Η Πτώση

Falling Up

Falling Up, πίνακας του Ken Vrana

Το 2012, μεσούσης της κρίσης, αποφάσισα να ξεκινήσω το παρόν ιστολόγιο. Όπως είχα γράψει κάποια στιγμή, πίστευα ότι υπήρχαν δύο τρόποι αντίδρασης στο φαινομενικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζε η χώρα μας: ο ένας συμπεριλάμβανε εξέγερση και μολότωφ και ο άλλος ανάλυση και διάλογο. Και επειδή είναι πεποίθησή μου ότι η βία δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει, το μόνο που θα μπορούσα να κάνω είναι να γράψω.

Αυτό συνεχίστηκε για τρία και πλέον χρόνια, ώσπου σταδιακά εγκατέλειψα την προσπάθεια. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά θα σταθώ στους πιο βασικούς: καταρχήν μου δινόταν η αίσθηση ότι βρίσκόμουν σε αυτό που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν «echo chamber», δηλαδή έναν περιορισμένο χώρο στον οποίο οι απόψεις μου ήταν αποδεκτές ή, έστω, κατανοητές αλλά ταυτόχρονα περιορισμένες. Τίποτα δεν περνούσε έξω από τον χώρο αυτό και, αν περνούσε, λάμβανε μια ετικέτα η οποία αυτομάτως το καθιστούσε ανεπιθύμητο στο κοινό του λεγόμενου συντηρητικού χώρου.

Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει επειδή, όπως οι περισσότεροι από εμάς έχουν αντιληφθεί, η βούληση για ουσιαστικό διάλογο έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό. Παντού επικρατεί πόλωση και σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται για την άποψη του άλλου. Αυτό που θέλουν οι περισσότεροι είναι να αποδείξουν ότι η δική τους άποψη είναι η σωστή. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την επιβάλουν δια της βίας. Και αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται σε άτομα πολιτικοποιημένα ή μη, κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου και από κάθε χώρο.

Ο δεύτερος λόγος είναι η μάλλον αναμενόμενη, όσο και ολοκληρωτική απογοήτευση που προήλθε από την αποτυχία της πρώτης «αριστερής» κυβέρνησης όχι να κάνει όσα είχε δεσμευτεί (πράγμα το οποίο ήταν μη ρεαλιστικό, έτσι κι αλλιώς) αλλά έστω να μετριάσει λίγο τον αντίκτυπο της κρίσης και να διαπραγματευτεί μέτρα τα οποία θα ήταν λιγότερο φονικά για τους πολίτες. Προφανώς αυτό το γεγονός οδήγησε και στη βουβαμάρα την οποία βιώνουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος, καθώς κόμματα τα οποία ανήκουν (θεωρητικά) σε όλο το πολιτικό φάσμα ακολούθησαν λίγο-πολύ τις ίδιες πολιτικές, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία.

Το θέμα, όμως, δεν είναι ποιος μπορούσε να ακρωτηριάσει τη χώρα με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Το θέμα είναι ότι η «θεραπεία» αυτή δεν ήταν έτσι κι αλλιώς η ενδεδειγμένη. Ο ασθενής κρατήθηκε με τη βία ζωντανός, αλλά οι παθογένειες δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ. Άρα, είναι θέμα χρόνου η επανεμφάνιση της νόσου. Και όταν συμβεί αυτό, δε θα υπάρχει πλέον τίποτα να κοπεί.

Ο τρίτος και σημαντικότερος, ίσως, λόγος είναι ότι η λυπηρή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν οφείλεται μόνο στις εσωτερικές μας αδυναμίες, αλλά είναι γενικότερο σύμπτωμα της διαδικασίας αποσύνθεσης στην οποία βρίσκεται ο καπιταλισμός. Η διαφορά μας με τις περισσότερες άλλες χώρες της Δύσης είναι ότι η κρίση του 2008 μας βρήκε πιο ανοχύρωτους ακριβώς λόγω των παθογενειών που προαναφέραμε.

Ωστόσο, οι ίδιες παθογένειες υφίστανται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και σε άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ενώ τα εγγενή προβλήματα τα οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δύσης κρύβουν συστηματικά κάτω από το χαλί αργά ή γρήγορα θα γίνουν αισθητά παντού. Τα προβλήματα αυτά οδηγούν σταδιακά όσο και αναπόφευκτα στην πτώση προς τον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός πάρει τη μορφή ενός ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, είτε την παραδοσιακή μορφή του φασισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά δεν θέλει να τα ακούσει κανείς, ειδικά στη χώρα μας. Οι ευθύνες και εδώ, αλλά και στο εξωτερικό πέφτουν στους «ηλίθιους» και «αμόρφωτους» ψηφοφόρους, στην «ανικανότητα των φτωχών να πάρουν σωστές αποφάσεις» και στον τυχοδιωκτισμό κάποιων υποψηφίων που αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες περιπτώσεις αντί για συστημικό σύμπτωμα. Με τον τρόπο αυτό διευρύνεται ακόμα περισσότερο το χάσμα, ενισχύεται η πόλωση και σπρώχνονται όλο και περισσότεροι προς το λαϊκισμό.

Παρατηρήσαμε το φαινόμενο, εδώ και στις ΗΠΑ, μεγάλο μέρος της ελίτ των καλλιτεχνών και διανοουμένων να στηρίζει τη «λογική» επιλογή στις εκλογές, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η «λογική επιλογή» δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό για να αποφευχθεί η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, αλλά και το ότι οι φτωχοποιημένοι ψηφοφόροι δεν μπορούν να λάβουν στα σοβαρά τις συμβουλές και παροτρύνσεις ανθρώπων που, καλώς ή κακώς, βγάζουν περισσότερα σε ένα μήνα από ότι οι ίδιοι σε μια δεκαετία και βάλε.

Και αυτό επειδή δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει καμία διαβεβαίωση ότι οι μέθοδοι που ακολουθούνταν έως σήμερα στην οικονομία θα οδηγήσουν σε έξοδο από την κρίση για την πλειοψηφία των πολιτών. Τα μακροοικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι η φτώχεια μειώνεται παγκοσμίως, αυτό όμως συμβαίνει όχι επειδή ο πλούτος μοιράζεται πιο δίκαια στο σύνολό του, αλλά επειδή ό,τι περισσεύει από το 1% μοιράζεται σε περισσότερους. Η μεσαία τάξη συρρικνώνεται και ο αριθμός όσων ζουν στα όρια της φτώχειας αυξάνεται.

Το παρόν μοντέλο είναι μη βιώσιμο και όχι μόνο λόγω της άνισης κατανομής του πλούτου, αλλά επειδή η ανάπτυξη, την οποία έχουμε αναγάγει σε θρησκεία του 21ου αιώνα, τροφοδοτείται ακόμα και τώρα στο μεγαλύτερο μέρος από μη βιώσιμες πηγές, οι οποίες και θα εξαντληθούν, αλλά και επιβαρύνουν το περιβάλλον με καταστροφικές μεσοπρόθεσμες και ενδεχομένως μοιραίες μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων, δηλαδή της φτωχοποίησης του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού, της πολιτικής και ηθικής κρίσης στην οποία οδηγεί η διευρυνόμενη ανισότητα, της αλόγιστης χρήσης μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, του μη βιώσιμου οικονομικού μοντέλου της συνεχούς ανάπτυξης, της κλιματικής αλλαγής και καταπόνησης του περιβάλλοντος και των γεωπολιτικών συνεπειών όλων των παραπάνω είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγήσει τον πολιτισμό μας σε ολική κατάρρευση μέσα στις επόμενες δεκαετίες, εκτός και αν λάβουμε άμεσα μέτρα σε όλα τα επίπεδα.

Μπροστά στην άμεση και αναγνωρίσιμη πλέον απειλή για την ύπαρξή μας, οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας μοιάζουν με τεχνική λεπτομέρεια, όσο κι αν μας επηρεάζουν άμεσα. Ποιος, όμως, είναι διατεθημένος να τα ακούσει ή να τα διαβάσει όλα αυτά μέσα στην κρίση, η οποία συνεχίζεται παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης για το αντίθετο; Ελάχιστοι.

Συν τοις άλλοις πιστεύω ότι το κοινωνικό, πολιτικό και, τελικά, οικονομικό τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε μας καθιστά ανίκανους να αλλάξουμε σημαντικά την κατάστασή μας (προς το καλύτερο) σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οποιοδήποτε καταλυτικό γεγονός είναι σε θέση να αλλάξει το οτιδήποτε στην Ελλάδα θα προέλθει, μοιραία, απέξω.

Βρισκόμαστε, έτσι, σε κατάσταση αναμονής, προσποιούμενοι εντωμεταξύ ότι κάτι γίνεται. Βγαίνουμε, υποτίθεται, από τα μνημόνια, περιμένουμε τις εκλογές οι οποίες υποτίθεται πως θα αλλάξουν κάτι περισσότερο από τα ονόματα σε μπρούτζινες διακοσμητικές πλάκες, περιμένουμε το επόμενο μεγάλο συμβάν, είτε θα είναι πυρκαγιά, είτε πλημμύρα, είτε σεισμός, το οποίο θα εκθέσει και πάλι το πόσο ανέτοιμος είναι ο κρατικός μηχανισμός να το αντιμετωπίσει. Και θα συνεχίσει να είναι στο μεγαλύτερο βαθμό, ακόμα και μετά τις εκλογές.

Γενικώς αναμένουμε.

Μια φαινομενικά αναπόφευκτη πτώση.

Advertisements

Πολύ σκληρός για να αποφασίσει

Jesus facepalm

Τους βαρέθηκα.

Όχι μόνο εγώ, φυσικά, αλλά κι εγώ μαζί με εκατομμύρια άλλους. Τα κανάλια βρήκαν και έναν κομψό όρο για να μας χαρακτηρίσουν. Είμαστε, λέει, «σκληροί αναποφάσιστοι». Για την ακρίβεια, ο όρος δεν είναι και πολύ νέος. Ο κόσμος απλά σκλήρυνε και το δημογραφικό σύνολο αυξήθηκε. Και το «σκλήρυνε» δε λέει και πολλά: ο Έλληνας μάλλον έμεινε από εναλλακτικές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε. Όχι μόνο στη διαπραγμάτευση. Με δεδομένη την ακραία στάση της Γερμανίας που ξεπέρασε κάθε όριο θράσους και μας πρότεινε να βγούμε για λίγο, να υποστούμε όλες τις συνέπειες ενός GRexit και μετά να επιστρέψουμε στη μέγγενη του Ευρώ, η αποτυχία ήταν σχεδόν βέβαιη, πέρα από την απειρία και τους όποιους άστοχους χειρισμούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε επειδή δεν έκανε ούτε το ελάχιστο απ’ όσα θα περίμενε κανείς. Αν, ας πούμε το άνοιγμα της ΕΡΤ θεωρηθεί ως μια χαρακτηριστική κίνηση της κυβέρνησης, τότε αυτό που έκανε γενικά ήταν να διορθώσει ένα λάθος με άλλο ένα λάθος.

Το όνειρο του διαχωρισμού κράτους-Εκκλησίας, το οποίο φυσικά και θα απέφερε μεγάλο δημοσιονομικό όφελος στο κράτος και το οποίο είναι κάτι που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς από την «πρώτη φορά Αριστερή» κυβέρνηση, πέθανε πολύ νωρίς, πριν από τις τελευταίες εκλογές. Αλλά ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης; Συνειδητοποιούμε, βέβαια, ότι το δεύτερο μάλλον προσέκρουσε στις δεξιές ευαισθησίες του Πάνου Καμμένου, όπως ίσως και αρκετά άλλα. Τον καταλαβαίνω, βέβαια, τον Πάνο. Αν ήμουν γυναίκα και ήταν η μόνη μου επιλογή από το «ισχυρό» φύλο, μάλλον θα άλλαζα στρατόπεδο. Πρέπει κι αυτός να προστατέψει λοιπόν την υφαλοκρηπίδα του.

Ούτε καν στο μείζον θέμα του μεταναστευτικού δεν έγινε κάτι. Εκτός από το ότι μάθαμε πως οι πρόσφυγες από τη Συρία έρχονται για να λιαστούν στην Ελλάδα. Ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κλείσιμο των συνόρων δεν είναι λύση. Λύση, όμως, δεν είναι και η απόλυτη απραξία.

Η ουσία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό, με μόνη λαμπρή εξαίρεση τη συνετή στάση που εμπόδισε περαιτέρω μέτρα κατά της Ρωσίας από την ΕΕ, συμβάλλοντας ίσως έτσι στο να μη περάσουμε το πιο θερμό καλοκαίρι από καταβολής κόσμου. Ο κίνδυνος δεν απετράπηκε εντελώς, βέβαια. Όσοι ενδιαφέρονται να εξαφανιστεί αυτό το περίεργο δίποδο που καταπατεί τον θαυμαστό γαλάζιο μας πλανήτη θα έχουν κι άλλες ευκαιρίες για να πραγματοποιηθεί η ευχή τους.

Η ΝΔ ξεφορτώθηκε την ακροδεξιά πέτρα που είχε γύρω από το λαιμό της τα τελευταία χρόνια. Οποιοσδήποτε ακολουθούσε τον Αντώνη Σαμαρά, με εξαίρεση τα φασιστοειδή πουλέν Βορίδη και Γεωργιάδη, θα ήταν βελτίωση. Και βέβαια ο ακροδεξιός πυρήνας βρίσκεται ακόμα εκεί, δίπλα-δίπλα με τον παλιό, καλό παλαιοκομματικό μηχανισμό της ΝΔ. Αλλά ο Βαγγέλας δεν κάνει για πρωθυπουργός, παιδιά, ούτε καν των νησιών Φερόες. Και ποιος κάνει, θα μου πείτε. Ας αλλάξουμε κατηγορία, να πάμε…

ΠΑΣΟΚ. Φώφη Γεννηματά. Ο πατέρας της θα γυρίζει στον τάφο του με αυτά που βλέπει. Στο ΠΑΣΟΚ του ’80 έλυναν το πρόβλημα των πιο αξιοπρεπών στελεχών ξεκάνοντάς τους. Όχι, δεν εννοώ τον Κουτσόγιωργα. Το αποτέλεσμα αυτής της παρά φύσει επιλογής είναι καταφανές σήμερα. Και δε μου λείπει ο Βενιζέλος, καθόλου. Από πολλές απόψεις έμοιαζε με μια παραφουσκωμένη εκδοχή του Ανδρέα. Ικανότατος, δεινός ρήτορας, πανέξυπνος, χωρίς τη χαρισματικότητα του Παπανδρέου, αλλά με εξίσου έντονη επιθυμία να κυβερνήσει και να κάνει καλό μόνο στον εαυτό του. Και να προσφέρει πλήρη ασυλία σε κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά θα βάλει το χέρι της στο μέλι. Στην περίπτωση αυτή η Φώφη αποτελεί βελτίωση υπό την έννοια ότι μπορεί επιτέλους να στείλει το ΠΑΣΟΚ στο τελευταίο του ραντεβού με την Ιστορία.

ΚΚΕ. Μιας και μιλάμε για Ιστορία να πάμε και στο πλέον ανιστόρητο κόμμα της ελληνικής Βουλής, το οποίο ακόμα μουρμουράει μέσα από τα δόντια του όταν αναφέρεται ο Στάλιν και ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι το μοναδικό καθαρό «πρότυπο» του μοντέλου που υποστηρίζει είναι η Βόρεια Κορέα. Και μπορεί ο κ. Κουτσούμπας να μην είναι τόσο αχώνευτος όσο ο Κιμ Γιόνγκ-ουν, αλλά αυτό ποσώς θα μας ενδιαφέρει αν ποτέ πραγματοποιηθεί το απόλυτα απευκταίο ενδεχόμενο, ακόμα και για το ίδιο το ΚΚΕ: όχι να ανέβει η Χ.Α., αλλά να κυβερνήσει το ίδιο.

ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. Πώς μ’αρέσει η ειρωνεία. Να διαλύεις ένα κόμμα και να βγάζεις το δικό σου που αποσχίστηκε ΕΝΟΤΗΤΑ. Ο Λαφαζάνης είναι, αν μη τι άλλο, σπουδαίος κωμικός. Η δεύτερη απόδειξη είναι ότι συνεργάζεται με τη Ζωή.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα

ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ. Ο Βασίλης Λεβέντης τώρα δικαιώνεται. Σκεφθείτε λίγο τις αφίσες του, που κόσμησαν την Αθήνα σε αυτή την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη προεκλογική περίοδο που μας φόρτωσαν. Η ερώτηση που πρέπει να γίνει είναι: πού βρέθηκαν τα λεφτά; Ο κ. Λεβέντης αναζητούσε επί 20 χρόνια σπόνσορα, χτυπώντας την πόρτα σχεδόν κάθε επιχείρησης του Λεκανοπεδίου. Εκτός κι αν βρήκε την κρυψώνα του Γιωργάκη «λεφτά υπάρχουν», κάποιος άλλος πρέπει να ενδιαφέρθηκε να τον στηρίξει. Αναρωτιέμαι τι να λέει ο ΣΚΑΙ για αυτό.

ΑΝΕΛ. Α ναι είναι και αυτοί. Η συνεισφορά τους στην απραξία και αναποτελεσματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα τα επίπεδα ήταν καθοριστική. Είμαι βέβαιος ότι ο λαός θα τους δώσει τη θέση που τους αξίζει.

ΠΟΤΑΜΙ. Άφησα το Ποτάμι για το τέλος. Σε ένα γενικά εύστοχο κείμενό του ο κ. Γεωργακόπουλος περιγράφει γλαφυρά την πολιτική κατάσταση της χώρας. Εκεί που, για μένα, το χαλάει αρκετά είναι το Ποτάμι. Ιδέα δεν έχει λέει ο συνάδελφος blogger (ναι, γράφω πλέον μια φορά το δίμηνο και είμαι και blogger, τρομάρα μου) γιατί δεν πάει καλά το Ποτάμι. Επιτρέψτε μου να σας διαφωτίσω, λοιπόν. Το Ποτάμι δεν μετακινείται από το 6% επειδή οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονται τον Σταύρο Θεοδωράκη. Γνωρίζουν τις στενές του σχέσεις με την οικογένεια Παπανδρέου (και Σημίτη) κατά το παρελθόν, όπως και τις πολύ πιο στενές του σχέσεις με τον κ. Μπόμπολα. Βλέπετε, για το χάλι που έχουμε σήμερα δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί και οι πολίτες που τους ψήφιζαν, αλλά σε εξίσου μεγάλο βαθμό και το καρτέλ των ΜΜΕ, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια κατευθύνει συστηματικά την κοινή γνώμη. Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που εγώ δεν ρίχνω το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στον Έλληνα πολίτη για το χάος που συστηματικά παραλαμβάνει κάθε κυβέρνηση από το 1981 και μετά.

Στην Ελλάδα σήμερα και οι τέσσερις εξουσίες είναι χωμένες στη διαφθορά και το έργο του Τύπου είναι να κατευθύνει τα πρόβατα στον επόμενο λύκο. Αυτό, λοιπόν, είναι το πρόβλημα του Ποταμιού. Και επειδή εγώ και πολλοί άλλοι δεν έχουμε καμία όρεξη να ψηφίσουμε κάποιον μηντιάρχη βρισκόμαστε κάτω από την αμφιβόλου ποιότητας ταμπέλα του «σκληρού αναποφάσιστου».

Και τι κάνουμε τώρα; Κι άλλη υπομονή;

Υ.Γ.:

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Αχ, αυτές οι νεανικές τρέλες που δεν ξεπερνιούνται ποτέ…

Sieg Geil

Ζιγκ Χάιλ.

Μουσικό Διάλειμμα #61

Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

Η εξουσία του φόβου

Η κραυγή

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

Φυλάει τα έρμα, θα μου πείτε. Ναι, αρκεί να μην τον χρησιμοποιούν εναντίον σου. Τα ζώα από ένστικτο φοβούνται τη φωτιά για την προστασία τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί αυτόν το φόβο για να τα κυνηγά. Βάζοντας φωτιά στα ξερά χόρτα, οι αρχαίοι κυνηγοί ανάγκαζαν το θήραμά τους να εγκαταλείψει την κάλυψή του και να μείνει εκτεθειμένο.

Το τέχνασμα αυτό εφαρμόζεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Ο φόβος χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να καταδυναστεύονται ολόκληροι λαοί. Όχι μόνο ο φόβος της εξουσίας, αλλά και ο φόβος του «άλλου». Οι αυτοκράτορες της Κίνας κρατούσαν μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το τεράστιο τείχος που έκτισαν, παράλληλα, όμως, εξασφάλιζαν την υποταγή των επαρχιών που βρίσκονταν πίσω από αυτό.

Οι φεουδάρχες προστάτευαν τις πόλεις τους με τείχη από επιδρομές κάθε είδους. Όσοι ήταν εντός των τειχών, ωστόσο, έπρεπε να πληρώνουν φόρους, οι οποίοι ήταν συνήθως δυσβάσταχτοι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ακόμα και αν κανείς  ξέφευγε από τους φοροεισπράκτορες του τοπικού βαρώνου (οι οποίοι προφανώς δεν μοίραζαν εκκαθαριστικά, απλά σου έκαιγαν το σπίτι αν δεν πλήρωνες) πού θα μπορούσε να πάει;

Η τακτική αυτή λειτουργεί θαυμάσια και στην εποχή μας. Ο φόβος του Εβραίου, του μουσουλμάνου, του κομμουνιστή, του εγκληματία λαθρομετανάστη, του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του διαφορετικού.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτόν τον κόσμο. Προφανώς και ο φόβος πολλές φορές έχει ρίζες στην πραγματικότητα. Το ζώο αν μείνει στα ξερόχορτα θα κάει, δεν έχει πραγματικά επιλογή. Οι χωρικοί του Μεσαίωνα ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε επίδοξο εισβολέα ή ληστή. Επομένως τα τείχη του φεουδάρχη ήταν σαν δώρο Θεού για εκείνους. Και εφόσον τα τείχη δεν χτίζονταν μόνο με καλές προθέσεις, ήταν λογικό και δίκαιο ο τοπικός άρχοντας να ζητά φόρους από όσους είχε υπό την προστασία του.

Πλην, όμως, έχοντας αυτούς τους ανθρώπους πλήρως στο έλεός του, ο εκάστοτε ηγεμόνας μπορούσε όχι απλώς να λάβει το ηθικό αντίτιμο για την προστασία που προσέφερε, αλλά να απαιτήσει όσα αυτός ήθελε. Κοινώς, να εκμεταλλεύεται και να εκβιάζει κατά βούληση. Μπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα στο κάστρο του, αφήνοντας στους χωρικούς μετά βίας αρκετά ώστε να μη λιμοκτονούν. Η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνικές επαναστάσεις σταδιακά έφεραν τον κόσμο από τα μοναρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα στα δημοκρατικά. Έπρεπε να πάψει να υπάρχει απόλυτη εξουσία, ώστε να πάψει η καταπίεση και η εκμετάλλευση του αδύναμου από τον ισχυρό.

Θεωρητικά, ο 20ος αιώνας είδε το αποκορύφωμα του εκδημοκρατισμού στον πλανήτη μας. Πρακτικά, όμως, η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή, που ασκούν οι πολυεθνικές στις κυβερνήσεις των κρατών, μειώνει συνεχώς τη δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να λαμβάνουν αποφάσεις. Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο οι περιβόητες «αγορές» να καθορίζουν εμμέσως πλην σαφώς την οικονομική πολιτική των κρατών. Και φυσικά αφού το χρήμα κινεί τα πάντα, η οικονομική πολιτική επηρεάζει τα πάντα, με πρώτο και εύκολο θύμα την κοινωνική πολιτική.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για, αυτονόητα στη θεωρία, πράγματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, η περίθαλψη και η παιδεία. Και καθώς όλα αυτά τα οποία κατακτήθηκαν με αίμα τα τελευταία 200 χρόνια περικόπτονται και εξανεμίζονται σταδιακά λόγω της «οικονομικής πραγματικότητας», συνειδητοποιεί κανείς ότι επιστρέφουμε, ουσιαστικά, στην εποχή του φεουδαλισμού.

Ο μεγάλος μας εχθρός είναι η χρεωκοπία. Για να τον κρατήσουμε μακριά είμαστε αναγκασμένοι να θυσιάσουμε τα πάντα. Βέβαια, οι τιμημένοι και δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες μας ζουν ακόμη στα κάστρα τους, τρώνε με χρυσά κουτάλια και κυκλοφορούν με θωρακισμένες λιμουζίνες. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, αφού αν μας πετάξουν έξω από τα τείχη θα χάσουμε και τα λίγα που έχουμε. Θα μείνουμε ακόμα και από χαρτί υγείας, όπως φαίνεται.

Ο μεγάλος μας εχθρός δεν είναι τόσο η χρεωκοπία, όσο ο φόβος αυτής. Και αυτό επειδή η χρεωκοπία έχει ήδη συμβεί, απλώς είναι ελεγχόμενη. Πράγματι, έχουμε ακόμα είδη πρώτης ανάγκης στα ράφια, αλλά έχουμε επίσης 27% ανεργία και ένα χρέος, το οποίο είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Καθώς επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά και το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι τόκοι αυξάνουν και το χρέος διογκώνεται. Και τίποτα δε φαίνεται δυνατόν να το σταματήσει.

Είναι απλά μαθηματικά. Οτιδήποτε άλλο περί success story και τα συναφή είναι απλά επικοινωνιακά τρικ. Κάθε χρόνο μόνο οι τόκοι του χρέους μας είναι 30 δις Ευρώ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμα και αυτό το εικονικό των 1.416 εκατ. ευρώ, είναι αστείο. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά κατουρώντας την. Και το πλεόνασμα αυτό παρουσιάζεται ως… επιτυχία. Και η «έξοδος στις αγορές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακόγουστο αστείο, το οποίο μας έκανε διεθνώς ρεζίλι για άλλη μια φορά.

Ο Σαμαράς μιλά για θυσίες του λαού, οι οποίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες. Μα είναι ήδη χαμένες. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καταφέρει τίποτα, παρά μόνο να επιβάλλουν εισπρακτικά μέτρα, να εκποιήσουν το προσοδοφόρο μέρος της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να ξεφορτωθούν το επιζήμιο, και να κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς κάποιο σχέδιο ή κριτήριο. Αξιολόγηση δεν υπάρχει, η γραφειοκρατεία ζει και βασιλεύει, το πελατειακό κράτος συνεχίζει να υφίσταται, οι διασυνδέσεις με τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα το ίδιο. Μεταρρυθμίσεις απλές και ορθολογικές, οι οποίες θα ήταν απολύτως ανέξοδες για το κράτος και θα βοηθούσαν πραγματικά τις επενδύσεις, προσκρούουν πάνω σε συμφέροντα ημέτερων που προστατεύονται ακόμα.

Ακόμα και στο Reuters κυκλοφόρησε η είδηση ότι η συγκυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη πλέον. Γιατί το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης εξαντλήθηκε. Ο φόβος δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τους πολίτες. Αν η κυβέρνηση τολμούσε να επιβάλλει κι άλλα μέτρα, οι αντιδράσεις θα ήταν απρόβλεπτες. Έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.

Από τη μία πλευρά, μια αριστερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή με κάποιο δεκανίκι, θα έχει μια μικρή πίστωση χρόνου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος, αν διαψευστούν οι μάλλον ουτοπικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος να εκραγεί σε πολύ μικρό διάστημα. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί με πολλή προσοχή τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη προκαλέσει εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Οι τράπεζες πιέζονται. Οι δανειστές θα επιδιώξουν την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Συν τοις άλλοις, έχει προσχωρήσει σε αυτόν αρκετό πρώην ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνυπάρχει (όπως και στο ΠΑΣΟΚ του ’81) με ριζοσπαστικά στοιχεία που θέλουν να μας βγάλουν από παντού.

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί και οι φόβοι ακόμα περισσότεροι. Αλλά το αδιέξοδο παραμένει. Και αυτό που φοβάμαι εγώ περισσότερο είναι το κατρακύλισμα σε έναν ακροδεξιό βούρκο που αρνείται ακόμα και τις πιο βασικές ανθρώπινες αξίες, όπως την προστασία των αδυνάτων και την περίθαλψη των προσφύγων, που καταπνίγει τη δημιουργικότητα, που εξαναγκάζει το 2% του πληθυσμού, του νεότερου και πιο υποσχόμενου τμήματός του, να μεταναστεύσει. Δεν είμαστε απλώς μια χώρα γερόντων και συνταξιούχων, είμαστε μια χώρα στην οποία οι λιγότεροι από τους μισούς νέους έχουν δουλειά και όσοι έχουν, αμείβονται με ψίχουλα. Οι υπόλοιποι απλά φεύγουν.

Αυτοί που μένουν αδυνατούν να δημιουργήσουν οικογένειες, αφού τα χρήματα απλά δε φθάνουν. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Σας το λέω χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και δράματος. Κάποιοι φοβούνται τη χρεωκοπία. Εγώ φοβάμαι περισσότερο ότι σβήνουμε αργά, αλλά σταθερά. Η ενδεχόμενη χρεωκοπία, η ανεξέλεγκτη, θα είναι άμεση και βάρβαρη. Ο αργός θάνατος, στον οποίο έχουμε καταδικαστεί, θα πάρει μια δεκαετία ακόμα μέχρι τα συμπτώματά του να γίνουν τόσο φανερά, ώστε κανένας να μην μπορεί πια να τα αρνηθεί. Αλλά θα έρθει, σας το εγγυώμαι.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Εγώ προτιμώ να ψηφίσω κατά συνείδηση.

 

Μουσικό Διάλειμμα #58

Γαμώ τις καταδίκες σας

Φτάνουν οι καταδίκες αφ' υψηλού.Βαρέθηκα να ακούω και να διαβάζω τους πάντες να καταδικάζουν (ή να καταδικάζονται επειδή δεν καταδικάζουν) τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται». Ειλικρινά βαρέθηκα.

Και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος.

Καταδικάζει τη βία η κυβέρνηση την ίδια στιγμή που συνεχίζει την εφαρμογή του πιο βίαιου προγράμματος φτωχοποίησης που εφαρμόστηκε ποτέ σε χώρα της Ευρώπης.

Την καταδικάζει κάθε υπουργός Δημόσιας Τάξης ή (ας γελάσω) Προστασίας του Πολίτη την ίδια στιγμή που την περιθάλπτει με κάθε τρόπο στους κόλπους της Αστυνομίας και την εξαπολύει αδιακρίτως εναντίον πολιτών κάθε ηλικίας, ανέργων, μαθητών, δημοσιογράφων και οποιουδήποτε τολμά να διαμαρτυρηθεί.

Την καταδικάζει κάθε υπουργός Οικονομικών, ενώ ταυτόχρονα έχει καταντήσει τους πολίτες της χώρας έρμαιο του κρύου και της αιθαλομίχλης επειδή «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια» για την κατάργηση ενός αναποτελεσματικού και πανάθλιου μέτρου.

Την καταδικάζει ο ίδιος ενώ απομυζεί αμείλικτα μισθωτούς, συνταξιούχους, μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα ουσιαστικό για την πάταξη της φοροδιαφυγής.

Την καταδικάζει ενώ, άκουσον άκουσον, έχει αναγάγει τα παιδιά σε φορολογικό τεκμήριο, σε κάτι περιττό, είδος πολυτελείας, όχι κάτι απαραίτητο και πολύτιμο σε μια χώρα με υπογεννητικότητα! Λες και το παιδί είναι αυτοκίνητο και μπορείς να το πουλήσεις ή να το αποσύρεις!

Την καταδικάζει το ΠΑΣΟΚ ενώ είναι αυτό που έβαλε τη χώρα στο στόμα του λύκου. Ενώ με το «έτσι θέλω» υφαρπάζει μέρος από τα χρήματα που μόλις δανειστήκαμε εγώ, εσείς και τα παιδιά των παιδιών μας για να χρηματοδοτηθεί σαν να ήταν πρώτο κόμμα!

Την καταδικάζει η ΔΗΜΑΡ ενώ ουσιαστικά εξαπάτησε τους ψηφοφόρους της με το χειρότερο τρόπο, πουλώντας δήθεν επαναδιαπραγμάτευση και διατυμπανίζοντας «κόκκινες γραμμές» και πράσινα άλογα.

Την καταδικάζει η ΝΔ, έχοντας υιοθετήσει στοργικά ένα ικανό μέρος της ακροδεξιάς του ΛΑΟΣ, συμπεριλαμβανομένων τραμπούκων με περγαμηνές βίας, όπως ο Βορίδης.

(Δεν) την καταδικάζει ο ΣΥΡΙΖΑ λες και ενδιαφέρει κανέναν αυτό, πέραν όσων ακόμα «ενημερώνονται» από τα τηλεοπτικά παράθυρα.

Την καταδικάζουν τα κανάλια, ενώ στην ουσία την προβάλλουν όσο περισσότερο μπορούν για χάρη της θεαματικότητας. Κάθε είδος βίας εκτός από την κρατική, βέβαια.

Την καταδικάζει ακόμα και η Χρυσή Αυγή, το «κόμμα» των κατεξοχήν ρατσιστών, τραμπούκων και υπόδικών ή φυγόδικων εγκληματιών. Βουλευτές του οποίου παραδέχτηκαν ανοιχτά ότι τους ενδιαφέρει μόνο η ασυλία για να μπορούν να ασκήσουν ελεύθερα το αγαπημένο τους χόμπι (της μη-βίας).

Είμαι κατά της βίας. Πιστεύω στο διάλογο και στη δυνατότητα των ανθρώπων, ως έλλογων όντων, να λύνουν τις διαφορές τους δίκαια και ειρηνικά. Αλλά για να επιτευχθεί η ειρηνική λύση πρέπει να είναι διατεθειμένοι να συμμετέχουν όλοι στο διάλογο.

Δεν μπορείς να κάνεις διάλογο όταν ο άλλος σε κρατάει από το λαιμό και σε σφίγγει, δήθεν γιατί αν σε αφήσει θα πέσεις στο κενό. Και όταν πας να τον κλωτσήσεις για να σωθείς, να σε κατηγορεί ότι ασκείς βία.

Εσείς ασκείτε βία, του χειρότερου είδους. Η καθεστωτική βία είναι συνεχής, νομιμοφανής και αδυσώπητη. Δε τη βιώνουν με τον ίδιο τρόπο, όμως, οι κουκουλοφόροι και οι μπαχαλάκηδες. Και αυτό γιατί είτε είναι παρακρατικοί, είτε αναρχικοί, είτε εγκάθετοι του ΣΥΡΙΖΑ, είτε  απλά ανεγκέφαλοι, ο,τι κι αν είναι όλοι αυτοί έχουν μάθει να λειτουργούν σε συνθήκες βίας.

Ο απλός άνθρωπος που έχει μια οικογένεια και είναι άνεργος, ο συνταξιούχος που δούλευε (και πλήρωνε) μια ζωή και δεν έχει φάρμακα, ο νέος που σπούδασε και δεν έχει κανένα μέλλον στην Ελλάδα, όλοι αυτοί, όλοι εμείς, δεν γνωρίζουμε πως να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μέγγενη.

Αλλά όταν τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο (και δεν απέχουν πολύ από αυτό) θα αναλάβει το ένστικτο της επιβίωσης. Η κατάφωρη αδικία που νιώθουμε να συσσωρεύεται, ειδικά τα τελευταία τρία χρόνια, δεν ήταν αρκετή ως τώρα για να ξεχειλίσει αυτό το ποτήρι.

Ως τώρα.

Πόση βία πρέπει ακόμα να υποστεί ο κόσμος μέχρι να ανταποδώσει με όποιον τρόπο μπορεί; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να παίξουμε αυτό το στοίχημα; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να την πληρώσουν αθώοι άνθρωποι;

Δεν έχω απαντήσεις για όλα αυτά τα ερωτήματα. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι βαρέθηκα όλο αυτό το θέατρο του καθωσπρεπισμού και της δήθεν ευαισθησίας. Απ΄όπου κι αν προέρχεται. Αν είχατε όντως ευαισθησίες, ω «αξιότιμοι» πολιτικοί μας άνδρες και γυναίκες, δε θα είχαν φθάσει τα πράγματα σε αυτό το σημείο.

Είστε, όλοι σας, υποκριτές και υπεύθυνοι στο ακέραιο για ό,τι κι αν επακολουθήσει.

Κι αν δεν σας αρέσει, καταδικάστε το κι αυτό.

Μουσικό Διάλειμμα #28

Οι Pearl Jam διασκευάζουν ένα από τα σημαντικότερα αντιπολεμικά τραγούδια όλων των εποχών, γραμμένο από τον μεγάλο Bob Dylan. Επίκαιρο γιατί έχουμε πόλεμο, αν δεν το έχετε καταλάβει. Θα σταθώ, όμως,  ειδικά σε μια στροφή χωρίς άλλο σχόλιο:

You’ve thrown the worst fear
That can ever be hurled
Fear to bring children
Into the world
For threatening my baby
Unborn and unnamed
You ain’t worth the blood
That runs in your veins.

Σπέρνετε το χειρότερο φόβο
Που μπορεί ποτέ να υπάρξει
Φόβάμαι να φέρω παιδιά
Στον κόσμο αυτό
Επειδή απειλείτε το μωρό μου
Αγέννητο και ανώνυμο
Δεν αξίζετε oύτε το αίμα
Που στις φλέβες σας κυλά

Η ιδεολογία του fast food

Μία πίτα-γύρο χοιρινό απ’ όλα. Αυτή είναι η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία στην Ελλάδα. Έχουμε μάθει στην ευκολία. Πάμε στην κάλπη, μας τυλίγουν την πιτούλα μας στη λαδόκολλα, τσακ-μπαμ τέλος. Αλλά την επομένη των εκλογών που μας πιάνει το στομαχάκι μας (τα τελευταία χρόνια δεν καταπίνεται με τίποτα αυτό το φαϊ) διαμαρτυρόμαστε. Ως συνήθως.

Αν έβγαινε αυτό που ψηφίσαμε χαιρόμασταν για λίγο καιρό, σαν να είχε κερδίσει η ομάδα μας ένα πράγμα, μέχρι που οι προεκλογικές δεσμεύσεις άρχιζαν να καταρρέουν μία-μία. Τότε απλά κατηγορούσαμε το κόμμα που ψηφίσαμε επειδή μας κορόιδεψε. Έστω κι αν αυτό συνέβαινε για πολλοστή φορά

Αν δεν έβγαινε το μεγάλο κόμμα που ψηφίσαμε είχαμε όλη την άνεση να κατηγορήσουμε τους «άλλους». Τι κι αν στηρίζαμε το ένα από τα δύο κόμματα εξουσίας που κατέστρεψαν συνεταιρικά τη χώρα; Οι «άλλοι» ήταν πάντα χειρότεροι από μας.

Αν δεν ψηφίζαμε καθόλου, διότι απαξιούσαμε, είμασταν οι καλύτεροι! Ούτε μεγάλο κόμμα απατεώνων στηρίξαμε, ούτε άγνωστο, μικρό κόμμα «ανευθυνότητας», ούτε κομμουνιστές, ούτε νεοφιλελεύθερους, ούτε φασίστες, τίποτα. Ό,τι και να γινόταν έφταιγαν όλοι οι λοιποί ηλίθιοι που ψηφίζουν. Και το κατεστημένο.

Για το οποίο κατεστημένο προφανώς πιστεύουμε ότι θα βαρεθεί μια μέρα να το κοιτάμε όλοι και θα πέσει από μόνο του σαν ώριμο σύκο. Εκτός βέβαια, αν εμφανιστεί ο Ιησούς Χριστός Τσε Γκεβάρα και το γκρεμίσει μονομιάς σε μια ένδοξη επανάσταση/Δευτέρα Παρουσία. Εμείς πάντως θα χειροκροτάμε με πάθος από τον καναπέ μας.

Προς το παρόν πάμε να παραγγείλουμε πάλι σε τρεις ημέρες…

-Μια πίτα-γύρο χοιρινό, παρακαλώ. Με απ’ όλα.

-Μα δεν μπαίνουν όλα μέσα στην ίδια πίτα!

-Τι πάει να πει «δεν μπαίνουν όλα»; Να μπούνε! Θέλω κυβέρνηση!

-Μα αυτούς τους ίδιους ψηφίζεις τόσα χρόνια, κυρία μου! Δεν σε έσωσαν! Ακόμα και όταν υποτίθεται ότι είμασταν στο χείλος του γκρεμού αυτοί διόριζαν, έπαιζαν πολιτικά παιχνίδια και δεν έκαναν τίποτα για να θίξουν τον «κομματικό τους στρατό«!

-Εγώ δεν ψηφίζω πια αυτούς! Ψηφίζω αριστερά! Βάλε ντομάτα!

-Ορίστε. Εντάξει;

-Όχι, βάλε και τα υπόλοιπα τώρα!

-Δεν πάνε όλα μαζί, λέμε! Στο είχαν πει εξαρχής. Δεν θα συνεργάζονταν με τους άλλους. Για αυτό δεν τους ψήφισες;

-Μα εγώ θέλω κυβέρνηση! Δεν μπορεί να με κατηγορούν οι φίλοι μου ότι ψήφισα «ανεύθυνα»! Θέλω κάποιον να μπορώ να βρίζω!

-Αν ήθελες ντε και καλά κυβέρνηση, κυρά μου, γιατί δεν ψήφισες αυτούς που κυβερνούσαν τόσα χρόνια;!

-Ποιους, τους κλέφτες που μας κατέστρεψαν;

-Δηλαδή οι κλέφτες θα έπαυαν να είναι κλέφτες άμα ήταν σε κυβέρνηση συνεργασίας με την Αριστερά; Ξαφνικά θα έβλεπαν το φως της Δικαιοσύνης και θα προσπαθούσαν ειλικρινά να συνεργαστούν για το καλό της χώρας; Άκου, κυρά μου, αν σου βάλω σάπιο κρέας και το παστώσεις στη μουστάρδα και στο πιπέρι θα το καταπιείς και δε θα το καλοκαταλάβεις. Αλλά παραμένει σάπιο. Αυτό θες;

-Τώρα που το λες και η αριστερή ντομάτα σου ψιλοχαλασμένη μου φαίνεται…

-Φυσικά, αφού όλα μαζί τα αποθηκεύω! Έχει πάρει λίγο και αυτή… μυρωδιά. Αλλά θες το τελείως χαλασμένο που θα σε «στείλει» αδιάβαστη ή αυτό που μπορείς να τη σκαπουλάρεις και στην τουαλέτα, αν σε πειράξει;

-Θέλω καθαρό σουβλάκι.

-Αυτό, κυρία μου, δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Όμως αν τα σάπια μείνουν στην άκρη, θα αναγκαστώ τελικά να τα πετάξω και να πάρω φρέσκα. Οπότε αν τη βγάλεις καθαρή με το ψιλοχαλασμένο, ίσως να φας και καθαρό μια μέρα.

-Ίσως να σου σπάσω το κεφάλι και να φέρω το Υγειονομικό να καθαρίσει το μαγαζί!

-Μπορείς να το κάνεις και αυτό. Αλλά όχι φωνάζοντας τα παιδιά με τα μαύρα για να «καθαρίσουν». Αυτοί είναι πιο σάπιοι και από τους σάπιους. Από δω τρώνε και τούτοι, τι νόμισες; Αυτό που λες γίνεται, αλλά όχι παραγγέλνοντας στις εκλογές σαν καλή πελάτισσα. Έχεις τα κότσια;

Τώρα έχουμε ακυβερνησία, λέει. Άλλο αν οι περισσότεροι υπηρεσιακοί αξιωματούχοι είναι πιο τίμιοι και αξιοπρεπείς απ΄ ότι έχουμε συνηθίσει. Ο Πρωθυπουργός δεν κάλυψε το ταξίδι της γυναίκας του από τα κρατικά ταμεία, ο Υπουργός Άμυνας «πάγωσε» μια σκανδαλώδη σύμβαση τριών εκατομμυρίων Ευρώ για το Πολεμικό Μουσείο και ο Υπουργός Εργασίας διέψευσε από την πρώτη στιγμή τις τρομοκρατικές φήμες περί χρεωκοπίας πριν τις εκλογές.

Μήπως να τους κρατήσουμε λίγο ακόμα;

Μουσικό Διάλειμμα #16

Όταν τα έλεγε ο Χάρρυ Κλυνν πριν από 30 χρόνια όλοι πίστευαν ότι έκανε «πλάκα». Ωστόσο, βγήκε ολότελα αληθινός στις προβλέψεις του:

«Εδώ και δύο χρόνια (εννοεί το 1981 που το ΠΑΣΟΚ έγινε Κυβέρνηση) έχει αρχίσει το μεγάλο κακό, που θα μετατρέψει σιγά-σιγά τους Έλληνες σε λαό πιθήκων, σε λαό ψηφοφόρων, δημοσίων υπαλλήλων, καταναλωτών, κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, κομπιναδόρων και συνδικαλισταράδων. Σε είκοσι-τριάντα χρόνια από σήμερα Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να μην υπάρχει. Θα υπάρχει όμως μια Ελλάδα πτωχευμένη κι ένας λαός στα όρια της οικονομικής και της ηθικής εξαθλίωσης»

Καλά μυαλά σε όλους.

Προσοχή, βαράει!

Άλλο σκόπευα να γράψω, άλλο έγραψα. Η επικαιρότητα δεν μου άφησε περιθώρια. Ούτε ο «κύριος» Κασιδιάρης.

Καταρχάς δεν υπάρχει έκπληξη εδώ. Αυτή είναι η Χρυσή Αυγή. Είναι, κατ’ ουσία, μια παραστρατιωτική, νεοναζιστική οργάνωση με το μανδύα κόμματος η οποία έχει κρύψει μεν τις σβάστικες, αλλά εμμένει στις θέσεις τις περί ανωτερότητας της λευκής φυλής και του αρσενικού φύλου.

Ο ρόλος της γυναίκας είναι να «παράγει» παιδιά για το έθνος. Όχι να αντιμιλά στον «άντρα». Έτσι, λοιπόν, η ισχυρογνώμων, συχνά σε σημείο αγένειας, Λιάνα Κανέλλη και η ειρωνική κυρία Δούρου στάθηκαν πάρα πολύ για τον «άντρα» Κασιδιάρη.

Υποθέτω ότι έχετε δει το επίμαχο βίντεο. Στην απίθανη περίπτωση που δεν το έχετε δει, το παραθέτω εδώ:

Λυπάμαι αν φανώ «παλιομοδίτης», αλλά για μένα είναι ανεπίτρεπτο ένας πραγματικός άνδρας να σηκώνει χέρι σε μια γυναίκα. Η βία είναι καταδικαστέα γενικότερα, αλλά αυτό ισχύει διπλά όταν ασκείται από κάποιον που είναι ξεκάθαρα ισχυρότερος προς κάποιον αδύναμο. Είτε πρόκειται για παιδί, είτε για ηλικιωμένο, είτε για γυναίκα.

Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια 60χρονη γυναίκα. Οι δικαιολογίες του τύπου «τον προκάλεσε» είναι αν μη τι άλλο τραγικές. Ό,τι και αν του είπε η κα. Δούρου δεν δικαιολογεί ούτε το μπουγέλωμα, ούτε χειροδικία. Πόσο μάλλον τη στιγμή που με την αντίδρασή του ο Κασιδιάρης απλά επιβεβαίωσε περίτρανα ότι «η Χρυσή Αυγή θα πάει τη χώρα πίσω 500 χρόνια».

Αφού δέχθηκε φραστική επίθεση ας απαντούσε με τα ίδια όπλα. Δυστυχώς, όμως, το οπλοστάσιο του κυρίου είναι μάλλον φτωχό σε αυτόν τον τομέα.

Όσο για το «καλά της έκανε» που ακούστηκε από πολλούς για την κυρία Κανέλλη, πως δικαιολογείται σε μια υποτιθέμενη Δημοκρατία; Ο Κασιδιάρης δεν είναι «αγανακτισμένος πολίτης» όπως διάβασα κάπου, είναι πρώην και υποψήφιος βουλευτής και ο ρόλος του δεν είναι να χειροδικεί, αλλά να εκπροσωπεί. Με λόγια, νόμιμες πράξεις και αξιοπρέπεια.

Αλλά έστω κι αν ήταν αγανακτισμένος πολίτης, έστω κι αν δεχθώ ότι η βία θα λύσει τα προβλήματά μας, ο στόχος του αντιμνημονιακού, δήθεν πατριώτη Κασιδιάρη είναι η Κανέλλη και η Δούρου που ανήκουν επίσης σε αντιμνημονιακά κόμματα; Γιατί δεν τσακώθηκε με τον Παυλόπουλο που ανήκει στους «προδότες» της ΝΔ, σύμφωνα με τον μεγάλο αρχηγό Μιχαλολιάκο;

Πολύ περίεργα μας τα λες, βρε πατριώτη.

Αλλά εγώ θα δεχθώ ότι ο «κύριος» Κασιδιάρης έκανε ένα λάθος, παραφέρθηκε. Η απόδρασή του και η εξαφάνισή του για να αποφύγει το Αυτόφωρο αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι είναι και θρασύδειλος και ευθυνόφοβος. Και παρόλα αυτά θέλει να διδάξει πειθαρχία και νομιμοφροσύνη.

Ωστόσο, πέρα από το θλιβερό γεγονός αυτό που επακολούθησε μόνο φαρσοκωμωδία μπορεί να χαρακτηριστεί.

Πρώτον ο Κασιδιάρης επικαλείται… αυτοάμυνα. Η αλήθεια είναι ότι ερχόμενος σε επαφή με το Ριζοσπάστη ένας Χρυσαυγίτης μπορεί να λιώσει σαν βρυκόλακας.

Δεύτερον ο Καρατζαφέρης έκανε την εξής δήλωση: «Ο φασισμός δεν θα περάσει στην Ελλάδα». Ουδέν σχόλιον.

Τρίτον ο κ. Δατσέρης του ΠΑΣΟΚ δήλωσε: «Φταίει και ο ΣΥΡΙΖΑ.» Προφανώς ο Τσίπρας έμαθε στους νεο-ναζί να είναι βίαιοι, γιατί μέχρι να τον γνωρίσουν πήγαιναν Κατηχητικό και μοίραζαν τσάι και κουλουράκια στους μετανάστες.

Αλλά η δήλωση της ημέρας, κυρίες και κύριοι, ανήκει δικαιωματικά στον κ. Προκόπη Παυλόπουλο: «Δεν σηκώθηκα από την καρέκλα μου όταν ο Κασιδιάρης επιτέθηκε με μπουνιές στην Λιάνα Κανέλλη, γιατί δεν μπορώ να ελέγξω τη δύναμή μου και φοβήθηκα πως, αν σηκωνόμουν όρθιος, θα τον σκότωνα». Ειλικρινά, μου έφτιαξε μια κατά τα άλλα απογοητευτική μέρα.

Από την άλλη, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι θα τον πλάκωνε αν ήταν στο στούντιο, δεν ξέρω γιατί, αλλά την πιστεύω.

Άντε και εις ανώτερα!

Μουσικό Διάλειμμα #15

Ζητώ προκαταβολικά συγνώμη, αλλά το εν λόγω αμφιβόλου ποιότητας άσμα εκτός από επίκαιρο λόγω νομισματικής κρίσης είναι και πολύ ταιριαστό. Αφιερωμένο με αγάπη στον μεγάλο άντρα αγωνιστή Η.Κ.