Διχασμός

Division Bell

To 1994 οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν το 14ο τους άλμπουμ με τίτλο Division Bell. Η έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από το ομώνυμο καμπανάκι το οποίο ηχεί όποτε καλούνται να ψηφίσουν τα μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου ή της Βουλής των Λόρδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί αναγνωρίζουν με τον τρόπο αυτό ότι κάθε ψηφοφορία ή απόφαση δημιουργεί αυτομάτως διχασμό.

Το βασικό θέμα του άλμπουμ επικεντρώνεται στη δυνατότητα (και επιλογή) των ανθρώπων να λύνουν τα προβλήματά τους συζητώντας τα, παρόλο που οι απόψεις και οι επιλογές τους μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετες. Το ίδιο το εξώφυλλο, με τα πανομοιότυπα πρόσωπα, το ένα απέναντι από το άλλο σαν αντανακλάσεις, συμβολίζει ακριβώς αυτό: ότι παρά τις διαφορές μας είμαστε ίδιοι με τους συνανθρώπους μας και το μόνο που μας χωρίζει είναι η πλευρά της πραγματικότητας που επιλέγουμε. Ακόμα καλύτερα, η ερμηνεία που της δίνουμε εμείς.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι τα πρόσωπα, μισά και δισδιάστατα όπως φαίνονται στο προφίλ τους, αν ενωθούν θα σχηματίσουν ένα ολοκληρωμένο τρισδιάστατο σύνολο. Αυτό που μπορεί να τα ενώσει είναι η φωτεινή γραμμή της επικοινωνίας. Όχι η απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει το ένα το άλλο ότι η δική του πλευρά είναι η «σωστή», αλλά η κοινή προσπάθεια για προσέγγιση της αλήθειας και από τις δύο πλευρές.

Αυτό δε θα βοηθούσε μόνο εμάς που διχαζόμαστε στην Ελλάδα για το «ΝΑΙ» ή για το «ΟΧΙ», αλλά και για το διάλογο μεταξύ Ελλάδας και εταίρων. Να αναγνωριστούν τα αμοιβαία λάθη και να υπάρξει προσπάθεια για μια λύση. Φυσικά, αυτό γίνεται δύσκολο έως αδύνατον όταν το ένα από τα δύο μέρη είτε δεν έχει πραγματική βούληση για συνεννόηση είτε θεωρεί ότι ο φταίχτης είναι πάντοτε ο «απέναντι».

Σε πρώτη φάση, λοιπόν, αυτό που θα βοηθούσε εμάς εδώ είναι να αναγνωρίσουμε ότι καμία από τις δύο πλευρές δε στερείται επιχειρημάτων. Ασχέτως από το αν συμφωνούμε με αυτά οφείλουμε να σεβόμαστε τον απέναντί μας. Έχω διαβάσει, όπως οι περισσότεροι αυτές τις μέρες, άπειρες απόψεις, αναλύσεις, άρθρα ειδικών και ανειδίκευτων, έχω παρακολουθήσει ομιλίες, διαγγέλματα, έχω ακούσει ψέμματα και αλήθειες.

Όσο κι αν το θέλουν κάποιοι δεν υπάρχουν «καλοί» Ευρωπαίοι και «κακοί» Έλληνες. Ούτε το αντίθετο ισχύει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το σύστημα «χωλαίνει», εντός και εκτός συνόρων. Αυτό έχει γίνει αποδεκτό από όλους σε κάποιο βαθμό. Μπορούμε να το αλλάξουμε μόνοι μας; Μπορούμε να εμπιστευτούμε μια κυβέρνηση που έχει προέλθει λίγο-πολύ από το ίδιο πολιτικό σύστημα που έχει προκαλέσει το δικό μας μερίδιο της ζημιάς; Μπορούμε να εμπιστευτούμε τους θεσμούς που φαίνεται να αγνοούν τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία εκπροσωπούν; Πρέπει να πάρουμε ρίσκο ή πρέπει να το πάμε «εκ του ασφαλούς»; Υπάρχει, σε τελική ανάλυση, ασφαλής επιλογή;

Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση σε καθένα από τα παραπάνω ερωτήματα. Το ζητούμενο είναι να μην μετατρέψουμε τις απαντήσεις αυτές σε δόγμα, προσπαθώντας να συντρίψουμε με αυτό κάθε διαφωνία, να βάψουμε κάθε αντίθετη άποψη με το μαύρο της «προδοσίας».

Έχουμε επιδοθεί δε σε ένα ανόητο παιχνίδι συγκρίσεων μεταξύ των υποστηρικτών του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ», όπως παίζαμε κάποτε σαν παιδιά με κάρτες με αυτοκίνητα και πλοία «ΑΤΟΥ» και «ΥΠΕΡΑΤΟΥ». «-Εγώ έχω τον Γκοτζίλα! – Και γω έχω τον Μητσοτάκη! Νίκησα!»

Φυσικά και θα δούμε σε κάθε πλευρά άτομα που ενεργούν και αποφασίζουν βάσει του προσωπικού τους συμφέροντος. Φυσικά και θα δούμε ανθρώπους οι οποίοι βρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού προσπαθούν να πείσουν όλους τους γύρω τους ότι μόνο η δική τους άποψη είναι η ορθή. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την επιλογή τους, χωρίς να την έχουν καλοσκεφθεί, ενεργώντας κυρίως με το συναίσθημα.

Δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε με όλους. Υπάρχουν, άλλωστε και αυτοί, οι οποίοι ακολουθούν σαν στρατιωτάκια τη γραμμή που κάποιοι άλλοι έχουν χαράξει για λογαριασμό τους. Αυτοί, ξέρετε για ποιους μιλώ, επιθυμούν έναν νέο Εμφύλιο. Παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς δεν τον έχουν ζήσει, έχουμε γνωρίσει ωστόσο τα αποτελέσματα αυτού του απόλυτου διχασμού. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Ο διάλογος σίγουρα δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση. Ο διχασμός, όμως, αν τον προεκτείνουμε πέρα από τον αναγκαστικό βαθμό, πέρα από τη στιγμή της ψήφου και τον τεντώσουμε μέχρι την απόδοση ευθυνών στον απέναντι, έχει αποτέλεσμα. Και αυτό είναι πάντοτε αρνητικό.

Όπως έγραψαν και πολλοί φίλοι αυτές τις μέρες, δεν πρέπει να υπάρξει σύγχυση στην ανάγκη μας για ομόνοια: όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποτελεί συγχωροχάρτι για κανέναν. Οι ευθύνες είναι υπαρκτές και θα πρέπει να αποδοθούν. Αν θέλετε τη γνώμη μου οι πολίτες θα έπρεπε να τιμωρήσουν ολόκληρο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα και να το απομακρύνουν από την εξουσία. Θα έπρεπε, σε μια ιδανική κατάσταση, να προχωρήσουμε σε μια λύση τύπου Ισλανδίας, με εντελώς νέα πρόσωπα στην πολιτική. Πρόσωπα τα οποία να μην προκαλούν περισσότερο διχασμό από αυτόν που υπάρχει ήδη.

Είναι αυτό εφικτό; Ίσως όχι. Σίγουρα όμως είναι ένας μπούσουλας για τις αποφάσεις μας στο εξής.

Σκόπιμα δεν δημοσίευσα κάποιο άρθρο υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Περίμενα ως τώρα οπότε οι περισσότερο από εμάς να έχουν ήδη ψηφίσει. Ο καθένας μας έχει υπερφορτωθεί τις μέρες αυτές από επιχειρήματα και διαφωνίες ακόμα και καβγάδες με αγαπημένα πρόσωπα.

Αυτό που έχει σημασία πάνω απ’ όλα, για μένα, είναι να μην αφήσουμε το διχασμό να μας χωρίσει.

Μουσικό Διάλειμμα #60

Together we stand
Divided we fall…

Advertisements

Γιατί όχι;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο θρόνο του. Ε όχι.

Και να που η πολιτική ηγεσία του «ναι σε όλα» γιορτάζει και πάλι το «όχι». Η ζωή (άρα και η Ιστορία) είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές και μεγάλες ειρωνείες. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σοβαρά τι θα έκαναν οι τιμημένοι ηγέτες του έθνους που βρίσκεται σήμερα στο έλεος της κρίσης, εάν ήταν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά το 1940. Πιστεύετε πραγματικά ότι θα έλεγαν το «όχι»; Η απάντηση ίσως δεν είναι και τόσο απλή.

Υπάρχει λόγος σοβαρός που η εκάστοτε κυβέρνηση δεν νιώθει καμία τύψη όταν πρόκειται να κόψει κονδύλια από την Παιδεία, όταν προωθεί ερμηνείες της Ιστορίας δήθεν προοδευτικές  και δεν αφήνει περιθώρια για μια πιο ορθολογική, αλλά όχι ισοπεδωτική μελέτη και διδασκαλία της. Ο λόγος είναι ότι η σωστή διδασκαλία της Ιστορίας σε βοηθά να μαθαίνεις να σκέφτεσαι και, κυρίως, να αμφισβητείς. Αντίθετα, οι ψευτοπροοδευτικοί αριστεροί σαν την κα. Ρεπούση, προτιμούν να θάβουν ό,τι μας ενοχλεί κάτω από το χαλί στο όνομα τίνος, άραγε; Της φιλίας των λαών; Αν έχω μάθει κάτι σε αυτή τη ζωή είναι ότι η φιλία που βασίζεται στο ψέμα δεν μπορεί να έχει καλό τέλος.

Μόνο αν έρθουμε αντιμέτωποι με τα γεγονότα και αναζητήσουμε την αλήθεια, απαλλαγμένοι όσο γίνεται από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, μπορούμε να μάθουμε κάτι χρήσιμο για την ταυτότητά μας και για τη θέση μας στον κόσμο. Διαφορετικά, θα ζούμε ο καθένας στο χρωματιστό συννεφάκι της επιλογής του και θα πέφτουμε από αυτό με κάθε ευκαιρία. Ας επανέλθουμε στην Ιστορία, λοιπόν.

Όταν ήμασταν παιδιά μας έμαθαν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το περήφανο «όχι» στις δυνάμεις του Άξονα. Κανείς δεν μας ανέφερε τότε τι ακριβώς ήταν ο Μεταξάς, ούτε τους λόγους που τον οδήγησαν στην ιστορική απάντηση. Γίνεται ένας κατά τεκμήριο γερμανόφιλος δικτάτορας, ένας φασίστας, να πει «όχι» στους ομοίους του; Γίνεται. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά δεν ήταν ηλίθιος (όπως κάποιοι άλλοι της συνομοταξίας του, τους οποίους μερικοί μνημονεύουν ακόμα).

Πρώτον, γνώριζε ότι ο στρατός στο μεγαλύτερο μέρος του διαφωνούσε με την αποδοχή της απαίτησης του Μουσολίνι. Ακόμα και όσοι είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τον ίδιο θα δυσκολεύονταν να καταπιούν την απίστευτη πρόκληση των Ιταλών με τον τορπιλισμό της Έλλης (και την ακόλουθη απόπειρα τορπιλισμού δύο επιβατικών πλοίων) το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για την κοινή γνώμη.

Δεύτερον, ο Μεταξάς ήταν στρατιωτικός με μεγάλη αντίληψη της στρατηγικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Μπορεί ο ίδιος να ήθελε την Ελλάδα να στηρίζει το Γ’ Ράιχ, αλλά πίστευε ότι ως ναυτική δύναμη ανήκε αναγκαστικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτοί είναι εν συντομία οι λόγοι που οδήγησαν τον Μεταξά στην ιστορική απόφαση και όχι ο υπέρμετρος ηρωισμός του. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι καθόλου ρομαντικά και ίσως να μην ικανοποιούν όποιον ντε και καλά θέλει να τα βάφει όλα άσπρα-μαύρα. Τίποτα, όμως, δεν είναι απόλυτο, ούτε καν οι λόγοι που οδηγούν σε ένα μονολεκτικό, κάθετο «όχι».

Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αν αποδεχθούμε ότι ένας φασίστας μπορεί να πάρει μια έντιμη, ηθική, γενναία απόφαση (έστω και αναγκαστικά), γυρίζοντας το νόμισμα αντιλαμβανόμαστε ότι εξίσου εύκολα ένας δημοκράτης μπορεί να πάρει τις χειρότερες αποφάσεις με την πρόφαση της «λαϊκής εντολής». Και τι θα γίνει αν ξαφνικά ο καθένας το συνειδητοποιήσει κι αρχίσει να κρίνει τα πράγματα όχι από τις ταμπέλες που τους κολλάμε, αλλά από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα;

Τι θα γίνει εάν αρχίσει να σκέφτεται;

Διάλειμμα #44

Αντί για μουσικό διάλειμμα προτίμησα αυτή τη φορά ένα αφιέρωμα σε ένα σχετικά άγνωστο επεισόδιο του Ελληνοϊταλικού πολέμου που μου επισήμανε μια φίλη. Αξίζει πολύ περισσότερο να αφιερώσετε εδώ μια ώρα αντί να παρακολουθήσετε μια ακόμα κενή, πριβέ παρέλαση από το θίασο που κυβερνά αυτή τη χώρα: