφερε ξανά στην Ελλάδα τη Δημοκρατία, Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης το 1840 και κατάφερε να ενώσει τους αρχηγούς δύο αντίπαλων κομμάτων (Μεταξά και Λόντο), έναν στρατιωτικό (Καλλέργη) και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής για τη διεκδίκηση αυτού που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ενώ χάνεται μέσα από τα χέρια μας κάθε μέρα.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Μακρυγιάννης έφερε τη Δημοκρατία πίσω στη χώρα που τη γέννησε.

Το κίνημα που ίδρυσε ο Παπανδρέου την ευτέλισε σε απόλυτο βαθμό.

Όχι μόνο του, φυσικά.

Πάτησε πάνω στο διχασμό που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος και ο οποίος επί τριάντα χρόνια διατηρούσε ανοιχτές πληγές. Πληγές τις οποίες η χούντα μόνο χειροτέρευσε. Ήταν πολύ εύκολο, λοιπόν, για τον κόσμο να πιστέψει σε έναν χαρισματικό άνθρωπο που του υποσχέθηκε τα πάντα. Που του έταξε ότι επιτέλους θα έπαιρνε το αίμα του πίσω από τη Δεξιά. Τα ψίχουλα που μοίρασε ήταν αρκετά για να τον διατηρήσουν στην εξουσία μέχρι το τέλος.

Από την άλλη, το αντίπαλο δέος του ΠΑΣΟΚ αρκέστηκε στη σπασμωδική απόπειρα εφαρμογής ορισμένων δήθεν «εκσυγχρονιστικών» μέτρων, χωρίς ποτέ να χτυπήσει τα προβλήματα στη ρίζα τους. Αντί να αλλάξει τα πράγματα, προτίμησε να αλλάξει τα πράσινα ανθρωπάκια με γαλάζια. Έπαιξε το ίδιο παιχνίδι και έχασε.

Όσο, λοιπόν, ο κόσμος καθόταν στις κερκίδες και παρακολουθούσε ανεμίζοντας σημαιούλες τα πράσινα και γαλάζια ανθρωπάκια να παίζουν έναν κάκιστο αγώνα ποδοσφαίρου, το έδαφος χανόταν κάτω από τα πόδια του.

Στο τέλος, η δεύτερη γενιά πολιτικών της μεταπολίτευσης δεν μπόρεσε καν να κρατήσει μάσκες και προσχήματα. Προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, έβαλε στην άκρη τις όποιες «ιδεολογικές» διαφορές (σημειολογικές θα τις έλεγα εγώ, πια) και συμμάχησε για το κοινό καλό. Το δικό τους κοινό καλό βέβαια.

Ο σκοπός της ιστορικής αναδρομής δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες και να καταριόμαστε όσους μας έφεραν ως εδώ. Ούτε να αυτομαστιγωνόμαστε για τις αμαρτίες μας, ενώ οι αυτόχριστοι σωτήρες και εξομολόγοι μας τιμωρούν με απάνθρωπα και αδιέξοδα μέτρα.

Γιατί δεν το αξίζουμε. Κανένας λαός δεν αξίζει να εξευτελίζεται με αυτόν τον τρόπο.

Ο σκοπός είναι να μάθουμε από το παρελθόν. Και αυτό που μας διδάσκει είναι ότι οι Έλληνες μεγαλουργούσαν όταν ήταν ενωμένοι για έναν κοινό σκοπό.

Το χάσμα πλέον μεταξύ των πολιτικών και του λαού είναι τόσο έντονο και ξεκάθαρο όσο ήταν το 1840 το χάσμα μεταξύ ενός Βαυαρού ηγεμόνα που ήρθε «φυτευτός» στη χώρα και των Ελλήνων που μόλις είχαν αποκτήσει ξανά την ελευθερία τους. Και τότε, όπως και τώρα, ο εθνικός διχασμός είχε δώσει την ευκαιρία στους ξένους συμμάχους να επέμβουν στα εσωτερικά της χώρας. Το πρόσχημα ήταν η σωτηρία της, αλλά ο σκοπός ήταν ο έλεγχός της.

Τότε δεν υπήρχε καν Κοινοβούλιο. Η πλατεία Συντάγματος ήταν η πλατεία των Ανακτόρων. Σήμερα μπορεί να υπάρχει, αλλά είναι διακοσμητικό. Οι ουσιαστικές αποφάσεις δεν παίρνονται πια εδώ και, το χειρότερο, δεν υπάρχει κανένα κόμμα στη Βουλή το οποίο να είναι ειλικρινές στις προθέσεις του. Η λύση φαίνεται απίθανο να βρεθεί εντός των ορίων του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Έχω την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ξανά σε ένα σταυροδρόμι. 3ης Σεπτεμβρίου γωνία.

Γαμώ τις καταδίκες σας

Φτάνουν οι καταδίκες αφ' υψηλού.Βαρέθηκα να ακούω και να διαβάζω τους πάντες να καταδικάζουν (ή να καταδικάζονται επειδή δεν καταδικάζουν) τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται». Ειλικρινά βαρέθηκα.

Και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος.

Καταδικάζει τη βία η κυβέρνηση την ίδια στιγμή που συνεχίζει την εφαρμογή του πιο βίαιου προγράμματος φτωχοποίησης που εφαρμόστηκε ποτέ σε χώρα της Ευρώπης.

Την καταδικάζει κάθε υπουργός Δημόσιας Τάξης ή (ας γελάσω) Προστασίας του Πολίτη την ίδια στιγμή που την περιθάλπτει με κάθε τρόπο στους κόλπους της Αστυνομίας και την εξαπολύει αδιακρίτως εναντίον πολιτών κάθε ηλικίας, ανέργων, μαθητών, δημοσιογράφων και οποιουδήποτε τολμά να διαμαρτυρηθεί.

Την καταδικάζει κάθε υπουργός Οικονομικών, ενώ ταυτόχρονα έχει καταντήσει τους πολίτες της χώρας έρμαιο του κρύου και της αιθαλομίχλης επειδή «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια» για την κατάργηση ενός αναποτελεσματικού και πανάθλιου μέτρου.

Την καταδικάζει ο ίδιος ενώ απομυζεί αμείλικτα μισθωτούς, συνταξιούχους, μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα ουσιαστικό για την πάταξη της φοροδιαφυγής.

Την καταδικάζει ενώ, άκουσον άκουσον, έχει αναγάγει τα παιδιά σε φορολογικό τεκμήριο, σε κάτι περιττό, είδος πολυτελείας, όχι κάτι απαραίτητο και πολύτιμο σε μια χώρα με υπογεννητικότητα! Λες και το παιδί είναι αυτοκίνητο και μπορείς να το πουλήσεις ή να το αποσύρεις!

Την καταδικάζει το ΠΑΣΟΚ ενώ είναι αυτό που έβαλε τη χώρα στο στόμα του λύκου. Ενώ με το «έτσι θέλω» υφαρπάζει μέρος από τα χρήματα που μόλις δανειστήκαμε εγώ, εσείς και τα παιδιά των παιδιών μας για να χρηματοδοτηθεί σαν να ήταν πρώτο κόμμα!

Την καταδικάζει η ΔΗΜΑΡ ενώ ουσιαστικά εξαπάτησε τους ψηφοφόρους της με το χειρότερο τρόπο, πουλώντας δήθεν επαναδιαπραγμάτευση και διατυμπανίζοντας «κόκκινες γραμμές» και πράσινα άλογα.

Την καταδικάζει η ΝΔ, έχοντας υιοθετήσει στοργικά ένα ικανό μέρος της ακροδεξιάς του ΛΑΟΣ, συμπεριλαμβανομένων τραμπούκων με περγαμηνές βίας, όπως ο Βορίδης.

(Δεν) την καταδικάζει ο ΣΥΡΙΖΑ λες και ενδιαφέρει κανέναν αυτό, πέραν όσων ακόμα «ενημερώνονται» από τα τηλεοπτικά παράθυρα.

Την καταδικάζουν τα κανάλια, ενώ στην ουσία την προβάλλουν όσο περισσότερο μπορούν για χάρη της θεαματικότητας. Κάθε είδος βίας εκτός από την κρατική, βέβαια.

Την καταδικάζει ακόμα και η Χρυσή Αυγή, το «κόμμα» των κατεξοχήν ρατσιστών, τραμπούκων και υπόδικών ή φυγόδικων εγκληματιών. Βουλευτές του οποίου παραδέχτηκαν ανοιχτά ότι τους ενδιαφέρει μόνο η ασυλία για να μπορούν να ασκήσουν ελεύθερα το αγαπημένο τους χόμπι (της μη-βίας).

Είμαι κατά της βίας. Πιστεύω στο διάλογο και στη δυνατότητα των ανθρώπων, ως έλλογων όντων, να λύνουν τις διαφορές τους δίκαια και ειρηνικά. Αλλά για να επιτευχθεί η ειρηνική λύση πρέπει να είναι διατεθειμένοι να συμμετέχουν όλοι στο διάλογο.

Δεν μπορείς να κάνεις διάλογο όταν ο άλλος σε κρατάει από το λαιμό και σε σφίγγει, δήθεν γιατί αν σε αφήσει θα πέσεις στο κενό. Και όταν πας να τον κλωτσήσεις για να σωθείς, να σε κατηγορεί ότι ασκείς βία.

Εσείς ασκείτε βία, του χειρότερου είδους. Η καθεστωτική βία είναι συνεχής, νομιμοφανής και αδυσώπητη. Δε τη βιώνουν με τον ίδιο τρόπο, όμως, οι κουκουλοφόροι και οι μπαχαλάκηδες. Και αυτό γιατί είτε είναι παρακρατικοί, είτε αναρχικοί, είτε εγκάθετοι του ΣΥΡΙΖΑ, είτε  απλά ανεγκέφαλοι, ο,τι κι αν είναι όλοι αυτοί έχουν μάθει να λειτουργούν σε συνθήκες βίας.

Ο απλός άνθρωπος που έχει μια οικογένεια και είναι άνεργος, ο συνταξιούχος που δούλευε (και πλήρωνε) μια ζωή και δεν έχει φάρμακα, ο νέος που σπούδασε και δεν έχει κανένα μέλλον στην Ελλάδα, όλοι αυτοί, όλοι εμείς, δεν γνωρίζουμε πως να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μέγγενη.

Αλλά όταν τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο (και δεν απέχουν πολύ από αυτό) θα αναλάβει το ένστικτο της επιβίωσης. Η κατάφωρη αδικία που νιώθουμε να συσσωρεύεται, ειδικά τα τελευταία τρία χρόνια, δεν ήταν αρκετή ως τώρα για να ξεχειλίσει αυτό το ποτήρι.

Ως τώρα.

Πόση βία πρέπει ακόμα να υποστεί ο κόσμος μέχρι να ανταποδώσει με όποιον τρόπο μπορεί; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να παίξουμε αυτό το στοίχημα; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να την πληρώσουν αθώοι άνθρωποι;

Δεν έχω απαντήσεις για όλα αυτά τα ερωτήματα. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι βαρέθηκα όλο αυτό το θέατρο του καθωσπρεπισμού και της δήθεν ευαισθησίας. Απ΄όπου κι αν προέρχεται. Αν είχατε όντως ευαισθησίες, ω «αξιότιμοι» πολιτικοί μας άνδρες και γυναίκες, δε θα είχαν φθάσει τα πράγματα σε αυτό το σημείο.

Είστε, όλοι σας, υποκριτές και υπεύθυνοι στο ακέραιο για ό,τι κι αν επακολουθήσει.

Κι αν δεν σας αρέσει, καταδικάστε το κι αυτό.

Μουσικό Διάλειμμα #28

Οι Pearl Jam διασκευάζουν ένα από τα σημαντικότερα αντιπολεμικά τραγούδια όλων των εποχών, γραμμένο από τον μεγάλο Bob Dylan. Επίκαιρο γιατί έχουμε πόλεμο, αν δεν το έχετε καταλάβει. Θα σταθώ, όμως,  ειδικά σε μια στροφή χωρίς άλλο σχόλιο:

You’ve thrown the worst fear
That can ever be hurled
Fear to bring children
Into the world
For threatening my baby
Unborn and unnamed
You ain’t worth the blood
That runs in your veins.

Σπέρνετε το χειρότερο φόβο
Που μπορεί ποτέ να υπάρξει
Φόβάμαι να φέρω παιδιά
Στον κόσμο αυτό
Επειδή απειλείτε το μωρό μου
Αγέννητο και ανώνυμο
Δεν αξίζετε oύτε το αίμα
Που στις φλέβες σας κυλά