Γιατί όχι;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο θρόνο του. Ε όχι.

Και να που η πολιτική ηγεσία του «ναι σε όλα» γιορτάζει και πάλι το «όχι». Η ζωή (άρα και η Ιστορία) είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές και μεγάλες ειρωνείες. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σοβαρά τι θα έκαναν οι τιμημένοι ηγέτες του έθνους που βρίσκεται σήμερα στο έλεος της κρίσης, εάν ήταν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά το 1940. Πιστεύετε πραγματικά ότι θα έλεγαν το «όχι»; Η απάντηση ίσως δεν είναι και τόσο απλή.

Υπάρχει λόγος σοβαρός που η εκάστοτε κυβέρνηση δεν νιώθει καμία τύψη όταν πρόκειται να κόψει κονδύλια από την Παιδεία, όταν προωθεί ερμηνείες της Ιστορίας δήθεν προοδευτικές  και δεν αφήνει περιθώρια για μια πιο ορθολογική, αλλά όχι ισοπεδωτική μελέτη και διδασκαλία της. Ο λόγος είναι ότι η σωστή διδασκαλία της Ιστορίας σε βοηθά να μαθαίνεις να σκέφτεσαι και, κυρίως, να αμφισβητείς. Αντίθετα, οι ψευτοπροοδευτικοί αριστεροί σαν την κα. Ρεπούση, προτιμούν να θάβουν ό,τι μας ενοχλεί κάτω από το χαλί στο όνομα τίνος, άραγε; Της φιλίας των λαών; Αν έχω μάθει κάτι σε αυτή τη ζωή είναι ότι η φιλία που βασίζεται στο ψέμα δεν μπορεί να έχει καλό τέλος.

Μόνο αν έρθουμε αντιμέτωποι με τα γεγονότα και αναζητήσουμε την αλήθεια, απαλλαγμένοι όσο γίνεται από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, μπορούμε να μάθουμε κάτι χρήσιμο για την ταυτότητά μας και για τη θέση μας στον κόσμο. Διαφορετικά, θα ζούμε ο καθένας στο χρωματιστό συννεφάκι της επιλογής του και θα πέφτουμε από αυτό με κάθε ευκαιρία. Ας επανέλθουμε στην Ιστορία, λοιπόν.

Όταν ήμασταν παιδιά μας έμαθαν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το περήφανο «όχι» στις δυνάμεις του Άξονα. Κανείς δεν μας ανέφερε τότε τι ακριβώς ήταν ο Μεταξάς, ούτε τους λόγους που τον οδήγησαν στην ιστορική απάντηση. Γίνεται ένας κατά τεκμήριο γερμανόφιλος δικτάτορας, ένας φασίστας, να πει «όχι» στους ομοίους του; Γίνεται. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά δεν ήταν ηλίθιος (όπως κάποιοι άλλοι της συνομοταξίας του, τους οποίους μερικοί μνημονεύουν ακόμα).

Πρώτον, γνώριζε ότι ο στρατός στο μεγαλύτερο μέρος του διαφωνούσε με την αποδοχή της απαίτησης του Μουσολίνι. Ακόμα και όσοι είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τον ίδιο θα δυσκολεύονταν να καταπιούν την απίστευτη πρόκληση των Ιταλών με τον τορπιλισμό της Έλλης (και την ακόλουθη απόπειρα τορπιλισμού δύο επιβατικών πλοίων) το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για την κοινή γνώμη.

Δεύτερον, ο Μεταξάς ήταν στρατιωτικός με μεγάλη αντίληψη της στρατηγικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Μπορεί ο ίδιος να ήθελε την Ελλάδα να στηρίζει το Γ’ Ράιχ, αλλά πίστευε ότι ως ναυτική δύναμη ανήκε αναγκαστικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτοί είναι εν συντομία οι λόγοι που οδήγησαν τον Μεταξά στην ιστορική απόφαση και όχι ο υπέρμετρος ηρωισμός του. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι καθόλου ρομαντικά και ίσως να μην ικανοποιούν όποιον ντε και καλά θέλει να τα βάφει όλα άσπρα-μαύρα. Τίποτα, όμως, δεν είναι απόλυτο, ούτε καν οι λόγοι που οδηγούν σε ένα μονολεκτικό, κάθετο «όχι».

Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αν αποδεχθούμε ότι ένας φασίστας μπορεί να πάρει μια έντιμη, ηθική, γενναία απόφαση (έστω και αναγκαστικά), γυρίζοντας το νόμισμα αντιλαμβανόμαστε ότι εξίσου εύκολα ένας δημοκράτης μπορεί να πάρει τις χειρότερες αποφάσεις με την πρόφαση της «λαϊκής εντολής». Και τι θα γίνει αν ξαφνικά ο καθένας το συνειδητοποιήσει κι αρχίσει να κρίνει τα πράγματα όχι από τις ταμπέλες που τους κολλάμε, αλλά από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα;

Τι θα γίνει εάν αρχίσει να σκέφτεται;

Διάλειμμα #44

Αντί για μουσικό διάλειμμα προτίμησα αυτή τη φορά ένα αφιέρωμα σε ένα σχετικά άγνωστο επεισόδιο του Ελληνοϊταλικού πολέμου που μου επισήμανε μια φίλη. Αξίζει πολύ περισσότερο να αφιερώσετε εδώ μια ώρα αντί να παρακολουθήσετε μια ακόμα κενή, πριβέ παρέλαση από το θίασο που κυβερνά αυτή τη χώρα:

Advertisements

Ανθρώπινοι Ήρωες

Υπό κανονικές συνθήκες αυτό το κείμενο θα το έγραφα ανήμερα την 25η Μαρτίου. Υπό κανονικές συνθήκες, όμως, δε θα έγραφα καν στο παρόν ιστολόγιο. Δεν θα υπήρχε λόγος.

Δυστυχώς, τα τραγελαφικά γεγονότα της 24ης και 25ης Μαρτίου δεν μου επέτρεψαν να ασχοληθώ με την ουσία του θέματος, αλλά με το θέατρο που στήθηκε άρον-άρον από ένα σύστημα στα όρια της κατάρρευσης.

Πλέον, απαλλαγμένοι από τον ψυχαναγκασμό της εθνικής μνήμης και τη ντροπή της εθνικής μας κατάντιας, μπορούμε ίσως να κρίνουμε πιο ψύχραιμα τα πράγματα. Μπορούμε να μιλήσουμε για το πραγματικό νόημα της επετείου.

Το οποίο δεν υπάρχει.

Διότι μια επέτειος όταν έχει απομακρυνθεί τόσο πολύ από την ιστορική, αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα στερείται πλέον κάθε νοήματος. Όπως οι κούφιες και ανούσιες παρελάσεις με τις οποίες έχουμε συνδέσει και την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου. Ναι, τα δροσερά κορίτσια και τα λεβεντόπαιδα που παρελαύνουν δύο φορές το χρόνο είναι ωραίο να τα βλέπεις.

Αλλά η πασαρέλαση αυτή δεν έχει καμία σχέση πια με εθνική επέτειο. Τα περισσότερα παιδιά δεν γνωρίζουν καν τι ακριβώς εορτάζουμε κάθε χρόνο, γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει καταντήσει τις επετείους αυτές επαναλαμβανόμενες αγγαρείες για όλους, συμμετέχοντες και θεατές.

Ασχολούμαστε με παρελάσεις και σημαιοστολισμούς και αφήνουμε στην άκρη αυτό που έχει πραγματική σημασία: την Ιστορία και ακόμα περισσότερο αυτούς που την έγραψαν. Όχι εκείνους που την μετέφεραν στο χαρτί, αλλά αυτούς που πρωταγωνίστησαν σε αυτή. Τους ήρωες. Τους ανθρώπους.

Μάλιστα, τους ανθρώπους. Βλέπετε, η επετειακή τυποποίηση, η πατριωτική εξιδανίκευση και η ιστορική μουμιοποίηση έχουν ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν για αυτή τη χώρα, για αυτό το έθνος, να έχουν αναχθεί σε υπεράνθρωπους ήρωες, σε υπερφυσικά όντα που αποφάσισαν ξαφνικά να ελευθερώσουν την Ελλάδα και το κατάφεραν με χαρακτηριστική άνεση, πηδώντας από κορφή σε κορφή και θερίζοντας Τούρκους κατά δεκάδες.

Στο ενδιάμεσο έστηναν και τις σούβλες τους στις ραχούλες και χτυπούσαν και ένα-δυο αρνιά στην καθισιά τους. Παρόλα αυτά, ήταν σεβάσμιοι και γενναίοι κύριοι, ως επί το πλείστον με μακριά κώμη και μερακλίδικο μουστάκι. Μάλιστα τιμήθηκαν όλοι για τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα, αφού τους κάναμε όμορφα αγάλματα και δώσαμε το όνομά τους σε γήπεδα, δρόμους και σοκάκια.

Κάπου μεταξύ της ιδέας του υπεράνθρωπου αγωνιστή, του μπρούτζινου αγάλματος και της εικόνας της ρουστίκ αντρίλας χάθηκε το πραγματικό νόημα. Ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Κανάρης και όλοι οι άλλοι αγωνιστές ήταν, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι. Αυτή είναι μια πολύ απλή και αυτονόητη αλήθεια, την οποία όμως δεν συνειδητοποιεί σχεδόν κανένας σήμερα. Όπως γίνεται, άλλωστε, με όλες τις απλές αλήθειες.

Αλλά οι αλήθειες αυτές, όσο και να θέλουν ορισμένοι, δεν μπορούν να χαθούν. Υπάρχουν πάντα για όσους είναι διατεθειμένοι να τις αναζητήσουν. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καλύτερη πηγή από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Ενός ανθρώπου απλού, αλλά διορατικού, ενός αγράμματου λόγιου θα έλεγε κανείς. Ενός ήρωα με αμφιβολίες και φόβους, με ταπεινότητα και απλή, αλλά καθαρή σκέψη. Ενός ανθρώπου που ξεπέρασε τον εαυτό του και διακινδύνεψε ό,τι είχε κερδίσει, βασισμένος μόνο στις δυνάμεις του και στο μυαλό του, για έναν Αγώνα με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Μ’ έβιαζαν να φύγω από το κονσουλάτο. ‘Ισασα τις πιστιόλες μου, το γιαταγάνι μου,
έκαμα την προσευκή μου, είπα και του παιδιού, μόφερε κάμποσο ρακί και ήπια ν’
αυγατήση το σπίρτο και να βγω με το γιαταγάνι έξω, ας ήμουν και κιοτής. Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Τούρκοι του κονσόλου και άλλοι Τούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Και εγώ έλεγα να μην πιαστώ ζωντανός και με παιδέψουνε και βρεθώ μπόσικος και
προδώσω τίποτας – καλύτερα να σκοτωθώ.

Μια άλλη απλή αλήθεια είναι ότι οι ήρωες αυτοί δεν ήταν μόνοι τους. Και όχι, δεν εννοώ τις Μεγάλες Δυνάμεις και τη «μεγαλόψυχη» συνεισφορά τους στον Αγώνα. Αναφέρομαι στους υπόλοιπους απλούς ανθρώπους, τους φτωχούς και αγράμματους, που δεν γνώριζαν καν τι σημαίνει «ελευθερία», αλλά τόλμησαν να παίξουν κορώνα-γράμματα αυτά τα ελάχιστα που είχαν για χάρη μιας Ιδέας.

Οι περισσότεροι πολεμούσαν με τα ξύλα και χωρίς τα’ αναγκαία. οί Τούρκοι ήταν πλήθος και γυμνασμένοι. οι δυστυχείς Έλληνες ολίγοι κι αγύμναστοι νίκησαν… Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίοι. Εις τις πρώτες χρονιές εφοδίαζαν τα κάστρα των Τούρκων. Tους κατάτρεχαν ολοένα…
γενναίοι προπατέρες, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λεωνίδα κι επίλοιποι γενναίοι άντρες περηφανεύεστε όπου κάμετε τόσα μεγάλα κατορθώματα και σας εγκωμιάζει όλος ο κόσμος-δεν τα κάμετε εσείς μόνοι σας. Oι στρατιωτικοί και πολιτικοί σας βοηθούσαν, σας βοηθούσαν οι φιλόσοφοι με αρετή, με φώτα πατριωτικά.

Για χάρη μιας Ελλάδας που δεν υπήρχε επί τέσσερις αιώνες, για χάρη μιας Ιστορίας που δε γνώριζαν, για μια Ελευθερία άυλη, ανυπόστατη, ονειρεμένη. Είναι πολύ εύκολο και αυτονόητο για εμάς, σήμερα, οι Έλληνες εκείνης της εποχής να θέλουν την ελευθερία τους όσο τίποτα άλλο.

Στην πραγματικότητα, όμως, είχαν περάσει δέκα γενιές Ελλήνων που δε γνώρισαν ελεύθερη Ελλάδα. Οι Έλληνες του ’21 δεν ήξεραν πως είναι η ζωή χωρίς κατακτητή, ούτε από τους γονείς, ούτε από τους παππούδες τους. Ήξεραν να επιβιώνουν σκύβοντας το κεφάλι και είχαν μάθει από τους ξεσηκωμούς του παρελθόντος ότι κάθε αντίσταση πνιγόταν στο αίμα.

Αν το δούμε λίγο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά, οι κατακτημένοι Έλληνες δεν είχαν απτό κίνητρο για να επαναστατήσουν. Αντίθετα, υπήρχε μια σωρεία επιχειρημάτων για το αντίθετο.

Ναι, ήταν φτωχοί. Ναι, μπορούσε ανά πάσα στιγμή ο τοπικός Πασάς να κλέψει τις γυναίκες ή τα παιδιά τους. Αλλά αυτό δε συνέβαινε σε όλους. Και, όπως διαπιστώνουμε σήμερα, είναι εύκολο όταν φοβάσαι για το τομάρι σου να κλείνεις τα μάτια μπροστά στη δυστυχία των άλλων.

Αν δεν καταλαβαίνετε τι εννοώ, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στις δημοσκοπήσεις και στα νούμερα των δύο «μεγάλων» κομμάτων. Έστω κι αν είναι φουσκωμένα.

Για να επανέλθω στο Μακρυγιάννη, έχει πολλά να πει και για την ξένη «βοήθεια» και για τους ντόπιους «εθνοπατέρες» και πολιτικάντηδες που έκαναν στην άκρη τους αγωνιστές για να σφετεριστούν την ίδια την ελευθερία που αγοράστηκε με το αίμα τους.

Tότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Οι Μεγάλες Δυνάμεις άρχισαν να βοηθούν την Επανάσταση μόνο αφού φάνηκε ότι υπήρχε ελπίδα να πετύχει. Βλέπετε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ακόμα ισχυρή. Δε χρειαζόταν βοήθεια. Αλλά ένα νεογέννητο ελληνικό κράτος θα ήθελε χρήματα και όπλα και θα ήταν για πάντα υπόχρεο στους «ευεργέτες» του.

Όχι ότι θέλω να μειώσω τους φιλέλληνες, οι οποίοι υπήρχαν και ήταν πολλοί και ένθερμοι. Αλλά τα κράτη τους επί δεκαετίες ολόκληρες τους αγνοούσαν, γιατί δεν υπήρχε συμφέρον. Όπως γίνεται και σήμερα. Υπάρχουν πολλές φωνές από διανοούμενους, πολιτικούς και καλλιτέχνες, αλλά και απλό κόσμο κάθε εθνικότητας που στηρίζουν την Ελλάδα και καταδικάζουν τις πολιτικές «διάσωσης» που μας επιβάλλουν. Αλλά οι τράπεζες δεν τους ακούνε, γιατί δε συμφέρει.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Η Ιστορία επαναλαμβάνεται και ήρωες υπάρχουν ακόμα. Ίσως να είναι ο άνθρωπος που ζει δίπλα σας και θα μείνει αύριο χωρίς σπίτι. Ίσως να είστε εσείς. Κανένας δεν το ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε σε μια ακόμα κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας και θα κριθούμε όλοι εκ του αποτελέσματος.

Και η Ιστορία δε θυμάται ποτέ τους «κιότηδες», όσους φιλούν το χέρι του δυνάστη τους και όσους σκύβουν το κεφάλι. Η Ιστορία θυμάται τους πραγματικούς Έλληνες.

Μουσικό Διάλειμμα #9

Θα μπορούσα να βάλω κάτι πατριωτικό, αλλά ανατρεπτικό σαν τον «Καραϊσκάκη» του Καλογερόπουλου. Κι αν σας φαίνεται προσβλητικό, κάντε μια αναζήτηση στο Internet για τις περίφημές του ατάκες. Αλλά θα προτιμήσω κάτι άλλο, διαφορετικό. Με μπάντζο. Το Ten Million Slaves του Otis Taylor μας χαρακτηρίζει πολύ καλά, έστω κι αν μιλά για τις χιλιάδες καραβιές  σκλάβων που μεταφέρθηκαν από την Αφρική στην Αμερική. Δέκα εκατομμύρια σκλάβοι είμαστε σε αυτή τη χώρα, με 100.000 αφεντικά και οι υπόλοιποι τσιράκια τους. Ως πότε, άραγε; Και μην ξεχνάτε, η 25η μπορεί να πέρασε, αλλά υπάρχει κι άλλη μεγάλη επέτειος, που πέφτει την Κυριακή των Βαϊων.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Όταν σε μια ελεύθερη χώρα ο εορτασμός της Επανάστασης που οδήγησε στην απελευθέρωσή της προστατεύεται από κιγκλιδώματα, σώματα ασφαλείας και ένοπλους «παρατηρητές» στις στέγες, καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά.

Είναι ο ορισμός του οξύμωρου. Είναι το θέατρο του παραλόγου στην πιο επιτυχημένη του μεταφορά στην πραγματικότητα.

Ίσως να πασχίζεις ακόμα για να μην ενδώσεις στον υποτιθέμενο λαϊκισμό που βαφτίζει «χούντα» την ελληνική Δημοκρατία του 2012. Μα τα μάτια σου δεν λένε ψέματα. Κάγκελα παντού, ακροβολιστές στις στέγες, πλάνα φυγάδευσης των επισήμων από την αστυνομία. Η ΕΥΠ με πολιτικά να παρακολουθεί, χιλιάδες αστυνομικοί στους δρόμους.

Για τον εορτασμό της ελευθερίας μας.

Δεν μπορείς να αποφύγεις τον παραλληλισμό με την 25η Μαρτίου του 1942. Τον πρώτο εορτασμό της Επανάστασης του 1821 στην κατοχική Ελλάδα. Τότε που η ψευδοκυβέρνηση του Τσολάκογλου προσποιήθηκε ότι τιμούσε την επέτειο παραλληλίζοντας την επανάσταση των Ελλήνων με εκείνη του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού!

Γιατί «μόνο με τας νέας ιδέας το έθνος μας δύναται να ευτυχήσει εντός της νέας Ευρωπαϊκής και Μεσογειακής τάξεως». Το σημερινό όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μοιάζει επικίνδυνα με εκείνο του ευρωπαϊκού ολοκληρωτισμού του 1942.

Απαγορεύοντας κάθε εκδήλωση από τους απλούς πολίτες, έστησαν ένα θέατρο με επισήμους, με στολές και σημαίες και με έφιππους καραμπινιέρους για να μαζέψουν όσους τόλμησαν να αψηφήσουν τις διαταγές. Ήταν όμως πολλοί. Οι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν να τους συγκρατήσουν.

Τελικά οι φασίστες,  Έλληνες και μη, αποχώρησαν και άφησαν χιλιάδες κόσμου να καταθέσει τα πραγματικά στεφάνια στα μνημεία. Φοιτητές, ήρωες του μετώπου, χήρες και παιδιά. «Νέους με πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, άντρες και γυναίκες και λαβωμένους με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια».

Σήμερα δεν έχουμε κατοχικά στρατεύματα. Δεν υπήρξε ποτέ εισβολή. Τουλάχιστον όχι με τανκς και αλεξιπτωτιστές. Ήταν μια εισβολή ύπουλη, με δάνεια και ομόλογα, στην οποία άνοιξαν την Κερκόπορτα οι ίδιες μας οι κυβερνήσεις.

Για το καλό της χώρας μας.

Και έστησαν κάγκελα παντού, μοίρασαν λίστες προσκεκλημένων σε οικογένειες στρατιωτικών και αστυνομικών για το πλήθος των ευρισκομένων γύρω από τους επίσημους, ώστε να παρακολουθήσουν όλοι μαζί με τάξη και ασφάλεια τα κοριτσάκια με τα μίνι με το σκίσιμο και τα ψηλοτάκουνα να παρελαύνουν κρατώντας σημαίες.

Για να τιμήσουν τους αγωνιστές μας.

Αναρωτιέμαι τι θα έκαναν εκείνοι: θα γελούσαν; Θα έκλαιγαν; Δεν έχω απάντηση σε αυτό. Ίσως και να έπιαναν ξανά τα άρματα αν έβλεπαν το χάλι της «ελεύθερης» Ελλάδας. Της Ελλάδας που βρίσκεται σε αστυνομικό κλοιό. Της «ελεύθερης» Ελλάδας σε καθεστώς πολιορκίας.

Διάλειμμα #8

…Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν 
στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.
Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού τό Γένος εἶχε συνήθειο νά γιορτάζει τόν ἄλλο Σηκωμό, τή μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιά τήν Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες.

Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στήν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα.
Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν. Καί φορές τρεῖς μέ τό μάτι ἀναμετρῶντας τό ἔχει τους, λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου νά ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα μέ ἀπόγνωση.

Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.

Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί τήν άλλη μέρα ἐστήσανε στόν τοῖχο τριάντα…
“Άξιον Εστί” – Οδυσσέας Ελύτης.