Μάθε παιδί μου γράμματα

Στις 20 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υιοθέτηση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Με την ευκαιρία κυκλοφόρησαν πετυχημένα σποτάκια κατά της παιδικής κακοποίησης, έγιναν εκδηλώσεις, δράσεις και όλα τα συναφή. Η συγκεκριμένη σύμβαση αποτελεί, όχι τυχαία, το πιο ευρέως αποδεκτό ψήφισμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Λογικό, αφού μόνο οι πλέον πωρωμένοι δεν μπορούν να αντιληφθούν την ευθύνη που έχουμε να προστατέψουμε τους ανθρώπους στην πιο ευαίσθητη και καθοριστική φάση της ζωής τους.

Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι. Το δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσουμε και να αποδεχθούμε ότι η παιδική κακοποίηση ΔΕΝ περιορίζεται στην ενδοοικογενειακή βία. Τα παιδιά είναι οι πρώτοι αποδέκτες και τα πρώτα θύματα ενός κόσμου που είναι  βουτηγμένος στη βία κάθε είδους και μιας κοινωνίας  που εκποιεί τις αξίες της. Τα παιδιά είναι εκτεθειμένα στα πάντα: από πολέμους και ξεριζωμούς, μέχρι το τέρας της κρίσης που τόσο προσεκτικά αναθρέφουμε εδώ και δεκαετίες. Και όταν αντιδρούν με όποιον τρόπο μπορούν και μας εκθέτουν, τότε κάνουμε τους έκπληκτους.

Είναι αδύνατον να καταλάβουμε πως τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια εμπόλεμη ζώνη. Ας πάμε, λοιπόν, σε κάτι πιο εύκολο και απτό για εμάς. Ας μιλήσουμε για τα παιδιά που «τα έχουν όλα».

Απορώ που κάποιοι αναρωτιούνται με τα σωστά τους το γιατί δεν έχουν τρόπους πια τα παιδιά. Ή γιατί δε σέβονται τίποτα. Ή γιατί δεν ενδιαφέρονται για το σχολείο. Ή γιατί κάνουν καταλήψεις. Ή γιατί τα αιτήματά τους φαίνονται άσχετα και ανούσια, εκτός τόπου και εκτός θέματος. Ίσως έχουν ξεχάσει πώς είναι να είσαι έφηβος. Ίσως να μη θέλουν πια να το θυμούνται.

Γιατί αν θυμηθείς πώς σκεφτόσουν στα νιάτα σου τότε πρέπει να λογοδοτήσεις στο παρελθόν για αυτό που είσαι και ζεις σήμερα. Θα πρέπει να εξηγηθείς στον μικρό Νίκο ή στην μικρή Κατερίνα και να τους δώσεις να καταλάβουν ότι όλο αυτό το άσχημο πράγμα που αποτελεί την πραγματικότητά σου, την καθημερινότητα της επιβίωσής σου, αυτό το οποίο ξορκίζεις μέσα στην εύθραυστη προσωπική σου γυάλα, όλο αυτό το ΑΝΕΧΕΣΑΙ με κάποιον τρόπο. Το θεωρείς, αν όχι φυσιολογικό, τουλάχιστον αναγκαίο κακό.

Και το λούζεσαι κάθε μέρα.

Πληρώνεις το νοίκι ή το χαράτσι σου (αν ζεις ακόμα στο σπίτι σου και όχι με τους γονείς σου) και τους λογαριασμούς σου (αν έχεις εισόδημα), βγαίνεις μια στις τόσες με φίλους για κάνα κρασάκι ή για ένα ποτό, πας στη δουλειά (αν είσαι τυχερός) και κλείνεις όσο γίνεται τα μάτια και τα αυτιά σου σε οτιδήποτε άλλο.

Για ρίξε μια ματιά στον καθρέπτη, λοιπόν. Κάπου εκεί μέσα είναι ο 16χρονος εαυτός σου που σε κοιτά με γουρλωμένα μάτια και σκέφτεται «αποκλείεται γαμώτο να καταντήσω έτσι».

Κι όμως.

Και από αντίδραση, ίσως από ενοχές, κατηγορείς τα παιδιά γιατί θέλουν κάτι αλλά δεν ξέρουν τι. Λες και ξέρεις εσύ. Θεωρείς ότι επειδή εσύ σκύβεις το κεφάλι και πας, πρέπει και αυτά να κάνουν το ίδιο. Τη δοκίμασες εσύ την επανάσταση, δε βγάζει πουθενά. Ή εσύ μπορεί να έδωσες αγώνες για κάτι «ουσιαστικό», ενώ τα παιδιά σήμερα…

Ένα περίεργο πράγμα. Όλοι αυτοί οι ουσιαστικοί, οι πραγματικοί αγώνες, πώς γίνεται και μας έφθασαν ως εδώ; Οι αγώνες που έδινε κάθε γενιά και χλεύαζε  για αυτούς την επόμενη; Κλείνω την παρένθεση.

Τα παιδιά σήμερα, τα παιδιά πάντοτε, ρουφάνε σα σφουγγάρια τα πάντα. Ακόμα και αυτά που δεν πρέπει, όπως το ηθικό αδιέξοδο μιας ολόκληρης κοινωνίας, η οποία ξέρει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι λάθος, αλλά φοβάται να αλλάξει ουσιαστικά. Βλέπουν τους γονείς τους να βρίζουν αυτούς που ψηφίζουν και μετά να τους ψηφίζουν ξανά. Βλέπουν τους καθηγητές τους να είναι δέσμιοι ενός αποτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος να μετατρέπονται σε δημόσιους υπαλλήλους-ζόμπι που λειτουργούν ως διδάσκοντες μόνο στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα. Ζουν καθημερινά τον απαράμιλλο παραλογισμό ενός κράτους, το οποίο όχι μόνο δε σταμάτησε να αντιμετωπίζει τους πολίτες του εναλλάξ σαν πελάτες ή εχθρούς, αλλά εντείνει την προσπάθειά του για την εξάλειψη οποιασδήποτε δημιουργικής σκέψης ή προσπάθειας σε κάθε επίπεδο. Ζουν στη χώρα που άλλοι αγωνιούν για να σώσουν το σπίτι τους ή για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, ενώ το τελευταίο iPhone γίνεται ανάρπαστο.

Το έχουμε ξαναπεί: το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι. Η πολιτική ηγεσία της χώρας βυθίζεται όλο και περισσότερο στην αναξιοπρέπεια με τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα να βρίσκονται, τι ειρωνεία, στο ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Πρώτον, η περιβόητη ΕΔΕ που διατάχθηκε από τον πολύ κ. Λοβέρδο για να διαπιστωθεί ο λόγος για τον οποίο δε προσκλήθηκε στη δοξολογία της 28ης Οκτωβρίου. Στην ίδια χώρα που δεν γίνονται ΕΔΕ για μια αδιάκοπη σειρά από σκάνδαλα και αυθαιρεσίες κρατικών λειτουργών, διατάσσεται ΕΔΕ για να βρεθεί ποιος φταίει που δεν καλέστηκε ο Υπουργός. Για να διαπιστωθεί τελικά ότι το σφάλμα έγινε στο ίδιο του το γραφείο.

Στη συνέχεια με έκπληξη ακούσαμε τον Υφυπουργό Παιδείας να λέει ευθαρσώς στη Λιάνα Κανέλλη ότι «θέλει Κασιδιάρη» με τον προεδρεύοντα της Βουλής να την επιπλήττει όταν, δικαιολογημένα, έγινε έξω φρενών. Σιγά το πράμα, δηλαδή. Επειδή ο Υφυπουργός Παιδείας, ούτε λίγο ούτε πολύ, επικρότησε δημόσια έναν μισογύνη νεοναζί που χτύπησε μπροστά στις κάμερες μια γυναίκα βουλευτή; Γιατί όταν λες «Κασιδιάρης σου χρειάζεται, αλλά εγώ δε θα σου κάνω τη χάρη να γίνω», σημαίνει ότι επικροτείς τον άντρα που δε δέχεται τη γυναίκα να αντιμιλά. Της χρειάζεται ένα μπερντάκι ξύλο να μπει στη θέση της. Αλλά δε θα της το δώσεις εσύ, γιατί είσαι υπεράνω. Το περιστατικό ήταν τόσο χοντρό, ώστε ανάγκασε τον Πρωθυπουργό να «παραιτήσει» τον κ. Στύλιο στη χώρα που κανείς στην κυβέρνηση δεν παραιτείται, ούτε απομακρύνεται για τίποτα.

Και μετά, ποιος τον διαδέχθηκε; Ένας κύριος Γεωργαντάς, ο οποίος είχε δηλώσει σε συγκέντρωση στελεχών στο Κιλκίς ότι «…σε ανθρώπους που ωφελήθηκαν από την ΝΔ, σε ανθρώπους που δούλεψαν επί ΝΔ σε ανθρώπους που πήρανε συμβάσεις από τη ΝΔ, εννοώ συμβάσεις έργου, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, άλλοι που πήγαν στα stage, αυτούς να τους θυμίσουμε ότι πρέπει να προσφέρουν κάποια υπηρεσία…«. Έτσι διδάσκουμε στα παιδιά την αξιοκρατία. Μπορείτε να σπουδάσετε ό,τι θέλετε, αλλά αν ελπίζετε στην Ελλάδα του 2014 και του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων να βρείτε δουλειά, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να ψηφίσετε το κυβερνόν κόμμα. Ή να εργάζεστε τζάμπα με την ελπίδα ότι κάποτε μπορεί και να προσληφθείτε.

Όλα αυτά από την ίδια κυβέρνηση που κατήργησε όχι το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, όπως ακούστηκε, αλλά έστω και την αναφορά στο αναπαραγωγικό σύστημα που υπήρχε στο βιβλίο της Βιολογίας της Α’ Γυμνασίου. Δεν μπορείς να καταργήσεις κάτι που δεν υπάρχει, εξάλλου. Μπορείς να προσποιείσαι, όμως, ότι είσαι σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα ενώ με κάθε σου ενέργεια προωθείς την ανευθυνότητα, το μισογυνισμό, την ασέβεια, την αναξιοπρέπεια, την αναξιοκρατία και το σκοταδισμό. Και όλα αυτά μόνο μέσω του Υπουργείου Παιδείας. Πού να συμπεριλάβεις και την υπόλοιπη κυβέρνηση.

Και θέλετε τα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτό το περιβάλλον να μάθουν τι ακριβώς; Όποιος έχει επαφή με εκπαιδευτικούς, κάθε βαθμίδας και ειδικότητας, μπορεί εύκολα να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η διαφορά  στα παιδιά είναι αισθητή χρόνο με το χρόνο. Τα περισσότερα δεν ενδιαφέρονται να μάθουν, γιατί δεν πιστεύουν σε τίποτα. Και σε τι να πιστέψουν όταν όλα μα όλα τα μηνύματα που λαμβάνουν καθημερινά είναι λανθασμένα; Όταν τα ΜΜΕ καλλιεργούν μια συνεχή τρομοκρατία και την εναλλάσσουν με διαλείμματα κενής «γκλαμουριάς» που περνιέται για ψυχαγωγία; Όταν η εικόνα που διαγράφεται για το μέλλον τους είναι εντελώς μαύρη;

Θυμάμαι, τι έλεγαν κάποιοι όταν κάναμε εμείς καταλήψεις στο σχολείο (τις ίδιες καταλήψεις που ξεκίνησαν την πολιτική καριέρα του Τσίπρα) για το περιβόητο νομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου. Έλεγαν πως είναι υποκινούμενες, πως γίνονταν για να γλυτώσουμε μαθήματα και άλλα παρόμοια. Πέρα από τις όποιες αστοχίες του νομοσχεδίου,  εμείς βλέπαμε μια ευκαιρία να αντιδράσουμε σε μια θλιβερή πολιτική κατάσταση, σε ένα σκηνικό όπου Πρωθυπουργοί έκριναν εαυτούς υπεράνω του νόμου, όπου τα κόμματα έπαιζαν βρώμικα παιχνίδια στην πλάτη όλων των άλλων και όπου τα χρόνια προβλήματα (όπως αυτό της Παιδείας) φαίνονταν άλυτα. Και αυτό που ένοιαζε τον Υπουργό ήταν ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός και το πανεπιστημιακό άσυλο.

Θέλαμε να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε τα πράγματα. Δεν καταφέραμε και πολλά, εκτός από την ακύρωση άλλης μιας ανούσιας μεταρρύθμισης. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η αντίδραση ήταν λανθασμένη ή άστοχη. Ούτε αφαιρεί το δικαίωμα από τα παιδιά να αντιδρούν σήμερα, επειδή κρίνουμε ότι τα αιτήματά τους είναι φτωχά. Φτωχή σε αξίες είναι η κοινωνία στην οποία μεγαλώνουν. Που δεν τους δίνει τίποτα να πιστέψουν και τίποτα να ελπίζουν. Εκτός από μια άρον-άρον απόδραση στο εξωτερικό.

Και να μη γυρίσουν ποτέ. Για να μην καταντήσουν σαν τον Τσάκωνα στο «Μάθε παιδί μου γράμματα», που μετρούσε τα χρόνια των σπουδών του και αναρωτιόταν που πήγε ο χαμένος του χρόνος.

Διάλειμμα #56

Advertisements

Οι Άθλιοι του 2013

Στο περίφημο κλασικό έργο του Ουγκώ, ο Γιάννης Αγιάννης είχε καταδικαστεί στα κάτεργα επειδή είχε κλέψει ένα καρβέλι ψωμί για την αδερφή του. Στην Ελλάδα του 2013, ένας άνεργος πατέρας καταδικάστηκε επειδή έκλεψε ένα κουτί μαρκαδόρους για το παιδί του.

Αν και δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι πια που δεν έχουν ούτε να φάνε, δεν έχουμε φθάσει ακόμα στο επίπεδο γενικευμένης εξαθλίωσης  της Γαλλίας του 19ου αιώνα όπως αυτή περιγράφεται στο πασίγνωστο μυθιστόρημα. Ο απλός λαός της εποχής, που βίωνε την πείνα και τη φτώχεια δεν είχε ποτέ του το προνόμιο της μόρφωσης. Αυτό κατακτήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα δικαιώματά του με πολύ αίμα και αγώνα, σε διάστημα πολλών δεκαετιών.

Είναι οδυνηρά ξεκάθαρο σήμερα ότι η πορεία που ακολουθούμε είναι ακριβώς η αντίστροφη. Την ίδια στιγμή που κατρακυλάμε προς τη βία και το φασισμό, σχολεία και πανεπιστήμια κλείνουν, ενώ όσα παιδιά πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους αντιμετωπίζουν το τείχος της ανεργίας που ξεπερνά το 55% στους νέους. Δικαιώματα που κατακτήθηκαν με τεράστιες θυσίες κατά τους δύο τελευταίους αιώνες εξανεμίζονται μέσα σε λίγα χρόνια προς χάριν της «ανταγωνιστικότητας», της «παραγωγικότητας» και της ελεύθερης αγοράς.

Για ποια «ανταγωνιστικότητα» μιλάνε, όταν πολλοί γονείς δεν έχουν πια χρήματα για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο της υποτιθέμενης «δωρεάν» παιδείας; Όταν αναγκάζονται να κλέψουν σχολικά είδη για το Δημοτικό;

Νομίζω ότι όλοι μας γνωρίζουμε τι συμβαίνει στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου το σχολείο αποτελεί πολυτέλεια. Το φάντασμα της παράνομης παιδικής εργασίας και εκμετάλλευσης σε λίγα χρόνια δε θα είναι κάτι που αφορά μόνο τους φτωχούς μετανάστες. Δε θα είναι κάτι που βλέπουμε σε ένα στενάχωρο ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση ή κάτι βγαλμένο από ένα μυθιστόρημα που περιγράφει άλλες εποχές.

Όπως οι Άθλιοι. Ένα βιβλίο που το διαβάζαμε ανατριχιάζοντας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν άλλοτε οι άνθρωποι. Βέβαιοι ότι αυτές οι εποχές είχαν απομακρυνθεί από την Ευρώπη για πάντα. Με την ελπίδα ότι μια μέρα θα ακολουθούσαν και όλες οι τριτοκοσμικές χώρες και θα ζούσαμε σε έναν πλανήτη χωρίς φτώχεια και εκμετάλλευση. Σε έναν κόσμο όπου οι Άθλιοι θα μας θύμιζαν μια μακρινή, δυσάρεστη ιστορική περίοδο, στοιχειωμένη από την αδικία.

Ωστόσο το φάντασμα της εξαθλίωσης σύντομα δε θα είναι πια φάντασμα. Δεν είναι πια φάντασμα, όσο κι αν θέλουμε να κρύβουμε το κεφάλι μας στην άμμο, όσοι από εμάς έχουμε ακόμα την πολυτέλεια να το κάνουμε.

Ο πατέρας που έκλεψε μαρκαδόρους για το παιδί του το έκανε επειδή πιθανόν να θεωρούσε ντροπή την αδυναμία του να του προσφέρει κάτι τόσο απλό και αυτονόητο. Όσο περισσότεροι, όμως, χάνουν τη δυνατότητα αυτή και αποκτούν πρόβλημα βιοπορισμού, τόσο αυτά που θεωρούσαμε ως τώρα αυτονόητα αρχίζουν να διαγράφονται ένα-ένα. Σβήνουν πρώτα τα περιττά: οι διακοπές, οι έξοδοι, το αυτοκίνητο, τα ψώνια, το Internet… στη συνέχεια θα σβήσουν και τα αναγκαία: μόρφωση, περίθαλψη, στέγαση και στο τέλος θα μείνει μόνο η επιβίωση. Όταν φτάσεις πια σε αυτό το σημείο, η αξιοπρέπεια έχει πεθάνει προ πολλού.

Για αυτό και τόσοι άνθρωποι μέχρι σήμερα έχουν προτιμήσει να αυτοκτονήσουν. Όχι επειδή ήταν καταθλιπτικοί, όπως υπαινίσσονται οι παπαγάλοι των ΜΜΕ, ή απλά αδύναμοι, αλλά επειδή είχαν μάθει αλλιώς. Είχαμε μάθει αλλιώς. Ο Γιάννης Αγιάννης δε θα έκλεβε ποτέ κονδυλοφόρο γιατί θα ήταν παράλογη πολυτέλεια. Ούτε κάποιος άνθρωπος στην Ελλάδα του 1840, για παράδειγμα, θα αυτοκτονούσε επειδή δεν είχε να φάει. Η φτώχεια, η αμορφωσιά και η πείνα ήταν κάτι το δεδομένο.

Προτού έρθει η απόλυτη εξαθλίωση σε πολλούς χάνεται και η ανθρωπιά. Βγαίνουν στην επιφάνεια τα κατώτερα ένστικτα. Ο ανθρωπάκος καλώς ή κακώς υπέπεσε σε σφάλμα, αλλά κάποιοι όχι μόνο του πήραν τα λεφτά (το τελευταίο του εικοσάρικο, αν αληθεύουν τα δημοσιεύματα), αλλά κάλεσαν και την αστυνομία. Που τον έσυρε στο δικαστήριο για ένα κουτί μαρκαδόρων των 12 Ευρώ. Και αναρωτιόμαστε μετά πως προέκυψε ο φασισμός στην Ελλάδα;

Δεν λέω ότι δεν πρέπει να τηρούνται οι νόμοι. Αλλά όχι έτσι, αυτό είναι ντροπή. Στη χώρα που έκαναν φτερά δισεκατομμύρια δεξιά κι αριστερά επί δεκαετίες και δεν τιμωρήθηκε κανείς είναι ντροπή να καταδικάζεται κάποιος για 12 Ευρώ. Σήμερα. Για ένα καρβέλι ψωμί αύριο;

Μουσικό Διάλειμμα #40

Πολυτεχνείο

39 χρόνια μετά, η εξέγερση του ’73 που είχε ως επίκεντρο την κατάληψη του Πολυτεχνείου συνεχίζει να διχάζει. Δε θα αφιερώσω παρά ελάχιστες αράδες στις απόψεις των φασιστών σχετικά με το θέμα. Εξάλλου οι νεκροί, κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον, είναι καταγεγραμμένοι και επιβεβαιωμένοι πέρα από κάθε αμφιβολία.

Το αν έπεσαν εντός ή εκτός των πυλών, λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει ότι ανεχόμαστε ακόμα τους «εθνικιστές» οι οποίοι θαυμάζουν απροκάλυπτα αυτούς που όχι μόνο βύθισαν τη χώρα στο σκοτάδι για επτά χρόνια, αλλά παρέδωσαν τη μισή Κύπρο στα χέρια του Αττίλα.

Υπάρχουν τόσες απόψεις για τα γεγονότα και τη «γενιά του Πολυτεχνείου», σχεδόν όσοι είναι και οι κάτοικοι αυτής της χώρας.

Έριξε τη χούντα, δεν έριξε τη χούντα. Πρόδωσε τα ιδανικά της ή τα δικαίωσε. Εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τον αγώνα της ή έμεινε κατά πλειοψηφία στην αφάνεια.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι γενικεύσεις, όπως πάντα, είναι ισοπεδωτικές και εσφαλμένες. Το τι κάνει ένα μέρος μιας υποτιθέμενης κατηγορίας ανθρώπων δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηρίζει το σύνολο.

Για μένα, ακόμα και ο όρος «γενιά του Πολυτεχνείου» είναι παραπλανητικός. Εκείνο το Νοέμβρη κάποιοι φοιτητές  αποφάσισαν, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς ουσιαστικό σχέδιο, να καταλάβουν τη σχολή τους για να διεκδικήσουν τα ακαδημαϊκά τους δικαιώματα.

Δεν ήταν όλοι οι φοιτητές του Πολυτεχνείου παρόντες στην κατάληψη, όπως και δεν ήταν μόνο φοιτητές όσοι συγκεντρώθηκαν σταδιακά έξω από το χώρο για να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και να διαδηλώσουν. Δεν ήταν μόνο 20χρονα παιδιά. Ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου.

Ο κόσμος συσπειρώθηκε γύρω από τους φοιτητές γιατί η κατάληψή τους ήταν μια σπάνια εκδήλωση ανοιχτής αντίστασης κατά της δικτατορίας. Γιατί αυτό που ζητούσαν αφορούσε όλους τους Έλληνες. Πολύ γρήγορα έγινε προφανές ότι τα αρχικά αιτήματα θα ήταν αδύνατο να ικανοποιηθούν από μια χουντική κυβέρνηση. Έτσι μετατράπηκαν από ακαδημαϊκά σε πολιτικά, με κυριότερο το πασίγνωστο και εμβληματικό «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Τόσο απλά. Απ’ όσο γνωρίζω καμία εξέγερση δεν ξεκίνησε ποτέ ως τέτοια. Ανάλογα συμβάντα ξεκινούν κατά κανόνα από αφορμές. Όπως, για παράδειγμα, τα γεγονότα του Μάη του 1968 στη Γαλλία, τα οποία ξεκίνησαν επίσης από φοιτητικές και μαθητικές διαμαρτυρίες, γενικεύτηκαν και τελικά οδήγησαν σε πτώση της κυβέρνησης.  Στην Ελλάδα η 25η Μαρτίου 1942 κατά την Κατοχή και η κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου το ’68 ήταν αντίστοιχες αφορμές που οδήγησαν σε εκδηλώσεις αντίστασης.

Δυστυχώς, όμως, όσοι έχουν μάθει να βάζουν τη σκέψη τους σε καλούπια δεν μπορούν να δεχθούν την αυθόρμητη αντίδραση του κόσμου. Έτσι το ΚΚΕ στην αρχή μίλησε για «προβοκάτορες«, οι καθεστωτικοί μίλησαν για «αναρχοκομμουνιστές», ενώ μετά την πτώση της χούντας έσπευσαν όλοι να δηλώσουν ότι ήταν εκεί.

Η ανάγκη αυτή της προσκόλλησης της ταμπέλας, όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε όπως θα έπρεπε με τη Μεταπολίτευση, αλλά εντατικοποιήθηκε. Εκείνες του «εθνικόφρονα» και του «αντιφρονούντα» αντικαταστάθηκαν από δεκάδες άλλες. Η «γενιά του Πολυτεχνείου» έγινε άλλη μία από αυτές τις ταμπέλες. Για κάποιους αποτέλεσε το εισιτήριο για την πολιτική. Για πολλούς άλλους, που δεν την εξαργύρωσαν, παρέμεινε ένας κενός χαρακτηρισμός.

Το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά το 1974, προφανώς απέτυχε να αξιοποιήσει τη Δημοκρατία προς όφελος της χώρας. Η Ελλάδα διέγραψε έναν τέλειο κύκλο μέσα σε 40 χρόνια και σήμερα τα αιτήματα είναι, ουσιαστικά, ακριβώς τα ίδια: Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.

Κάπως έτσι φθάσαμε να πρέπει να διεκδικήσουμε ξανά αυτά που αποκτήθηκαν με αίμα, αλλά χάθηκαν με χρήμα. Πάντα με την απειλή της ταμπέλας. Ακόμα και η εύλογη ανάγκη του κόσμου να απαλλαγεί από ταμπέλες και σημαιάκια απέκτησε το χαρακτηρισμό του «αγανακτισμένου».

Αυτού που δεν έχει κάποια «ιδεολογία», δεν γνωρίζει απέξω το «Κεφάλαιο», δεν έχει διαβάσει Μπακούνιν, μπορεί κάποτε να ψήφιζε ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, μπορεί κάποτε να βόλεψε το παιδί του στο Δημόσιο, μπορεί και όχι, μπορεί να είναι ελεύθερος επαγγελματίας ή δημόσιος υπάλληλος. Μπορεί να ήταν στο Πολυτεχνείο, μπορεί και να καθόταν ζαρωμένος με το ραδιοφωνάκι του στο δωμάτιο, ακούγοντας τις ερπύστριες στο δρόμο.

Μπορεί και να ήταν αγέννητος ακόμα.

Πως καταλήξαμε να πρέπει να υποβάλλουμε δήλωση κοινωνικών φρονημάτων για να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα δεν ξέρω. Πολύ περισσότερο δεν καταλαβαίνω πως αυτό θεωρείται «δημοκρατικό».

Δεν υπήρξε «γενιά του Πολυτεχνείου». Υπήρξε Πολυτεχνείο. Μια εξέγερση χωρίς ταμπέλες, χωρίς κόμματα, χωρίς ανάγκη για ιδεολογίες. Δεν χρειάζεσαι ιδεολογία για να διεκδικήσεις τα πιο θεμελιώδη σου δικαιώματα.

Αφορμές θα υπάρξουν. Κάποια από αυτές, θέλω να πιστεύω, θα αποτελέσει το έναυσμα για κάτι νέο. Και, ίσως, μια μέρα κάποιοι να μιλούν για τη «γενιά του Μνημονίου».

Μουσικό Διάλειμμα #26