Η εξουσία του φόβου

Η κραυγή

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

Φυλάει τα έρμα, θα μου πείτε. Ναι, αρκεί να μην τον χρησιμοποιούν εναντίον σου. Τα ζώα από ένστικτο φοβούνται τη φωτιά για την προστασία τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί αυτόν το φόβο για να τα κυνηγά. Βάζοντας φωτιά στα ξερά χόρτα, οι αρχαίοι κυνηγοί ανάγκαζαν το θήραμά τους να εγκαταλείψει την κάλυψή του και να μείνει εκτεθειμένο.

Το τέχνασμα αυτό εφαρμόζεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Ο φόβος χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να καταδυναστεύονται ολόκληροι λαοί. Όχι μόνο ο φόβος της εξουσίας, αλλά και ο φόβος του «άλλου». Οι αυτοκράτορες της Κίνας κρατούσαν μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το τεράστιο τείχος που έκτισαν, παράλληλα, όμως, εξασφάλιζαν την υποταγή των επαρχιών που βρίσκονταν πίσω από αυτό.

Οι φεουδάρχες προστάτευαν τις πόλεις τους με τείχη από επιδρομές κάθε είδους. Όσοι ήταν εντός των τειχών, ωστόσο, έπρεπε να πληρώνουν φόρους, οι οποίοι ήταν συνήθως δυσβάσταχτοι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ακόμα και αν κανείς  ξέφευγε από τους φοροεισπράκτορες του τοπικού βαρώνου (οι οποίοι προφανώς δεν μοίραζαν εκκαθαριστικά, απλά σου έκαιγαν το σπίτι αν δεν πλήρωνες) πού θα μπορούσε να πάει;

Η τακτική αυτή λειτουργεί θαυμάσια και στην εποχή μας. Ο φόβος του Εβραίου, του μουσουλμάνου, του κομμουνιστή, του εγκληματία λαθρομετανάστη, του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του διαφορετικού.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτόν τον κόσμο. Προφανώς και ο φόβος πολλές φορές έχει ρίζες στην πραγματικότητα. Το ζώο αν μείνει στα ξερόχορτα θα κάει, δεν έχει πραγματικά επιλογή. Οι χωρικοί του Μεσαίωνα ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε επίδοξο εισβολέα ή ληστή. Επομένως τα τείχη του φεουδάρχη ήταν σαν δώρο Θεού για εκείνους. Και εφόσον τα τείχη δεν χτίζονταν μόνο με καλές προθέσεις, ήταν λογικό και δίκαιο ο τοπικός άρχοντας να ζητά φόρους από όσους είχε υπό την προστασία του.

Πλην, όμως, έχοντας αυτούς τους ανθρώπους πλήρως στο έλεός του, ο εκάστοτε ηγεμόνας μπορούσε όχι απλώς να λάβει το ηθικό αντίτιμο για την προστασία που προσέφερε, αλλά να απαιτήσει όσα αυτός ήθελε. Κοινώς, να εκμεταλλεύεται και να εκβιάζει κατά βούληση. Μπορούσε να ζει πλουσιοπάροχα στο κάστρο του, αφήνοντας στους χωρικούς μετά βίας αρκετά ώστε να μη λιμοκτονούν. Η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνικές επαναστάσεις σταδιακά έφεραν τον κόσμο από τα μοναρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα στα δημοκρατικά. Έπρεπε να πάψει να υπάρχει απόλυτη εξουσία, ώστε να πάψει η καταπίεση και η εκμετάλλευση του αδύναμου από τον ισχυρό.

Θεωρητικά, ο 20ος αιώνας είδε το αποκορύφωμα του εκδημοκρατισμού στον πλανήτη μας. Πρακτικά, όμως, η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή, που ασκούν οι πολυεθνικές στις κυβερνήσεις των κρατών, μειώνει συνεχώς τη δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να λαμβάνουν αποφάσεις. Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο οι περιβόητες «αγορές» να καθορίζουν εμμέσως πλην σαφώς την οικονομική πολιτική των κρατών. Και φυσικά αφού το χρήμα κινεί τα πάντα, η οικονομική πολιτική επηρεάζει τα πάντα, με πρώτο και εύκολο θύμα την κοινωνική πολιτική.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για, αυτονόητα στη θεωρία, πράγματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, η περίθαλψη και η παιδεία. Και καθώς όλα αυτά τα οποία κατακτήθηκαν με αίμα τα τελευταία 200 χρόνια περικόπτονται και εξανεμίζονται σταδιακά λόγω της «οικονομικής πραγματικότητας», συνειδητοποιεί κανείς ότι επιστρέφουμε, ουσιαστικά, στην εποχή του φεουδαλισμού.

Ο μεγάλος μας εχθρός είναι η χρεωκοπία. Για να τον κρατήσουμε μακριά είμαστε αναγκασμένοι να θυσιάσουμε τα πάντα. Βέβαια, οι τιμημένοι και δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες μας ζουν ακόμη στα κάστρα τους, τρώνε με χρυσά κουτάλια και κυκλοφορούν με θωρακισμένες λιμουζίνες. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, αφού αν μας πετάξουν έξω από τα τείχη θα χάσουμε και τα λίγα που έχουμε. Θα μείνουμε ακόμα και από χαρτί υγείας, όπως φαίνεται.

Ο μεγάλος μας εχθρός δεν είναι τόσο η χρεωκοπία, όσο ο φόβος αυτής. Και αυτό επειδή η χρεωκοπία έχει ήδη συμβεί, απλώς είναι ελεγχόμενη. Πράγματι, έχουμε ακόμα είδη πρώτης ανάγκης στα ράφια, αλλά έχουμε επίσης 27% ανεργία και ένα χρέος, το οποίο είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Καθώς επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά και το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι τόκοι αυξάνουν και το χρέος διογκώνεται. Και τίποτα δε φαίνεται δυνατόν να το σταματήσει.

Είναι απλά μαθηματικά. Οτιδήποτε άλλο περί success story και τα συναφή είναι απλά επικοινωνιακά τρικ. Κάθε χρόνο μόνο οι τόκοι του χρέους μας είναι 30 δις Ευρώ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμα και αυτό το εικονικό των 1.416 εκατ. ευρώ, είναι αστείο. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά κατουρώντας την. Και το πλεόνασμα αυτό παρουσιάζεται ως… επιτυχία. Και η «έξοδος στις αγορές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακόγουστο αστείο, το οποίο μας έκανε διεθνώς ρεζίλι για άλλη μια φορά.

Ο Σαμαράς μιλά για θυσίες του λαού, οι οποίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες. Μα είναι ήδη χαμένες. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καταφέρει τίποτα, παρά μόνο να επιβάλλουν εισπρακτικά μέτρα, να εκποιήσουν το προσοδοφόρο μέρος της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να ξεφορτωθούν το επιζήμιο, και να κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς κάποιο σχέδιο ή κριτήριο. Αξιολόγηση δεν υπάρχει, η γραφειοκρατεία ζει και βασιλεύει, το πελατειακό κράτος συνεχίζει να υφίσταται, οι διασυνδέσεις με τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα το ίδιο. Μεταρρυθμίσεις απλές και ορθολογικές, οι οποίες θα ήταν απολύτως ανέξοδες για το κράτος και θα βοηθούσαν πραγματικά τις επενδύσεις, προσκρούουν πάνω σε συμφέροντα ημέτερων που προστατεύονται ακόμα.

Ακόμα και στο Reuters κυκλοφόρησε η είδηση ότι η συγκυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη πλέον. Γιατί το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης εξαντλήθηκε. Ο φόβος δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τους πολίτες. Αν η κυβέρνηση τολμούσε να επιβάλλει κι άλλα μέτρα, οι αντιδράσεις θα ήταν απρόβλεπτες. Έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.

Από τη μία πλευρά, μια αριστερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή με κάποιο δεκανίκι, θα έχει μια μικρή πίστωση χρόνου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος, αν διαψευστούν οι μάλλον ουτοπικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος να εκραγεί σε πολύ μικρό διάστημα. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί με πολλή προσοχή τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη προκαλέσει εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Οι τράπεζες πιέζονται. Οι δανειστές θα επιδιώξουν την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Συν τοις άλλοις, έχει προσχωρήσει σε αυτόν αρκετό πρώην ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνυπάρχει (όπως και στο ΠΑΣΟΚ του ’81) με ριζοσπαστικά στοιχεία που θέλουν να μας βγάλουν από παντού.

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί και οι φόβοι ακόμα περισσότεροι. Αλλά το αδιέξοδο παραμένει. Και αυτό που φοβάμαι εγώ περισσότερο είναι το κατρακύλισμα σε έναν ακροδεξιό βούρκο που αρνείται ακόμα και τις πιο βασικές ανθρώπινες αξίες, όπως την προστασία των αδυνάτων και την περίθαλψη των προσφύγων, που καταπνίγει τη δημιουργικότητα, που εξαναγκάζει το 2% του πληθυσμού, του νεότερου και πιο υποσχόμενου τμήματός του, να μεταναστεύσει. Δεν είμαστε απλώς μια χώρα γερόντων και συνταξιούχων, είμαστε μια χώρα στην οποία οι λιγότεροι από τους μισούς νέους έχουν δουλειά και όσοι έχουν, αμείβονται με ψίχουλα. Οι υπόλοιποι απλά φεύγουν.

Αυτοί που μένουν αδυνατούν να δημιουργήσουν οικογένειες, αφού τα χρήματα απλά δε φθάνουν. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Σας το λέω χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και δράματος. Κάποιοι φοβούνται τη χρεωκοπία. Εγώ φοβάμαι περισσότερο ότι σβήνουμε αργά, αλλά σταθερά. Η ενδεχόμενη χρεωκοπία, η ανεξέλεγκτη, θα είναι άμεση και βάρβαρη. Ο αργός θάνατος, στον οποίο έχουμε καταδικαστεί, θα πάρει μια δεκαετία ακόμα μέχρι τα συμπτώματά του να γίνουν τόσο φανερά, ώστε κανένας να μην μπορεί πια να τα αρνηθεί. Αλλά θα έρθει, σας το εγγυώμαι.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Εγώ προτιμώ να ψηφίσω κατά συνείδηση.

 

Μουσικό Διάλειμμα #58

Advertisements

Τρομοκρατία

Ένας καλός φίλος μου είπε προχθές ότι σκέφτεται να μεταναστεύσει. Δεν είναι ο μόνος από τον κύκλο μου και δεν θα είναι ούτε ο τελευταίος, φοβάμαι. Ο συγκεκριμένος σκοπεύει να πάει στη Νέα Ζηλανδία.

«Εκεί, ξέρεις, έχει περισσότερα πρόβατα από ανθρώπους» μου είπε. «Και εδώ το ίδιο» του απάντησα.

Τα πρόβατα φοβούνται το λύκο και ακολουθούν τυφλά το βοσκό, υπό το άγρυπνο βλέμμα του μαντρόσκυλου. Δεν έχει σημασία αν δεν έχουν δει ποτέ λύκο με τα μάτια τους. Είναι στη φύση τους να ακολουθούν χωρίς σκέψη.

Ο βοσκός ξέρει καλύτερα. Με το μαντρόσκυλο δεν μπορούν να τα βάλουν. Πηγαίνουν, λοιπόν, μέσα-έξω στο μαντρί όλη τους τη ζωή, μέχρι είτε να τα σφάξουν ή να ψοφήσουν.

Λύκοι δεν υπάρχουν πια, ο πολιτισμός μας τους έχει εξολοθρεύσει προ πολλού. Επειδή, όμως, ο φόβος είναι απαραίτητος για να παραμένουν τα πρόβατα σε τάξη, το σύστημα φρόντισε να δημιουργήσει τους δικούς του «λύκους».

Αυτό δεν είναι κάτι νέο. Αντίθετα, είναι ιστορικά δοκιμασμένο. Οι δύο υπερδυνάμεις του Ψυχρού Πολέμου διατηρούσαν επί 40 χρόνια την «ισορροπία του τρόμου» μεταξύ τους, ώστε να διοικούν ολόκληρο τον κόσμο.

Οι Αμερικάνοι προστάτευαν τη Δύση από τους «κακούς κομμουνιστές» και οι Σοβιετικοί το Ανατολικό μπλοκ από τους «διεφθαρμένους καπιταλιστές».

Είναι κατά βάση αυτό που περιγράφει ο Όργουελ στο «1984». Υπάρχει πάντοτε μια απειλή και τα ΜΜΕ φροντίζουν να αναπαράγουν αυτή την ιδέα μέχρι να γίνει απόλυτα αποδεκτή.

Όταν εκλείψει η απειλή, τότε ένας πρώην σύμμαχος μπορεί να μετατραπεί σε εχθρό μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Πάντοτε, όμως, πρέπει να υπάρχει ένας εχθρός. Πρέπει να υπάρχει ο φόβος.

Έτσι οι Σοβιετικοί με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου μετατράπηκαν αμέσως από μέλος των Συμμάχων σε εχθρούς της Δύσης. Το σύστημα λειτούργησε καλά επί τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δύση έμεινε χωρίς αντίπαλο δέος.

Έπρεπε, λοιπόν, να εμφανιστεί ένας νέος εχθρός, ο οποίος να μπορεί να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε, ακόμα και στην καρδιά των ΗΠΑ. Ο νέος εχθρός έγινε η τρομοκρατία: αόρατη, απρόβλεπτη και πανταχού παρούσα.

Ο φόβος για το άγνωστο, το απρόβλεπτο είναι πιο ισχυρός από το φόβο για έναν γνωστό εχθρό. Ο τρομοκράτης μπορεί να κρύβεται παντού, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, τα κίνητρά του είναι ανεξιχνίαστα, ακατανόητα. Είναι, με άλλα λόγια, το τέλειο εργαλείο αναπαραγωγής του φόβου.

Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο στα χέρια των κυβερνήσεων που επιθυμούν να επιβάλλουν μέτρα τα οποία σε διαφορετικές συνθήκες θα αποτελούσαν αιτία εξέγερσης από τους πολίτες.

Όπως είναι ο περιορισμός της ελευθερίας τους, με πρόφαση την ασφάλειά τους, αλλά και η αποστολή στρατού οπουδήποτε προστάζει η ανάγκη της απελευθέρωσης πετρελαιοπηγών, καλλιεργειών οπίου, ορυχείων χρυσού, κοιτασμάτων ουρανίου κ.ο.κ.

Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο στα χέρια ενός κράτους το οποίο επιχειρεί να περιορίσει τις βασικές ελευθερίες του ατόμου και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών του, όπως γίνεται σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς όμως να πάρει τη «ρετσινιά» της δικτατορίας.

Ελευθερία δεν είναι να έχεις τη δυνατότητα να παίρνεις δάνεια για να αγοράζεις τζιπ και ακριβές διακοπές. Είναι να εξασκείς το δικαίωμα της διαμαρτυρίας όταν το κράτος στο οποίο πλήρωνες (αν πλήρωνες) φόρους τόσα χρόνια δε σου παρέχει βασικά κοινωνικά αγαθά.

Όταν η Δικαιοσύνη εθελοτυφλεί μπροστά σε σωρεία σκανδάλων και εγκλημάτων από τους πολιτικούς και τους χορηγούς/συνεργούς τους και σπεύδει να τιμωρήσει τους πολίτες για την παραμικρή παρατυπία.

Όταν βουλευτές δηλώνουν άγνοια για τους νόμους που ψηφίζουν, ενώ ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει κάθε παγίδα των νόμων που διέπουν τη φορολογία, την εργασία, την ασφάλεια, τη στέγαση και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητά του.

Νόμων που μεταλλάσσονται συνεχώς σαν ιοί, ύπουλα και απροειδοποίητα, αντί να εξελίσσονται και να αναπτύσσονται στο πλαίσιο των αναγκών ενός υγιούς κράτους που υπηρετεί τους πολίτες του.

Βέβαια, αν πιστέψουμε τα λεγόμενα του μεγάλου Νόαμ Τσόμσκι, τέτοιο κράτος δεν υπάρχει.

Ακόμα και αν δεν τα πιστεύουμε, όμως, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το δικό μας κράτος επιθυμεί πολίτες-πρόβατα που υπάρχουν μόνο για να τους αρμέγει μέχρι να παρέλθει η ημερομηνία λήξης της χρησιμότητάς τους.

Που δεν έχουν δικαίωμα δημοψηφίσματος, όπως άλλοι ευρωπαίοι πολίτες, προκειμένου να καθορίσουν το μέλλον τους. Που περιμένουν από μια μη εκλεγμένη κυβέρνηση να καθορίσει πότε είναι η κατάλληλη ημερομηνία για τις εκλογές!

Όλα αυτά, όμως, δεν χωρούν με κανέναν τρόπο κάτω από τον ορισμό της Δημοκρατίας.

Η βίαιη καταστολή της ειρηνικής διαμαρτυρίας ενός λαού είναι απαράδεκτη στη Δημοκρατία. Και αυτή επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του παρακράτους, η ύπαρξη του οποίου είναι πλέον αναντίρρητη, καθώς και μιας ανεξήγητης ανοχής απέναντι σε άτομα που στρέφονται πάντα εναντίον τρίτων.

Πόσες φορές είδατε αναρχικούς να καίνε Υπουργεία, περιουσίες βουλευτών ή την ίδια τη Βουλή; Καίνε τράπεζες, λεηλατούν καταστήματα και ρημάζουν αυτοκίνητα. Μέχρι και κινηματογράφους.

Δεν αντιλαμβάνομαι τι είδους αναρχικοί είναι αυτοί. Όπως δεν αντιλαμβάνομαι τι είδους τρομοκράτες τοποθετούν απροειδοποίητα εμπρηστικό μηχανισμό μέσα σε βαγόνι τραίνου, με αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσουν ανθρώπινες απώλειες.

Αυτό είναι κάτι πρωτοφανές στη χώρα μας. Όπως πρωτοφανής ήταν και ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin, εν ώρα εργασίας, την τελευταία φορά που σημειώθηκαν μαζικές κινητοποιήσεις στην Αθήνα.

Οι δράστες δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Ούτε αναζητήθηκαν οι ενδεχόμενες ευθύνες της διοίκησης που εξανάγκασε, σύμφωνα με μαρτυρίες, τους υπαλλήλους να παραμείνουν με κίνδυνο της ζωής τους, υπό την απειλή της απόλυσης.

Ούτε καν τα επίσημα πορίσματα που έδειξαν ξεκάθαρες ευθύνες της διοίκησης της τράπεζας για την πλήρη έλλειψη προδιαγραφών ασφαλείας οδήγησαν ακόμα σε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια ή καταδίκη.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ούτε σε αυτή την απόπειρα «τυφλού» χτυπήματος θα εντοπιστούν οι δράστες.

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, ο μόνος τρόπος να καταλήξει κανείς σε λογικά συμπεράσματα είναι να εξακριβώσει ποιος πλήττεται και ποιος ωφελείται.

Ποιος ένιωσε ένοχος όταν χάθηκαν αθώες ζωές με αφορμή τη διαμαρτυρία του;

Ποιος τρομοκρατείται τώρα όταν απειλείται ένα από τα κυριότερα μέσα μεταφοράς της Αθήνας, που εξυπηρετεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κάθε μέρα; Το οποίο, όλως τυχαίως, είναι και το βασικότερο μέσο που μεταφέρει πολίτες στο κέντρο όταν εκδηλώνονται διαμαρτυρίες;

Λέτε να τρομοκρατούνται οι πολιτικοί που δεν περνούν ούτε έξω από τους σταθμούς;

Μήπως φοβόμαστε μόνο εμείς οι κακόμοιροι, που ευγνωμονούμε την τύχη μας για τα λίγα ευρουλάκια που βγάζουμε για να ζήσουμε και παρακαλάμε να φύγουν οι κακοί λύκοι που μας απειλούν;

Τα πρόβατα δεν διαμαρτύρονται, ούτε ψηφίζουν. Δεν έχουν, ούτε διεκδικούν δικαιώματα. Δεν σκέφτονται, απλά επιβιώνουν. Αν αυτό θέλετε να είναι το μέλλον σας, τότε συνεχίστε να ακολουθείτε τους ίδιους «βοσκούς» που ξέρετε και εμπιστεύεστε.

Αφήστε τους να σας κουρεύουν για να ντύνονται, να σας αρμέγουν για να τρώνε, παραδώστε τους και τα παιδιά σας για να εξασφαλιστούν εκείνοι όταν εσείς δε θα είστε πια εδώ.

Ελπίζω, μόνο, να μη σας πονέσει πολύ το μαχαίρι.

Διάλειμμα #6

Περιμένοντας τους Bαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κ. Π. Καβάφης
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)