Είναι η Δημοκρατία, ηλίθιε!

Δημοψήφισμα

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, λοιπόν.

Κάποιοι με ρώτησαν για την παρατεταμένη σιγή των «Καιρών». Τους απαντούσα πως δεν έχω τι να γράψω, γιατί πολύ απλά δεν είχα καταλήξει σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Θα το έχετε αντιληφθεί ότι σε όλο αυτό το διάστημα που μαινόταν η διαπραγμάτευση ο πόλεμος της προπαγάνδας στα ΜΜΕ κρατούσε γερά. Απ’ όλες τις πλευρές, εντός και εκτός συνόρων. Ήταν (και είναι) σχεδόν αδύνατον να βρει κανείς κάποια πηγή η οποία να μην ακολουθεί κάποια γραμμή. Το κυβερνητικό επιτελείο αποτελείται είτε από σταυροφόρους της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε από γελοίους, ανεύθυνους οπαδούς του Στάλιν, αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται στα κανάλια και γράφονται στο Διαδίκτυο και στις εφημερίδες.

Οι απόψεις που κρατούσαν κάποιες αποστάσεις σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης πόλωσης έμοιαζαν σαν παραφωνία, ενδεχομένως και να κινούσαν υποψίες σε πολλούς για τα κρυφά τους κίνητρα. Τόσο πολύ έχει ξεφύγει η κατάσταση.

Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο να γράψω, λοιπόν. Τώρα, όμως, υπάρχει.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως όλοι οι χειρισμοί που έγιναν από την κυβέρνηση ήταν ορθοί. Ή ότι όλα τα στελέχη της, ίσως ούτε καν τα περισσότερα, με εκφράζουν με τις απόψεις τους. Θεωρώ, όμως, ότι η διαπραγμάτευση ήταν απαραίτητη, ασχέτως με το αν έγινε όπως έπρεπε. Και ο λόγος είναι απλός: η Ελλάδα εφαρμόζει τα τελευταία πέντε χρόνια μια σειρά συμφωνιών και μέτρων (βλ. Μνημόνια) τα οποία έχουν αποτύχει να φέρουν το επιθυμητό για εμάς αποτέλεσμα.

Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους Έλληνες (τους έχοντες σώας τα φρένας, τουλάχιστον) θα πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση της οικονομίας και η έξοδος από την κρίση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους για το κατά πόσο πέτυχε η πολιτική αυτή. Και προς Θεού μην μιλήσει κανείς για το πρωτογενές πλεόνασμα, γιατί όταν αυτό προέρχεται από τον κανιβαλισμό της οικονομίας και όχι μια βιώσιμη αναδιάρθρωσή του, ενώ επιπλέον είναι προϊόν εξαναγκασμού και όχι ορθού σχεδιασμού, τότε μόνο ένδειξη υγιούς οικονομίας δεν είναι.

Αυτή τη στιγμή το χρέος της χώρας βρίσκεται στο 177% του ΑΕΠ σε σχέση με το 113% του 2008 και βρίσκεται σε άνοδο όλα αυτά τα χρόνια με εξαίρεση το 2012 όταν έπεσε στο 157,2%. Η λιτότητα έχει αποτύχει και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ εδώ και δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, η πολιτική του δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Και αυτό επειδή πρωτίστως ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τα χρήματα των πιστωτών ενώ αντιμετωπίζει την καταπολέμηση της κρίσης στην Ελλάδα ως δευτερεύοντα στόχο. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις της χώρας δεν έλαβαν κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδιάρθρωσης. Αν θεωρήσουμε, π.χ. ότι το πρωτοφανές κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, η άνευ όρων παράδοση του ψηφιακού πακέτου συχνοτήτων στη σύμπραξη των καναλαρχών και η εγκατάλειψη της πανάκριβης, αναντικατάστατης τεχνικής υποδομής της ΕΡΤ στην τύχη της ήταν αναπτυξιακό μέτρο, περαστικά μας.

Ωστόσο, η τρέχουσα κυβέρνηση φρόντισε με σχεδόν εξίσου απαράδεκτο τρόπο να επαναφέρει την ΕΡΤ κάνοντας ακόμα και θερμούς πολέμιους του «μαύρου» να σκεφτούν ότι ίσως και να ήταν καλύτερα να μην είχε κάνει τίποτα για αυτό.

Το θέμα της ΕΡΤ είναι χρήσιμο να αναφερθεί ως μια μικρογραφία των πολιτικών που ακολούθησαν οι «μνημονιακές» και η «αντι-μνημονιακή» κυβέρνηση. Τα περισσότερα μέτρα που πήραν μοιάζουν περίπου με το γύρισμα ενός διακόπτη, από το ON στο OFF και πάλι πίσω, χωρίς καμία δυνατότητα ευελιξίας ή δημιουργικής δράσης.

Δεν έγινε ποτέ κανένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του Δημοσίου: απλά περάσαμε από τις οριζόντιες περικοπές στις επαναπροσλήψεις. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής παραμένουν μακρινά όνειρα, ενώ η γραφειοκρατία, αιώνια τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας ζει και βασιλεύει.

Τι ουσιαστικό έγινε, λοιπόν; Έγινε διαπραγμάτευση. Πιστεύω με καλές προθέσεις, όχι όμως και με τον καλύτερο τρόπο. Η κατάληξη του πεντάμηνου εγχειρήματος ήταν πως όταν φάνηκε η παραμικρή διάθεση για υποχώρηση από την κυβέρνηση, οι «θεσμοί» πέρασαν σε άμεση αντεπίθεση.  Η στρατηγική νίκη της ελληνικής πλευράς που εντοπίστηκε στη μείωση της παράλογης απαίτησης για πρωτογενές πλεόνασμα στο 1%, ανατράπηκε από τόσο σκληρούς όρους, ώστε, όπως δήλωσε γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος «ούτε ο Σαμαράς δε θα ψήφιζε αυτή τη συμφωνία».

Κάπως έτσι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο.

Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Ζώντας στην ίδια τη γενέτειρα της Δημοκρατίας φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει το πραγματικό νόημα της λέξης. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογοκρατία. Δημοκρατία δεν σημαίνει ψηφίζω ένα κόμμα το οποίο κάνει δεσμεύσεις Α και εφαρμόζει πολιτική Ω. Άλλο αν αυτό το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε φυσιολογικό. Δεν είναι. Η παρούσα κυβέρνηση εδώ τουλάχιστον πρωτοτύπησε. Δήλωσε ότι θα κάνει διαπραγμάτευση και την έκανε. Σε αντίθεση με τον Σαμαρά που αρχικά χαρακτήριζε τα Μνημόνια «καταστροφή», στη συνέχεια τα ψήφισε και κατόπιν υποσχέθηκε «επαναδιαπραγμάτευση» που δεν έγινε ποτέ.

Βέβαια, έκανε και ο Τσίπρας τώρα την «κωλοτούμπα» του. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ζητά δημοψήφισμα, ωστόσο υποκριτικά αντιμετώπιζε και ο ίδιος ως καταστροφή το περιβόητο δημοψήφισμα που υπαινίχθηκε ο ΓΑΠ, αλλά δεν είδαμε ποτέ. Γιατί; Γιατί πολύ απλά οι πολιτικοί αυτής της χώρας δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με τον αντίπαλο, παρά μόνο εάν έχουν πολιτικό συμφέρον. Όσο κρίσιμο και αν είναι το ζήτημα.

Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο Έλληνας διακατέχεται από μια ιδιότυπη σχιζοφρένεια: θέλει να είναι Ευρωπαίος, αλλά δε θέλει να υιοθετήσει ιδέες και συνήθειες οι οποίες στην Ευρώπη θεωρούνται δεδομένες. Τι σημαίνει το να είμαστε Ευρωπαίοι; Σας διαβεβαιώ ότι ούτε το ευρώ αποτελεί προϋπόθεση για αυτό, ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιότητα του Ευρωπαίου έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Στη Μεγάλη Βρετανία ουδέποτε υιοθέτησαν το ευρώ. Η Νορβηγία δεν αποτελεί καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, άραγε, καμία αμφιβολία όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα των χωρών αυτών; Όχι. Μήπως γνωρίζετε γιατί οι δύο αυτές χώρες διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στο ευρωπαϊκό όραμα;

Γιατί έκαναν δημοψηφίσματα. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν τουλάχιστον 44 δημοψηφίσματα που σχετίζονταν με την ένταξη χωρών στην (τότε) ΕΟΚ και αργότερα στην ΕΕ καθώς και με την επικύρωση διαφόρων συνθηκών (όπως αυτή του Μάαστριχτ). Πόσα από αυτά έγιναν στην Ελλάδα;

Μηδέν.

Γαλλία, Ελβετία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Γροιλανδία (ναι, κι όμως), Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Μάλτα, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Πολωνία, Τσεχία, Εσθονία, Λετονία, Ισπανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κροατία. Αυτές είναι οι χώρες στις οποίες οι πολίτες θεωρήθηκαν ικανοί να αποφασίσουν, έστω και μία φορά, για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας τους.

Ίσως να σας έχει διαφύγει μέσα στον γενικότερο πανικό, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει δημοψήφισμα για την ίδια την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αργότερο ως το τέλος του 2017!

Στην Ελλάδα κανένας δε ρωτήθηκε αν ήθελε να ενταχθεί στην ΕΟΚ. Αυτό ήταν όμως το κύριο σημείο τριβής των δύο μεγάλων κομμάτων των εκλογών του 1981. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατέβηκε με κύριο σύνθημα το περίφημο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», με στόχο την έξοδο από την ΕΟΚ και την εκδίωξη των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε δημοψήφισμα για την ΕΟΚ. Έγιναν εκλογές. Ο κυρίαρχος λαός μίλησε. Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ του έδινε κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις του. Ωστόσο έξοδος δεν υπήρξε ποτέ.

Ούτε για την είσοδο στην Ευρωζώνη έγινε ποτέ δημοψήφισμα. Ωστόσο η κυβέρνηση Σημίτη μας «πούλησε» καλά το Ευρώ και συμμετείχε σε μια τεράστια απάτη για να καταφέρουμε να μπούμε σε αυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να δεθεί χειροπόδαρα με ένα ισχυρό νόμισμα μια οικονομία η οποία δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις για αυτό. Η τότε κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτές, έστω και αναδρομικά.

Κι όμως, ποτέ δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ζητηθεί η γνώμη μας για το ευρώ. Ήταν αυτονόητο ότι θα το δεχόμασταν. Μας έκαναν τιμή που μας έβαλαν στην Ευρωζώνη, σαν το φτωχό συγγενή που τον καλούν στο πλούσιο τραπέζι. Το τίμημα που καταβάλαμε ήταν απλώς η αξιοπρέπειά μας. Η δυνατότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε. Εξάλλου η αρχή είχε γίνει το ’81. Η λαϊκή εντολή παραδόθηκε και αγνοήθηκε. Η «ντρίπλα» που έκανε τότε ο Ανδρέας ήταν να πείσει τον κυρίαρχο λαό ότι μπορούσε αντί να βγει από την ΕΟΚ, να εκμεταλλευτεί τη χρυσή αυτή ευκαιρία και να γίνει πλούσιος.

Έτσι, όπως ακριβώς ο φτωχός συγγενής που κάθισε απροσδόκητα στο τραπέζι πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ, πιστεύοντας ότι ήταν τζάμπα. Έλα όμως που τώρα ήρθε ο λογαριασμός; Έλα που ο λογαριασμός αυτός δεν αφορά μόνο το χρέος, αλλά και το μεγάλο, τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που σημειώνεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης; Της Ελλάδας που το ’81 ουσιαστικά είπε ΟΧΙ, το οποίο έγινε ΝΑΙ;

Ούτε καν ναι. Σκάσε και τρώγε κακομοίρη μου, που μου θες να βγεις από την ΕΟΚ.

Αυτό ήταν, αν θέλετε, το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης. Από τη στιγμή που ο λαός έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή, η οποία διαστρεβλώθηκε ολοκληρωτικά και δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς, αυτή η εντολή έγινε λευκή επιταγή στα χέρια όλων των επόμενων κυβερνήσεων. Μπορούσαν πλέον να υπόσχονται ό,τι ήθελαν προεκλογικά και να το παραβιάζουν στη συνέχεια, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Αυτή είναι, κα. Γεννηματά, η μεγαλύτερη συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία. Και αυτή τη συμβολή την έχουν τιμήσει δεόντως όλοι όσοι τον διαδέχθηκαν στο μέγαρο Μαξίμου.

Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα στην οποία έπεσε είναι να γίνει επιτέλους σεβαστή η βούληση του λαού της. Και δε μιλώ για την ηρωική έξοδο απαραίτητα. Μιλώ για μια συνειδητή επιλογή. Να επιλέξουμε επιτέλους αν θέλουμε να φύγουμε και να υποστούμε τις οδυνηρές συνέπειες, οι οποίες όμως σε βάθος χρόνου θα υποχωρήσουν και θα μας επιτρέψουν -ίσως- να ανασυγκροτηθούμε ή αν θέλουμε να μείνουμε και να το παλέψουμε εντός ΕΕ, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Όπως και να έχει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, η επιλογή πρέπει να είναι συνειδητή. Ο κυρίαρχος λαός ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του για να διαπραγματευτεί παραμένοντας εντός του ευρώ. Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας πριν τις εκλογές και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Παράλληλα, όμως, ψήφισε και την κατάργηση των Μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που υπάρχει στο τραπέζι (αν δεν αλλάξει κάτι στο εντωμεταξύ) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα πιο σκληρό Μνημόνιο.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα αδιέξοδο από όπου δεν αρκεί να μας βγάλει μια αόριστη «λαϊκή εντολή», η οποία εδώ και σαράντα χρόνια έχει γίνει ένα λάστιχο που η εκάστοτε κυβέρνηση τραβά και τεντώνει όπως τη βολεύει, έστω και αν έτσι παραβιάζει στο 100% τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία, παιδιά. Δεν ψηφίζουμε εθνοπατέρες για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας. Ψηφίζουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα και πολιτικές. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ριζικά και οι αποφάσεις είναι τόσο κρίσιμες, τότε η Δημοκρατία οφείλει να απευθύνεται στους πολίτες και η απόφαση για το μέλλον μιας χώρας πρέπει να πηγάζει άμεσα από αυτούς.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να είμαστε ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης. Όχι γιατί δε θα έχουμε Ευρώ, αλλά επειδή δε θα έχουμε γνώμη κι αυτοσεβασμό.

Advertisements

(ΠΑ)Σοκ και (Ν)Δέος

Αρκετοί από όσους παρακολουθούν το παρόν ιστολόγιο με ρώτησαν γιατί δεν έχω σχολιάσει ακόμα το αποτέλεσμα των εκλογών. Τους απάντησα ότι περιμένω τις εξελίξεις. Όλα δείχνουν ότι θα πάμε για νέες εκλογές, αλλά επειδή το πολιτικό σκηνικό είναι εξαιρετικά ρευστό, τίποτα δεν είναι απολύτως βέβαιο.

Εκτός από δύο πράγματα:

Πρώτον, η αλλαγή ενός ολόκληρου πολιτικού κατεστημένου δεν είναι δυνατόν να επέλθει από τη μία στιγμή στην άλλη, εκτός αν γίνει με βίαιο τρόπο, κάτι που απεύχεται κάθε λογικός άνθρωπος.

Δεύτερον, όταν μια κοινωνία δεχθεί τόσο ισχυρές πιέσεις, ειδικά μια κοινωνία επαναπαυμένη σαν την νεοελληνική, τότε είναι αναπόφευκτο να στραφεί στα άκρα. Και με τα «άκρα» δεν εννοώ το ΣΥΡΙΖΑ, όπως καταλαβαίνετε.

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είχαν μάθει εδώ και τέσσερις δεκαετίες να παίζουν τον ελληνικό λαό σαν μπαλάκι πέρα-δώθε. Αυτή τη στιγμή χάνουν το παιχνίδι τους και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να το κρατήσουν. Η αναμενόμενη αυτή αντίσταση δημιουργεί προβλήματα, αστάθεια και ανασφάλεια.

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι τα αυτοκτονικά μέτρα που προτείνει η τρόικα είναι η απάντηση στο πρόβλημα της Ελλάδας και της Ευρωζώνης. Όπως επίσης δε σημαίνει ότι οι μόνοι που μπορούν να κυβερνήσουν την Ελλάδα είναι η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Η Δημοκρατία δεν επιδέχεται ούτε ισόβιους «προστάτες», ούτε ξένους επιτηρητές. Όσοι, λοιπόν, μας εκβιάζουν θα πρέπει να θεωρούνται αυτοδικαίως εχθροί της Δημοκρατίας και να αντιμετωπίζονται αναλόγως: με περιφρόνηση στο εσωτερικό της χώρας και με πυγμή στο εξωτερικό.
Τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα έχουν υποστεί αυτή τη στιγμή το πρώτο σημαντικό σοκ της ιστορίας τους. Είναι στο χέρι μας να τους δώσουμε τη χαριστική βολή. Όχι επειδή επιθυμούμε το «χάος» και την «ακυβερνησία», αλλά επειδή τόσα χρόνια λειτουργούσαν αυθαίρετα με τη βεβαιότητα της επόμενης ή της μεθεπόμενης τετραετίας.

Μην περιμένετε σωτηρία της χώρας από τα παλιά κόμματα εξουσίας. Η διαπλοκή τους με τον διεφθαρμένο, δυσλειτουργικό και παρωχημένο κρατικό μηχανισμό είναι τέτοια ώστε δεν τους επιτρέπει να κάνουν καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση.

Όσον αφορά στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, αυτή ήταν αναμενόμενη. Δεν έχει νόημα να αναζητούμε την αιτία σε συνομωσίες, σε μαζικούς ψεκασμούς και στην εκστρατεία «κοινωνικής προστασίας» την οποία όντως πραγματοποίησαν σε περιοχές που έχουν εγκαταλείφθει από το κράτος, όπως ο Άγιος Παντελεήμονας.

Και αυτό γιατί η Χρυσή Αυγή ψηφίστηκε σχεδόν σε κάθε γωνιά της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Διστόμου και των Καλαβρύτων. Η πρώτη μου αντίδραση ως τυπικός, συναισθηματικός Έλληνας είναι να αηδιάσω και να φρίξω. Αλλά βλέποντας το θέμα πιο ψυχρά, δεν έχει σημασία τελικά που ψηφίστηκε η Χρυσή Αυγή.

Ο Έλληνας του Διστόμου, δηλαδή, έχει μεγαλύτερο χρέος από τους υπόλοιπους να σεβαστεί την ιστορία του τόπου του; Στην Αθήνα δεν πέθαινε κόσμος κατά χιλιάδες από την πείνα; Ο παππούς μου πολέμησε τους φασίστες στα βουνά της Αλβανίας και η μητέρα μου έχανε τα νύχια της σαν παιδί από την έλλειψη ασβεστίου.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει ιστορίες για τον πόλεμο και την Κατοχή και έχουμε δει τα σημάδια. Ο Β’ Παγκόσμιος δεν έγινε σε κάποιον άλλο κόσμο, ούτε πριν από πέντε αιώνες.

Είτε ζει κανείς στο Δίστομο, είτε όχι η ψήφος του ως Έλληνας μετρά το ίδιο. Οι θηριωδίες των Ναζί είναι γνωστές και καταγεγραμμένες, όπως καταγεγραμμένος είναι και ο ασυγκράτητος θαυμασμός και η πίστη της Χρυσής Αυγής και του αρχηγού της στα ναζιστικά ιδεώδη.

Μπορεί να έχουν κρύψει τις σβάστικες στα ντουλάπια τους, αλλά τα γραπτά τους δεν ξεγράφονται και, κυρίως, η αδυναμία τους να κατανοήσουν τη Δημοκρατία δεν κρύβεται.

Οι Έλληνες δημοσιογράφοι στη διαβόητη συνέντευξη Τύπου του δικτατορίσκου Μιχαλολιάκου έκαναν πολύ καλά που αποχώρησαν, πολλοί από αυτούς όμως σιωπούσαν σε όλη τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, είτε επειδή δε θεωρούσαν τη Χρυσή Αυγή ως πραγματική απειλή, είτε επειδή αποτελεί ένα καρκίνωμα το οποίο προτιμούσαν όλοι να κάνουν πως δεν υπάρχει, είτε επειδή ακολουθούσαν κάποια «γραμμή».

Ορισμένοι από εκείνους που δε σώπασαν ήρθαν αντιμέτωποι με συγκαλυμμένες απειλές. Όταν η εν λόγω δημοσιογράφος κατέφυγε στην Αστυνομία, τη συμβούλευσαν να σταματήσει να γράφει για αυτούς. Αυτό πρέπει να κάνουμε, λοιπόν, να σωπάσουμε μπροστά στην άνοδο του φασισμού;

Λυπάμαι, δε θα σας κάνουμε τη χάρη.

Μη γελιέστε, η Χρυσή Αυγή εξυπηρετεί άψογα το σύστημα ως «μπαμπούλας», ένα ρόλο τον οποίο η Αριστερά δεν μπορεί πλέον να παίξει, καθώς τα επιχειρήματά της αρχίζουν να φαίνονται όλο και πιο ελκυστικά στον Έλληνα ψηφοφόρο που βλέπει το μέλλον του να υποθηκεύεται υπέρ των τραπεζών.

Προσέξτε την εξίσωση των άκρων: μπορεί να διαφωνείτε με την όποια λογική του ΚΚΕ, μπορεί να σας φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου, μπορεί να εκνευρίζει η εμμονή του με τον συνολικό, τελικό αγώνα εις βάρος της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά τουλάχιστον έχει επιχειρήματα και ένα όραμα το οποίο δεν συμπεριλαμβάνει τραγελαφικές θεωρίες περί κυρίαρχου αρσενικού και «λευκής ανωτερότητας».

Εκτός απροόπτου,  η επερχόμενη νέα προεκλογική περίοδος θα χαρακτηριστεί από την προσπάθεια των πρώην κομμάτων εξουσίας και των ΜΜΕ που τα υπηρετούν να ενισχύσουν την εικόνα της «ανεύθυνης» Αριστεράς, να εκμεταλλευτούν το φόβο που θα δημιουργήσει η Χρυσή Αυγή, να σπείρουν την ανασφάλεια της «ακυβερνησίας» και να παίξουν το παιχνίδι του «μετανιωμένου εγκληματία». Θα υποσχεθούν ότι δήθεν σεβόμενα τη λαϊκή βούληση θα επιχειρήσουν την επαναδιαπραγμάτευση των όρων δανεισμού με την τρόικα.

Προσέξτε, λοιπόν, την προπαγάνδα των ΜΜΕ. Ήδη χθες μια δήλωση από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ περί αυστηρού δημόσιου ελέγχου των τραπεζών «μεταφράστηκε» από ορισμένα κανάλια και σταθμούς σε πρόθεση κρατικοποίησης των τραπεζών και δέσμευσης καταθέσεων, δημιουργώντας δήθεν πανικό στο Χρηματιστήριο. Παράλληλα, κάποιοι έσπευσαν να κατηγορήσουν τον Τσίπρα ότι δεν σέβεται την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης επειδή ζήτησε από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ να δηλώσουν στην τρόικα την πρόθεσή τους να επαναδιαπραγματευτούν τα μνημόνια.

Τι έκανε, δηλαδή, πέρα από το να σεβαστεί τις προεκλογικές του θέσεις; Προσέξτε πως το πολιτικό σύστημα πάλι προσπαθεί να κάνει το άσπρο μαύρο, βαφτίζοντας ανεύθυνο όποιον τηρεί τις δεσμεύσεις του και δεν κάνει «κωλοτούμπες» όπως μας έχουν συνηθίσει τα κόμματα εξουσίας και τα παρακλάδια τους.

Αν οι Έλληνες ψηφοφόροι πέσουν στην παγίδα, φυσικά οι υποσχέσεις αυτές θα πέσουν στο κενό και η λαίλαπα μέτρων που θα επακολουθήσει δε θα έχει προηγούμενο. Δεν πρόκειται για θεωρία, καθώς υπάρχουν ξεκάθαρες απαιτήσεις των δανειστών μας για νέα μέτρα, τα οποία θα αφήσουν δεκάδες χιλιάδες οικογένειες κυριολεκτικά στο δρόμο, θα απαιτήσουν φόρο-ενοίκιο για την πρώτη κατοικία, θα μειώσουν κι άλλο τους μισθούς και θα βαθύνουν ακόμα περισσότερο την ύφεση.

Αν, όμως, οι επόμενες εκλογές δώσουν ανάλογα ποσοστά στα δύο πρώην κόμματα εξουσίας και ακόμα καλύτερα οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση η οποία είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει το συμφέρον της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη, τότε όχι μόνο θα πληγεί ανεπανόρθωτα ο δικομματισμός, αλλά θα περάσει το μήνυμα στις αγορές και στις τράπεζες ότι δεν μπορούν να εκποιούν ολόκληρες χώρες στο όνομα του κέρδους.

Οι εκλογές της 6ης Μαΐου μας δίδαξαν δύο σημαντικά πράγματα. Ότι α) το δικέφαλο τέρας δεν είναι ανίκητο και ότι β) μπορεί ένα νέο κόμμα, χωρίς επαγγελματίες πολιτικούς και με μηδενική προώθηση εκτός Διαδικτύου να πάρει 2,15% στην πρώτη του εκλογική συμμετοχή. Ρίξτε μια ματιά στο «Δημιουργία, ξανά» του Θάνου Τζήμερου. Αξίζει περισσότερο μια ψήφος σε ένα κόμμα με συγκεκριμένες θέσεις και πρόγραμμα, παρά μια τυφλή ψήφος διαμαρτυρίας που θα πέσει στον… Καιάδα.

Μουσικό Διάλειμμα #13

Οι Έλληνες, σαν σουρεαλιστική νοικοκυρά με μουστάκι που ξύπνησε μια μέρα και αποφάσισε να πάρει διαζύγιο, αναζητούμε διέξοδο από μια συμβίωση εκμετάλλευσης χρόνων. Μην ακούτε τα λόγια του «μετανιωμένου συζύγου» που μας κακοποιούσε με την ανοχή μας. Τώρα θα μας πει οτιδήποτε προκειμένου να μείνουμε μαζί του. Αν, όμως, επιστρέψουμε θα ξαναπέσει αμέσως στα ίδια…

Θέλω να ελευθερωθώ από τα ψέματά σου

Είσαι τόσο αυτάρεσκος

Δε σε χρειάζομαι.